|
Απάμη η Βαρτάκου του Ιωάννη Γρυπάρη (1870-1942) |
|
|
|
Πλάι στο Δαρείο κάθεται η
μάργελη η Απάμη, κι ενώ του λύν΄ η ηδονή τα
γέρικά του γόνα, τόνε χτυπάει στο μάγουλο
με ρόδινη παλάμη και τ΄ άλλο χέρι απ΄ την
κορφή του παίρνει την κορώνα. Μέρα γι΄ αυτόν καλοκαιρνή
μέσ΄ σε βαρύ χειμώνα. Ό,τι τον κάμει γίνεται και
θέλει ό,τι του κάμει Τόνε πεθαίνει ενώ τον ζη,
παραμυθιού γοργόνα που απ΄ το γαίμα της καρδιάς
στερνό βυζαίνει δράμι. Και σμίγει η τρίχα των
μαλλιών η φλουροκαπνισμένη Μ΄ άσπρα μαλλιά· τη μέση
της, τη χαμηλοζωσμένη Γέρου τη σφίγγει αγκαλιά
κι ατίμητο ζουνάρι. Τώρα στα μάτια τον θωρεί
βαθιά, σαν να ρουφάει με τρελλό πόθο ποιητού τ΄
ανέγγιχτο φεγγάρι! Βλέπει στου γέρου τη μορφή
– το γιο του π΄ αγαπάει.- |
|
|
|
Περιοδικό Γράμματα, Τόμος 1, τεύχος 86 (1911), σ.
193. |