ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ
Ο ΤΑΦΟΣ ΤΟΥ ΑΒΑ ΑΜΟΥΝ

Στο μεγάλο ζωγράφο Σ. ΠΑΠΑΛΟΥΚΑ

V παραμερίσεις κανένα απ’ τα διψασμένα χαμόδεντρα που ’ναι ένα γύρω, θα σ’ αρπάξει απ’ το μούτρο μια λόχη που θα πηδήξει από κάτου, ανακατεμένη με τη σκόνη.
Είναι πρωί ακόμα, ο ήλιος δεν ανέβηκε καλά καλά δυο οργιές απάνου απ’ τη μελανή καράφλα του Χωρήβ, μα τα μαλυβοχώματα άρχισαν κιόλας ν’ αχνίζουν. Κοιτάζεις στη ρίζα του χαμόδεντρου και βλέπεις ένα σωρό ροκανίδια, κατιτί σαν αλεσμένο σκούρο πίτουρο· είναι οι τριμμένες ρίζες κι ένα σωρό θηκάρια από ψόφια μαμούδια, απαράλλαχτα με τσόφλια κανενός σπόρου, κανενός μικρού καρπού. Ανάμεσα σ’ αυτά βρίσκουνται κι οι τριξαλίδες που αφουγκραζότανε τις νύχτες στην προσευχή του το κοφτερό αυτί του αβά. Αυτές οι τριξαλίδες, αυτά τα ζούζουλα, θαν αναστηθούν στην ανάσταση των νεκρών - κοίταξέ τα, κι ύστερα άσε το σκονισμένο πρινάρι να πλαγιάσει ξανά απάνω τους...
Οδοιπόρε μου, εδώ δεν μπορεί να σ’ έφερε καμιά δίψα χρυσαφιού, είτε εμπόριο, είτε ελπίδα να λάβεις ειδήσεις για χαμένους φίλους. Όσο για έρωτα γυναίκας - α, αυτός αγαπά τα μαλακά κρεβάτια και τα πράσινα δέντρα, ανάμεσα στα οποία τρέχουν ήμερα και δροσερά νερά... Εδώ όμως, κοίταξε! Αυτά τα καβουρντισμένα χώματα, τούτες οι πέτρες που κείτουνται απάνου στα βουνά σαν άγρια σίδερα, κάνουν τη σάρκα σου να φοβάται. Το μυαλό σου καπνίζει σαν το ξερό καμίνι που φαίνεται πέρα, απάνου στα χαμηλοβούνια του Εχάν.
Εδώ είναι μέρες που ο λύκος παραπατά ζαλισμένος με διπλωμένα πισινά, ακουμπά απάνου στη ζεματιστή πέτρα και τα σάλια του τρέχουν κάνοντας κόρδα απ’ τη δίψα, η ανασαμιά του τον κουνάει σύσσωμο. Τη νύχτα δεν μπόρεσε ν’ αρπάξει πρόβατο, γιατί η μασέλα του είναι κλειδωμένη· σαλτάριζε ώρες ολάκερες μέσα στο σκοτάδι, το έκλωσε σαν σιφούνι, μα το στόμα του το κλείδωσε ο Θεός... Αυτό συλλογιέται - κι ακουμπά αυτήν τη στιγμή απάνου στο λιθάρι, πίσω απ’ το μαντρί, κι είναι η καρδιά του γιομάτη παράπονο. Αποκοιμιέται εκεί, ξεχνώντας τα μικρά λυκούδια του — πώς μπορείς λοιπόν εσύ να συλλογιστείς τον έρωτα;
Το βουνό είναι μια μολυβένια πυρωμένη μάζα. Μυριάδες βράχια και πέτρες κείτουνται απάνω του... Να! Το όρνιο κρέμεται από πάνω μου με σφιγμένα νύχια...
Η πνοή του θανάτου απλώνει ως πέρα στον ορίζοντα...
… … … … …
Κάθουμαι απάνου στον τάφο του αβά Αμούν, στη μέση αυτηνής της ερημιάς. Η πλάκα τρίβεται στις γωνιές και βγάζει μια τέτοια λάβρα, που θα μου ’καιγε τα ρούχα αν δεν κρέμαζε από πάνου τα δυο ψόφια κλωνιά του ένα ψωρόδεντρο, μια χουρμαδιά οχτακόσω χρονώ. Ο ίσκιος της τρέχει απάνου στο χώμα, ένας ίσκιος μαβής, σαν να ’ναι κανένα δροσερό ρέμα που αναβρύζει απ’ τη ρίζα της.
Φωνάζω δυο τρεις φορές τ’ όνομα του αβά. Καμιά απόκριση... Περνά λίγο και ξαναφωνάζω... Ακούγω να χαρχαλεύει κάτι μέσα στο μνήμα. Βάζω το μάτι μου σε μια τρύπα και κοιτάζω μέσα στο σκοτάδι... Τίποτα!
Στις τριάντα ή σαράντα φορές που τον έκραξα, τ’ αυτί μου έπιασε αυτά τα λόγια:
«Έμέν ελελίμ σούκουφ άαρακ χας.»
Η χαρά μου στάθηκε μεγάλη. Η ψυχή μου ξεδίψασε, και ξάπλωσα στο χώμα, βάζοντας το κορμί μου στο μάκρος μέσα στο στενόν ίσκιο του ενούς απ’ τα δυο κλαδιά της χουρμαδιάς...
Τέσσερα πέντε μικρά κατάμαυρα δέντρα στέκουνται στη σειρά απάνου σ’ ένα βουνό. Στον ίσκιο ενούς απ’ αυτά τα δέντρα είναι ξαπλωμένος ένας άνθρωπος. Αν σιμώσεις, θα δεις πως κοιμάται με το κεφάλι ακουμπισμένο απάνου σ’ ένα μεγάλο κάτασπρο σαρίκι, και πως ρουχαλίζει μ’ ανοιχτό στόμα...
Γύρω, ως πέρα στον μπάσον ορίζοντα, δε σαλεύει τίποτα. Πνοή. Μια τρομαχτική νέκρα πλακώνει το καθετί· χώματα, πέτρες, δέντρα, ζωντόβολα, όλα είναι πνιγμένα μέσα σ’ ένα θολόν ύπνο.
Ως που φτάνει το μάτι, δε βλέπει κανένας άλλο από χαμηλά βουνά που κείτουνται το ’να πίσ’ απ’ τ’ άλλο, φουσκωμένα σαν να ’ναι θόλοι που σκεπάζουνε υπόγειες κατοικίες. Τίποτ’ άλλο...
Από πάνω ο ουρανός στέκει έρημος, κατάξερος, όμοιος με πετσί τεζαρισμένο απάνου σε τούμπανο. Μονάχα σ’ ένα σημάδι ανεβαίνει ένα ψιλό φιτίλι καπνός. Τίποτ’ άλλο. Ούτε ζωύφιο ούτε μύγα. Πουθενά! Πουθενά! Το μάτι, και μαζί κι η ψυχή του ανθρώπου, μάταια ψάχνει να βρει κάτι για να μερέψει. Αργοσαλεύει εδώ κι εκεί, ώσπου πάει και πέφτει αφιονισμένο κάτου από μια συκιά, που ’ναι κάτασπρη απ’ τη σκόνη, ή τρυπώνει φοβισμένο σ’ ένα χουνί, στην καρδιά μιας αραποσυκιάς, που φωλιάζει μια φούχτα ίσκιος... Εκεί τρυπώνει, κι ένα γύρω βουίζει, λες, η φλόγα αχνίζοντας απ’ τη γη, θολώνει τον ουρανό μια κατάξερη στάχτη που πέφτει και στουπώνει τα ρουθούνια... Η ψυχή παραπατά και πάει και κουρνιάζει εκεί μέσα...
Μια διαπεραστική μυρουδιά από καμένα αγκάθια, μια βρώμα από τριμμένη μπαρουτόπετρα...
Ο ουρανός είναι γιομάτος λόχες που κλώθουν. Χαμηλά, στις ρίζες των βουνών, φαίνουνται γκρεμισμένα χώματα. Μέσα στις χαράδρες μαυρίζουν πού και πού μικρές γούβες γιομάτες ίσκιο. Εκεί μέσα, ένα σωρό θυμωμένες τσουκνίδες χύνουν μιαν ανυπόφορη σπιρτάδα, δαγκώνουνται συναμεταξύ τους σαν διψασμένες όχεντρες. Εδώ κι εκεί στέκουνται σωροί σωροί τα λιθάρια του ξεροπόταμου. Και σε μια κρυμμένη μεριά κείτουνται τα κόκαλα κι η κομματιασμένη προβιά κανενός γαϊδάρου η καμιάς καμήλας, κι η βρόμα ώρες ώρες έρχεται ως εδώ που κάθουμαι.
Σιωπή!
Μονάχα δυο χελώνες σαλεύουν μυστηριωδώς, καβαλικεύουνται σύρριζα σε μιαν αγάβη - τα κατάξερα καβούκια τους τσουγκρίζουν σαν καύκαλα...
… … … … … …
Περνούν δυο ώρες απάνου κάτου... Η ίδια ακινησία! Νέκρα, νέκρα, νέκρα!... Πας να τρελαθείς...
… … … … … …
Άξαφνα φανερώνεται με μιας απάνου απ’ την αποκοιμισμένη κορφή του Μαλέκ ένα στρογγυλό, ένα άσπρο σύννεφο... Δε σηκώθηκε σιγά σιγά πίσω απ’ τα βουνά, παρά φάνηκε μονομιάς στη θέση που το ’δα, ψηλά μέσα στον ουρανό· σιμώνοντας προς το μέρος που κάθουμαι, έσκισε τη θολούρα του αγέρα εκεί κάτου και μπήκε μέσα στο γύρο του ματιού μου. Γι’ αυτό, στην αρχή είναι αχνό και, στιγμή με στιγμή, όλο και ξεκαθαρίζει, όλο και φουσκώνει, σαν ένα πελώριο τόπι μπαμπάκι... Στο μεταξύ ξεφυτρώνουν πίσω του άλλα συννεφάκια, μικρά μικρά σαν φούσκες.. .
Με μιας, μια χαρούμενη πνοή πέφτει μέσα σ’ αυτήν την κοιλάδα του θανάτου. Πίσω από κείνην τη γωνιά τ’ ουρανού βρίσκεται, λες, μια μυστηριώδης φλέβα, απ’ την οποία χύνεται απαλά ένα ρέμα ζωής και χαράς, απλώνει απάνου στο καθετί και το δροσίζει. Το αφιόνι σκορπά. Το κάθε πράμα βγαίνει σιγά σιγά απ’ τη λιποθυμιά του...
Μα η λάβρα δεν έσβησε ολότελα την άψη της· μονάχα μια ελπίδα ανάστασης σαλεύει μέσα στα πλάσματα...
… … … … … …
Επιστροφή
στη Βασάντα του Φώτη Κόντογλου