Κρίνος και ψυχή

του Ιωάννη Γρυπάρη (1870-1942)

 

Ψυχή φρουμάζει, κόκκινη ψυχή σαν Αιμοστάτης!

Στρώμα ζητάει του ύπνου της τη μυροφόρα αγκάλη

Κρίνου, που περιγύριζε με τ΄ ανεφτέριασμά της,

Κρίνου πόχει γι΄ αυτήν κλειστά τ΄ ανέσυρτά του κάλλη.

 

Τέτοιος και μέσ΄ στη σιγαλιά της νύχτας της δροσάτης

Σε σε πετάει ολόψυχος κι ο λογισμός μου πάλι.

Μη σου ταράζει τα όνειρα; Κ΄ ίσως θαρρείς ο μπάτης

Πως σου χαϊδεύει ανάλαφρα το ωραίο σου κεφάλι;

 

Θα σ΄ ανανιώσει η φλόγα του στο πιο γλυκό σου βύθος,

Που η μαγεμένη ξάπλωσε βραδιά στο αγνό σου στήθος

Κάτου απ΄ τα πεύκα τα παλιά ή κάπου σ΄ έρμο βράχο.

 

Κι αν κάτι μάθεις γύρω σου θερμά να φτερουγίζει,

- Με ουδ΄ όσον ήχο θ΄ άκουες σαν ξένο αυτί βουΐζει -

Θα πεις το χέρι φέρνοντας στο μέτωπο : «Τι νάχω;»

 

Περιοδικό Γράμματα, Τόμος 1, τεύχος 86 (1911), σ. 194.