Σύννεφου δάκρυ

του Ιωάννη Γρυπάρη (1870-1942)

 

Μες στη γαλάζιαν αντηλιά σε είδε θαμπό το μάτι

καν σύννεφο καν φάντασμα κόρης λευκό να βγαίνεις·

κι όλοι γαμπροί της νύφης μας της πολυγυρεμένης

το καταπόδι σου πετούν στου νου τη φρεναπάτη.

 

Παίρνουν τη στράτα του βουνού τ΄ ολόρθο μονοπάτι

που στην κορφή του ραϊδινή παρθένα τους προσμένεις,

κι όλους μ΄ ελπίδα πως θα βρουν στο πλάγι σου τους δένεις

της κούνιας την αγνότητα στο νυφικό κρεβάτι.

 

Μα είδαν κι απόειδαν οι ξανθοί κι όλοι γυρνώντας πίσω,

μόνος μου εγώ μένω ο χλωμός που ξέρω ν΄ αγαπήσω

ένα ήσκιο, κάποιο σύννεφο, τ΄ όνειρο που δε φτάνω.

 

Και συ, σα να συμπόνεσες για τον τρελλό μου πόθο,

σκοτείνιασες· ― Στην όψη μου τη φλογισμένη επάνω

θερμούς δακρύων σταλαγμούς να με ραντίζεις νιώθω.-

 

Περιοδικό Νέα Ζωή, Τόμος 4, τεύχος 40-41 (1908), σ. 723.