Φλώρα μιράμπιλις

του Ιωάννη Γρυπάρη (1870-1942)

 

Νεφελοκόβ΄ η συννεφιά κ΄ ήλιος χρυσός προβάλλει,

Σκορπάει την άχνη πώκρυβε του ερωτεμένου κόσμου,.

Τα τόσα τα γητέματα, τα τόσα χλωρά κάλλη.

Ήμουν τυφλή κι ανάβλεψα, τυφλή και σ΄ εύρα, φως μου.

 

Περίσσια, Αγάπη, η χάρις σου κ΄ η δύναμις μεγάλη

Στην αβασίλευτη ομορφιά π΄ ανάστησες εμπρός μου,

Σ΄ αυτή, π΄ ανοίγεις, την θερμή κ΄ ερωτικήν αγκάλη

Σφαλώ τα μάτια κι άθελα με ρίχνει ο λογισμός μου.

 

Ας έλθει ο Χάρος! σε ξανθούς κι αζάρωτους κροτάφους

Τα κρούσταλλά του δάκτυλα ν΄ αγγίξει τώρα πρέπει,

που να βαστάει τ΄ όνειρο βαθιά και μέσ΄ στους τάφους.

 

Γιατί με πόνο, στα βαριά τα χρόνια, δίχως πόθο,

Χωρίς αγάπη, ασπρόμαλλη ο νους γριά με βλέπει

σε σταχτοπαίπαλη γωνιά, σ΄ ανέμη εμπρός, να κλώθω.-

 

Περιοδικό Γράμματα, Τόμος 1, τεύχος 86 (1911), σ. 192.