Κισσός και Μυρτιά

του Δημητρίου Γρ. Καμπούρογλου

 

 

[Η μυρτιά και ο κισσός μέσα σε μια ρεματιά τα λένε.]

 

            Μυρτιά. Δεν πηγαίνεις καημένε λίγο παρακάτω; με στενοχωρείς. Δεν φτάνει που μ΄ έχεις τριγυρισμένην, μα να προχωρούν τα κλαριά σου και μέσα στους κόλπους μου! Έπειτα το κάτω-κάτω, τι γυρεύεις εδώ; Πήγαινε στας Αχαρνάς. Από κει κατάγεσαι. Εκεί έχεις πέραση· αφού και στον Διόνυσον έχουν δώσει τ΄ όνομά σου.

 

            Κισσός. Τι Αχαρνάς και ξεαχαρνάς μου κοπανάς τόσην ώρα; Όπου κυριαρχεί ο Βάκχος εκεί βρίσκομαι κ΄ εγώ. Κοσμοπολίτης με άλλα λόγια.

 

            ― Και το κακόν είναι, πως είσαι και κορακοζώητος.

 

            ― Σαν κ΄ εσένα! που το άνθος σου δεν αντέχει στο παραμικρότερον φύσημα της αύρας και πολλές φορές σε παρασύρουν οι χείμαρροι και ολόκληρην! Ας κοπιάσουν αν μπορούν να ξεριζώσουν κ΄ εμένα!...

 

            ― Πώς να σε ξεριζώσουν που είσαι πάντα σκαρφαλωμένος κάπου!

 

            ― Όχι, κορόιδο είμαι.

 

            ― Ναι, αλλά μαζί με μένα, καθώς είσαι μπλεγμένος, στα βάθη της ρεματιάς, καμμιάν ώρα θα την πάθεις.

 

            ― Τι ωραίος και μυροβόλος θα είναι ο θάνατός μου κοντά σου!...

 

            ― Άφησε καημένε τους αιωνίους λυρισμούς! Δεν με γελάς. Βλέπω τας τάσεις σου... Ενώ είσαι μαζί μου και κάνεις τον αφωσιωμένον, αγάλια-αγάλια, κάτω από την χλόη, με τρόπον, απομακρύνεσαι... Χωρίς άλλο έχεις στον νου σου να ζητήσεις ασφάλειαν και παντοτεινήν διαμονήν απάνω στον γείτονά μας, τον γερο-πλάτανον.

 

            ― Τι να κάμω!... Δεν είσαι μονάχα υποψιάρα και άστατη, είσαι και «μη μου άπτου».

 

            ― Όπως όλα τα ωραία και ευγενικά πράγματα στον κόσμον. Για να είμαι ωραία κ΄ ευγενικιά με κρατεί και η Χάρις στο χέρι της. Εγώ! είμαι της Αφροδίτης το αγαπητόν λουλούδι. Τα δικά μου τα μύρτα, τα άσπρα και μαύρα, τα κόβει στα δύο με τα ωραία της δοντάκια η Νύμφη της ρεματιάς μας και μοσχοβολά. Ενώ τα δικά σου τα τσαμπιά κανένας δεν τα εκτιμά. Μοναχά τα κοτσίφια.

 

            ― Έτσι λες τους ωραίους μου κορύμβους, την αγάπην του Βάκχου;!... Έπειτα τι μιλείς για τους κορύμβους μου; ― δεν θυμάμαι πώς μου τους είπες ― ολόκληρος εγώ, με τα κλαριά μου, δίνω τόσην ευμορφιά στο κεφάλι του εφήβου, όταν τον στεφανώνω!....

 

            ― Δεν είδα ούτε να σε πουλεί πια ούτε να σ΄ αγοράζει κανείς...

 

            ― Αμ΄ εσένα που είχες άλλοτε ξεχωριστό μέρος στην αγορά και τώρα σε θυμούνται μονάχα για να στολίσουν τις πόρτες των εκκλησιών και των σχολείων! Λιβάνι και μούχλα σε περιμένει. Πάνε οι καλοί σου οι χρόνοι που κρυβότανε πίσω σου η Φαίδρα για να κρυφοκυττάζει τον ωραίον Ιππόλυτον!...

 

            ― Την μυρτιά τουλάχιστον κάπου την χρησιμοποιούν, αλλά τον κισσό δεν βλέπω πια ούτε ένας μεθυσμένος να τον φορεί! τι φυτόν του Βάκχου είσαι;

 

            ― Και μήπως φορούν και τους βλαστούς των κλημάτων; Δεν στολίζονται πια οι άνθρωποι σαν διασκεδάζουν, και πίνουν μόνον δια να μαλώνουν. Αλλά με το να μη με φορούν δεν θα πει πως έπαψα να είμαι και του Βάκχου σύμβολον! Εσύ που είσαι, όπως λες, το άνθος της Αφροδίτης, σε φορεί πια καμμιά... να μην την πούμε;

 

            ― Και τι με μέλει; Δεν ρωτάς, καταδέχομαι κιόλας, αφού μια φορά είχα την τύχην να ενώσω τ΄ όνομά μου με την Αφροδίτην; Όλοι την υπηρετείτε. Και αυτός ακόμα ο θεός σου διευκολύνει με το κρασί του τας υποθέσεις της. Είμαι το λουλούδι της ευμορφιάς. Μ΄ αρκεί αυτό!

 

            ― Ναι, μα έκρυψες στα κλαδιά σου και εγχειρίδια...

 

            ― Δεν έπρεπε να μου θυμίζεις πράγματα που με λυπούν. Έπρεπε να με σέβεσαι, αν όχι δια τίποτε άλλο, τουλάχιστον δια το περίφημον μυρτόκρασον που σας κατασκευάζω. Ως και στο σώμα μου δέχομαι φύτρα αμπέλου δια να γίνουν τα περίφημα μυρτοστάφυλα. Είμαι ευλογημένον φυτόν. Χαρά στην τριανταφυλλιά που θα φυτρώσει δίπλα μου... Ακόμη και σαν με καίνε, ο καπνός μου γιατρεύει!...

 

            ― Κουραφέξαλα! το κρασί του θεού μου, μόνο το κρασί γιατρεύει κάθε πόνο...

 

            ― Μα επιτέλους τραβήξου παρακάτω! Εσύ δεν αγαπάς εμένα, αγαπάς τις κληματαριές. Πήγαινε λοιπόν στον Κολωνόν να σε τσιμπούν και τ΄ αηδόνια.

 

            ― Και τι φταίω εγώ! Έτσι το ήθελε η Γη. Το γνωρίζεις πολύ καλά. κατάγομαι απ΄ τον ωραίον χορευτήν των Διονυσίων· εκρημνίσθη εκεί που εχόρευε και εσκοτώθη, και η Γη ανεβλάστησε τότε τον κισσόν, αυτός δε, το πρώτον φυτόν που ηύρε δίπλα του να σκαρφαλώσει, ήτον ένα κλήμα.

 

            ― Από τέτοια παραμύθια άλλο τίποτε. Όλα τα δένδρα και όλα τα φυτά τέτοια διηγούνται. Μόνον ο δικός μου θρύλος έχει αξίαν. Ήμουν η ωραιοτέρα από τας κόρας και αθλητικωτέρα από τους νέους όλους. Μ΄ εφθόνησαν και με σκότωσαν, και η Αθηνά που με αγαπά και αυτή, σαν την ελιά της...

 

            ― Αμή δε;...

 

            ― Δε σου το τελειώνω κ΄ εγώ!...

 

            ― Εγώ όμως σε αποστομώνω. Ξέρεις τι θα πει Σοφοκλής;

 

            ― Λες δα να μην τον ξέρω;

 

            ― Μπορεί· μα το άλλο δεν το ξέρεις; ότι ο θεός μου, ο Διόνυσος...

 

            ― Βάκχον πες τον.

           

            ― Όπως να τον πεις ο ίδιος είναι. Αυτός λοιπόν, προσωπικώς! ενεφανίσθη εις τους κατέχοντας την Δεκέλειαν Λακεδαιμονίους, και τους επρόσταξε ν΄ αφήσουν να ταφεί ο Σοφοκλής εις τους τάφους των προγόνων του!...

 

            ― Καλά, μα εσύ τι ανακατεύεσαι εις την υπόθεσιν αυτήν;

 

            ― Είναι το καύχημά μου, ότι εγώ στολίζω τον τάφον του Σοφοκλέους. Κάνεις πως δεν γνωρίζεις τάχα το ωραίον μου επίγραμμα;

 

            Ηρέμ΄ υπέρ τύμβοιο Σοφοκλέος, ηρέμα, κισσέ,

            ερπύζοις, χλοερούς εκπροχέων πλοκάμους...

           

            ― Σώπα, σώπα και τραβήξου... σώπα, γιατί ακούω από μακριά κάτι...

 

            ― Δεν είναι τίποτε· θύελλα έρχεται. Ίσως και νεροποντή...

 

            ― Και το λες με τόσην απάθειαν!... Άκου, άκου... έφθασε κιόλας. Φοβάμαι!... Σφίξε με...-

 

 

Δημ.Γρ. Καμπούρογλου : Ο αναδρομάρης της Αττικής, Αθήναι 1920, σ. 77-80

ανατύπωση με την προσθήκη φωτογραφιών και ευρετηρίου, εκδόσεις Καραβία 1996.