Της Γαλάτειας Καζαντζάκη
|
Γλεντάμε στις αυλές κ΄ είμαστε χίλιοι μνηστήρες κ΄ η βουή μας όλο φτάνει στα δώματά της που βουβά τα κάνει ο πόνος που έχουν τα σφιχτά της χείλη. Ολημερίς υφαίνει και το δείλι ό,τι έπλεξε στον αργαλειό ξεκάνει. Αχνογελούν στη δολερή πλεχτάνη οι μαύροι λογισμοί της οι ανήλιοι. Μα ο πόθος μας εμάς κισσού στεφάνι τα μέτωπα μας ζώνει και σαν ήλιοι αστράφτουμε κι ο νους μας δεν το βάνει πως ο κισσός θε να γενεί ασφοδείλι. Ο Ξένος όπου νάναι στο λιμάνι αράζει· χαρωπά αλυχτάν οι σκύλοι. |
|
|
|
Από το
περιοδικό Νέα Ζωή , τόμος 9 (1914), σ. 7. |