Το κρεβάτι του κοριτσιού

του Δημητρίου Γρ. Καμπούρογλου (1852-1942)

 

Με γλυκές γλυκές κουβέντες

ενυχτώθηκα μια μέρα

σ΄ ένα σπίτι φιλικό,

και να φύγω δεν μπορούσα,

τι χαλάζι! τι αέρας!

τι κακό εξαφνικό!

 

Μούδωσαν ένα κρεβάτι

που ντρεπόμουν να πλαγιάσω,

τι κρεβάτι ευγενικό!

τι ωραία κουνουπιέρα!

τι σεντόνια! τι μεγάλο!

τι ζεστό! τι μαλακό!

Πλάγιασα το κάτω κάτω,

κ΄ ελογάριαζα ο καημένος

πως θα κοιμηθώ καλά,

όταν έξαφνα με πιάνει

μια φαγούρα, που πετιούμαι

πέντε πιθαμές ψηλά!

 

Σαν να μούπιναν το αίμα

χίλιοι ψύλλοι, χίλιες σκνίπες,

και κουνούπια και κοριοί,

τι να κάμω, τι να γίνω,

πού να φύγω, πού να μείνω,

τι κατάρα, τι οργή!

 

Τι τους έκαμα, τι θέλουν –

συλλογίστηκα· μου φάνη

η αιτία φυσική :

Τούτοι όλοι οι διαβόλοι

που με πολεμούνε τόσο

ίσως θάναι αρσενικοί.

 

Κ΄ επειδ΄ είναι μαθημένοι

κάθε βράδυ να θαυμάζουν

κοριτσίστικο κορμί,

εθυμώθησαν οι φίλοι,

και τα γένεια μου θα είναι

του θυμού των αφορμή.

 

Πάλι κύτταζα το στρώμα

και δεν έβρισκα κανένα...

δεν ηξεύρω τι να πω...

Είδα πως κανείς δεν φταίει,

τη φαγούρα πως την έχει

το κρεβάτι μοναχό...

 

Φίλοι μου, σας εξορκίζω,

αν και τύχει στη ζωή σας

να πλαγιάσετε αλλού,

ο Θεός να σας φυλάξει

να μη κοιμηθείτε, όχι, –  

σε κρεβάτι κοριτσιού.-

 

Ημερολόγιον Σκόκου, Τόμος 23 (1908), σ. 320.