Κοντά στη μαρμαρόπετρα

του Δημητρίου Γρ. Καμπούρογλου

 

 

[Διάλογος]

 

            Ο Αντιμελλοντιστής. ― Έλα δω μικρέ! Απ΄ το σκολειό έρχεσαι;

 

            Ένα παιδί. ― Γιατί ρωτάς;

 

            Α. Για να μάθω, αν ο δάσκαλος, σα γείτονας που είναι, σας είπε τίποτε για το τζαμί αυτό εδώ, στο Μοναστηράκι.

 

            Π. Μας είπε· πώς δεν μας είπε!

 

            Α. Δηλαδή;

 

            Π. Να· πως είναι βαρβάρων χρόνων τρισβάρβαρον ίδρυμα.

 

            ― Αμ γι΄ αυτή τη μεγάλη μαρμαρόπετρα, που είναι μέσα στη μέση του δρόμου, σας είπε τίποτις;

 

            ― Όχι. Θα τον ρωτήσω.

           

            ― Μην τον ρωτήσεις· δε θα ξέρει να σου πει. Εγώ κάτι ξέρω· αλλά θα βιάζεσαι να πας στο σπίτι.

 

            ― Δε βιάζομαι, γιατ΄ είχα και μια δουλειά να κάμω.

 

― Η μαρμαρόπετρα λοιπόν αυτή, είναι από ένα συντριβάνι, που ήτον εδώ δα – το Κάτω Συντριβάνι, έτσι τόλεγαν. ― Για τούτο και το Τζαμί αυτό το ονόμαζαν «του Κάτω Συντριβανιού». Πριν όμως να την κάμουν συντριβάνι, ξέρεις τι ήτον αυτή η μαρμαρόπετρα;

 

            ― Ά-κα.

 

            ― Ήτον ένα μέρος από κολώνα του ναού του Ολυμπίου Διός. Τις ξέρεις δα τις κολώνες. 

 

            ― Πήγα στα Κούλουμα πάρσι.

 

            ― Τον παλαιό καιρό, παιδί μου, ήσαν πολλές κολώνες εκεί, στα 1759 όμως ήσαν μόνο 17. Τότες ο Τούρκος διοικητής του τόπου έριξε την μια απ΄ αυτές, για ναν την κάνει ασβέστη να κτίσει το τζαμί αυτό εδώ. Απ΄ την ίδια όμως κολώνα κράτησε αυτό το κομμάτι, για να κάνει το συντριβάνι. Έμειναν λοιπόν οι κολώνες 16. Σε μια μάλιστα από αυτές είναι γραμμένο : «1759, Απριλίου 27, έριξε την κολώνα». Και άλλη μια που έπεσε στα 1852 : έχομε τώρα μόνο 15 στον τόπο τους. Να σου πω τώρα και τι έπαθε αυτός που έριξε την κολώνα στα 1759;… Αλλά συ θα βιάζεσαι…

 

            ― Όχι, δε βιάζομαι, σας είπα.

 

            ― Σηκώθηκαν Τούρκοι και Έλληνες και τον έστειλαν από κει πούρθε.

 

            ― Εξαιτίας που έριξε την κολώνα;

 

            ― Μαζί με την κολώνα που έριξε, έτυχε και ήρθε και πανούκλα στον τόπο (θανατικό την έλεγαν τότε), και ο κόσμος πίστεψε πως η πανούκλα βρισκότανε κάτω απ΄ την κολώνα κι αφού ξέφυγε, ρίχτηκε ναν τους θανατώσει. Στα 1759 λοιπόν έγινε το συντριβάνι, κτίστηκε και το τζαμί, δηλαδή εδώ και 163 χρόνια.

 

            ― Ώστε δεν είναι αρχαίο το τζαμί.

 

            ― Δεν είναι αρχαίο και η τέχνη του δεν είναι Ελληνική, είναι όμως παλαιό.

 

            ― Τότε καλά μας είπ΄ ο δάσκαλος πως πρέπει ναν το ρίξουνε.

 

            ― Σε ποια τάξη είσαι;

 

            ― Στο Σχολαρχείο.

 

            ― Άκουσε λοιπόν παιδί μου. Όταν μια Ελληνική τέχνη σκεπάζει την άλλη, και μαζί με την τέχνη μια ιστορία σκεπάζει την άλλη, δίκιο είναι να διατηρούμε το μνημείο της πιο καλής τέχμης ή της πιο δοξασμένης ιστορίας. Για τούτο δε χαλούν ποτέ ένα μνημείο των καλών χρόνων της Ελλάδος, για να λευθερώσουν ένα πιο αρχαίο, που έτυχε να είναι από κάτω, ούτε για να σκάψουν να ιδούν αν βρίσκεται χωμένο κανένα τέτοιο. Ούτε πάλι διατηρούν ένα Ελληνικό κτίριο που έγινε υστερότερα απάνω σε ένα πιο αρχαίο, που έχει μεγαλύτερη σημασία. Το ίδιο κάνουν και σε χειρόγραφο, που έτυχε να είναι γραμμένο, σα να πούμε ένα προσευχητάριο και από κάτω βρίσκουν πως είναι μια αρχαία τραγωδία, την οποία είχαν ξύσει, για να μη μπερδεύονται τα γράμματα του προσευχηταρίου. Όταν πάλι ένα μνημείο ξένης τέχνης και ιστορίας – αν και η ξένη αυτή ιστορία θα σχετίζεται κάπως με τη δική μας ― σκεπάζει ένα Ελληνικό, που σαν Ελληνικό θα είναι και καλύτερο, δίκιο είναι να χαλαστεί τότες το ξένο, και να λευθερωθεί το Ελληνικό· αφού όμως πρώτα αυτό που καταδικάζεται σε θάνατο, μελετηθεί καλά και ζωγραφηθεί με ακρίβεια και λεπτομέρεια, για να μην την πάθουν σαν τον Πύργο των Προπυλαίων της Ακροπόλεως, πο, αφού καλά-καλά τον εγκρέμισαν πρώτα, τώρα φιλονικούν τι να ήτον!… Εκείνον όμως τον πύργο έπρεπε να τον ρίξουν μια μέρα, αν και είχε πολλή και τραγική ιστορία, ενώ το τζαμί αυτό, που είναι σα χελιδονοφωλιά τοποθετημένο στο τέλος του αρχαίου κτιρίου του Αδριανού, που είναι όλο με δική του πέτρα κτισμένο, ξέρεις τι έχει από κάτω του;… νερό… το νερό που βγαίνει στην Αγία Τριάδα…

 

            ― Τότες άδικο είχε ο δάσκαλος που μας είπε ναν το ρίξουμε… Μα που είναι «βαρβάρων χρόνων τρισβάρβαρον ίδρυμα…»;

 

            ― Κάθε φυλή, παιδί μου, έχει και την τέχνη της. Είσαι μικρός ακόμα για να μελετήσεις και να μάθεις πώς δημιουργούνται οι διάφορες τέχνες, και αν μια οποιαδήποτε τέχνη, μπορεί να ονομασθεί βάρβαρη. Βάρβαρον είναι κάθε άτεχνο πράγμα που δεν στηρίζεται σε καμμιάς φυλής γούστο. Το νέο καμπαρναριό π.χ. στο Μοναστηράκι εδώ, είναι έργον βάρβαρον και άρνησις κάθε τέχνης, το δε καμπαναριό της Ρωσσικής εκκλησίας, αυτό είναι δα που είναι το «τρισβάρβαρον ίδρυμα» του δασκάλου σου. Μια μέρα θα μάθεις αν, το κάτω-κάτω, η Αραβική τέχνη ημπορεί να ονομασθεί βάρβαρη, αν μια τέχνη ξένη σου τύχει να έλθει σε άλλον τόπο δεν παθαίνει μεταβολάς από την επίδραση του ξένου τόπου ― βλέπεις τι ελαφρό που είναι το τζαμί; ― και τι σημασία έχουν τέτοιες μεταβολές· ότι ένα κτίριο, που για την αρχιτεκτονική δεν λέει πολλά πράματα, ημπορεί να πει πάρα πολλά για τη ζωγραφική ή για την κοσμηματογραφία. Θα μάθεις μια μέρα, ότι βάρβαρος δεν είναι εκείνος που στέκεται πιο ψηλά από την φυλή του και με γραμμές, με χρώματα, με ήχους, με λέξεις συγκεντρώνει, συνδυάζει, εξυψώνει, εξιδανικεύει, όπως λέμε οι πιο μεγάλοι από σένα, και ύστερα εξωτερικεύει τις καλλιτεχνικές αντιλήψεις της φυλής του· βάρβαρος είναι εκείνος που προκαλεί την διαμαρτύρησιν, που γεννά την αηδίαν με το να κάνει ό,τι του έλθει στο κεφάλι· βάρβαρος είναι ακόμη, όποιος δεν γνωρίζει την ιστορία του τόπου του, όποιος μιλεί και δίνει γνώμη για όλα τα πράγματα, και μάλιστα για κείνα που δεν ξέρει, δεν νοιώθει, δεν αγαπά. Μια μέρα θα μάθεις ότι υπάρχει και κάτι που λέγεται Ιστορία της Τέχνης· ότι τα αντικείμενα της Ιστορίας της Τέχνης τα κλείνουν στα Μουσεία, και ότι ένα παλιό κτίριο, που δεν μπορεί βέβαια να μπει σε Μουσείο, το αφήνουν στη θέση του· επομέως, ότι κάτι που μπορεί να μην είναι σπουδαίο πράγμα για την τέχνη, μπορεί να είναι πολύ σπουδαίο για την ιστορία της τέχνης· και ότι εκείνος που καταστρέφει έργον τέχνης ή έργον της ιστορίας της τέχνης είναι εξ ίσου βάρβαρος· το κρήμνισμα π.χ. της Παναγίας (της Παντανάσσης), που ήτον ίσα με προχθές ζωγραφισμένη μέσα στη χιβάδα από πάνω απ΄ την πόρτα της εκκλησίας στο Μοναστηράκι, είναι ― για να μιλήσουμε μόνο για τα κοντινά μας ― βαρβαρισμός και ασέβεια. Αλλ΄ αυτά όλα, που σου είπα πως θα μάθεις σαν μεγαλώσεις και πολλά άλλα σχετικά, ξέρεις πώς τα λένε στον τόπο μας;

 

            ― Πώς τα λένε;

 

            ― Ψύλλους στ΄ άχυρα.

 

            ― Μπα!…

 

            ― Ένα πράγμα όμως νομίζω πως μπορείς να το καταλάβεις και από τώρα. Μαζί με το παλιό μνημείο ενός τόπου ζη και παλιώνει και η ιστορία του τόπου αυτού. Στην Αθήνα μάλιστα και οι πέτρες ακόμη έχουν ιστορία. Άκου τώρα να σου πω και κάτι άλλο για το τζαμί. Εκεί μέσα, παιδί μου, κατοικούν δύο ψυχές Ελληνικές. Μια παλαιά, ενός ραγιά, που πονεί ακόμη για τη σκλαβιά που τράβηξε, και μια νέα, ενός Αγωνιστού του 21, που αναγαλλιάζεται· γιατί, καθώς είπεν ένας μεγάλος φίλος της τωρινής πατρίδος μας, εις τας Αθήνας σήμερα το Τούρκικο κτίριο είναι «τρόπαιον Ελληνικής νίκης». Αλλά και η αρχαία Ελληνική ψυχή, που κατοικεί στο διπλανό κτίριο του Αδριανού, ήτον μια φορά και αυτή παλαιά, όπως και η παλαιά του ραγιά θα γίνει αρχαία, και η νέα του Αγωνιστού θα γίνει μια μέρα πρώτα παλαιά και ύστερα αρχαία. Δεν είναι λοιπόν κρίμα κάτω από ένα τόσο παλαιό κτίριο να τηγανίζουν σκοτάκια;…

 

            ― Αλήθεια κρίμα είναι.

           

            ― Σ΄ αρέσει λοιπόν τώρα το τζαμί;

 

            ― Πολύ μ΄ αρέσει. Ήθελα ν΄ ακούσω όμως και την ιστορία της μαρμαρόπετρας.

 

            ― Ζη ο παππούς σου;

 

            ― Μάλιστα ζη.

 

            ― Σου μίλησε καμμιά φορά για τον πατέρα του;

 

            ― Ακού εκεί! συχνά μας λέει για τον πατέρα του, μαζί με παλιές ιστορίες του πολέμου και άλλες.

 

            ― Επειδή λοιπόν έχεις παππού ― είναι μερικοί που δεν εφρόντισαν να μάθουν ούτε πώς τον έλεγαν και προ πάντων για τη γιαγιά τους από ποιο σόι ήτον ― και έχεις ακουστά απ΄ τον παππού σου αυτόν και για τον πρόπαππό σου, γι΄ αυτό σου αρέσει και ο μουχλιασμένος τοίχος. Ιστορία είναι, παιδί μου, αυτή η μούχλα, που πρασινίζει το φθινόπωρο και χυρσώνεται το καλοκαίρι.

 

            ― Πριν να μουχλιάσει η πέτρα, Έλληνες δεν καθόντουσαν σ΄ αυτόν τον τόπο;

           

            ― Βέβαια.

 

            ― Αθηναίοι;

           

            ― Καλά το λες.

 

            ― Και σαν εμούχλιασε, πάλι Έλληνες και Αθηναίοι ήσαν εδώ;

 

            ― Έλληνες και Αθηναίοι, μα μονάχα για το σπίτι τους.

 

            ― Τι θέλετε να πείτε μ΄ αυτό;

 

            ― Η Ελλάς, παιδί μου, άμα πήραν οι Τούρκοι την Πόλη, κομματιάστηκε ― αφήνω μερικά Ελληνικά μέρη, όπως και η Αθήνα, που κομματιάστηκαν και από τότε που πήραν την Πόλη και οι Φράγκοι· ― κάθε κομμάτι λοιπόν, που ήτον πόλις ή χωριό ή νησί, προσπαθούσε να κρύψει τη δική του την Ελλάδα, το κομμάτι του, και όχι ολόκληρο το κομμάτι, αλλά το έκαμαν κομματάκια-κομματάκια και έκρυψαν κάθε ένας από ένα κομματάκι στο σπίτι του, ως να έλθει η ώρα να ενωθούν όλα τα κομματάκια και να γίνει πάλι το Έθνος ενωμένο και ολόκληρο· απαράλλακτα, όπως γίνεται μια εικόνα από ψηφιά. Όπως όλοι λοιπόν, έτσι έκαμαν και όσοι κατοικούσαν στην πόλη των Αθηνών. Για να προφυλάξουν μάλιστα το κομματάκι τους το είχαν τυλιγμένο καλά και όμορφα μέσα σε προλήψεις, σε έθιμα, σε παραδόσεις, σε θρύλους, σε παραμύθια, σε τραγούδια, σε παροιμίες… Καταλαβαίνεις τώρα πόσο πρέπει να προσέχει κάθε ένας το κομματάκι του, για να το παραδώσει μια μέρα ακέραιο, άφθαρτο και καθαρό; γιατί αλλιώς δε θα γίνει ποτέ η εικόνα, όπως τη θέλουμε… Αλλά φθάνει πια… Αν σας πει λοιπόν άλλη φορά ο δάσκαλος πως το τζαμί πρέπει να γκρεμισθεί, γιατί είναι «βαρβάρων χρόνων τρισβάρβαρον ίδρυμα» ναν του πεις…

 

            ― Πως δεν ξέρει!…

 

            ― Όχι έτσι πάλι· αυτό δεν πρέπει εσύ ναν του το πεις· αλλά να σηκωθείς από τη θέση σου, να σταθείς σα στρατιώτης με πειθαρχία, να κάμεις το σχήμα ― πρόσεξε καλά τα δακτυλάκια σου ― και να του πεις, όχι με άγρια φωνή, αλλά αργά-αργά και τραγανά, πως δεν πρέπει να γκρεμισθεί το τζαμί, γιατί είναι : «τρόπαιον της Ελληνικής νίκης!» Πήγαινε τώρα με την ευχή μου!

           

 

Δημ.Γρ. Καμπούρογλου : Αι παλαιαί Αθήναι, Αθήναι 1922, σ. 14-19

ανατύπωση εκδόσεις Καραβία 1990.