Εταίρα

Της Γαλάτειας Καζαντζάκη

 

Περνά στην αγορά το καραβάνι

της συνοδείας της εύθυμης κι οι δούλοι

που τους κρατά σκυφτούς το μεροδούλι,

ξεχνούν με μιας το μόχτο· συντριβάνι

ο πόθος τους φουντώνει· μύριους βάνει

ο νους τους λογισμούς κι ως το μεδούλι

η δίψα τους ανάβει. Το πεδούλι

ν΄ αγγίζαν του ποδιού της! Σα λιβάνι

λατρείας η ψυχή τους!... Κι αυτή κάνει

σημάδι να της φέρουν ομορφούλη

ένα σγουρό παιδί. Αναθιβάνει

παλιές αγάπες και γελά. «Οι μούλοι

οι δικοί μου πώς μεγαλώσαν ούλοι!»

ΚΙ απ΄ τα μαλλιά της του πετά ΄να γιούλι.

 

Από το περιοδικό Νέα Ζωή , τόμος 9 (1914), σ. 8.

Επιστροφή