ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ

 

ΩΣΑΝΝΑ!

 


(Αποσπάσματα)

 

I

ΣΤΟ ΝΗΣΙ ΜΟΥ, ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΑ ΠΛΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Αφιερώνεται στο Β. ΔΑΣΚΑΛΑΚΗ

 

ο μυαλό μου είναι πανταχού παρόν. Λογιών λογιών ιδέες. Μέρα και νύχτα. Είναι ιδέες που περνούν απ’ το κεφάλι του ανθρώπου κάθε εκατό χρόνια - άλλες κάθε διακόσα κι άλλες κάθε χίλια χρόνια. Είναι κι άλλες που περνούν για πρώτη και τελευταία φορά. Μάλιστα! Για πρώτη και για τελευταία! Τότες καταλαβαίνει κανένας πως ανοίγουνε οι ραφές του κεφαλιού του και πως πηδά ένα πράσινο παγωμένο φως από μέσα.. .

Μια μονάχη καν μέρα δεν περνά, δίχως, να μου φέρει καινούργια ευτυχία. Αν αγαπώ τη ζωή, βρίσκω πως δεν έχω άδικο, γιατί περιμένω με νέα πάντα λαχτάρα το νυμφίο που έρχεται, θαυμάζω πώς γίνεται να ’ναι πάντα καινούργιος ο κόσμος μπροστά μου. Ωστόσο ολοένα περιμένω καινούργιες στιγμές, και είναι ν’ απορέσει κανένας πού βρίσκεται η αιώνια, η αξόδευτη αγάπη μου για τόσα πράματα, κι η άσωστη ευτυχία που μου δίνουν... Περνούν μέρες ολόκληρες, εκατομμύρια καινούργιες στιγμές, που είναι μια άκοφτη σειρά από μυστήρια που πανηγυρίζουν γύρω μου με κινέζικα φαναράκια. Είμαι μέσα σε λουλούδια φερμένα από τόσο μακριά, που ξέρω πως θα πέθαινε η ψυχή μου ως να φτάξει σε κείνο το χαμένο άστρο. Μ’ όλα ταύτα μου μιλούν, και καταλαβαίνω στην εντέλεια τα λόγια τους, σα να ’σκυψα και να τα είδα απ’ το παραθύρι μου....

Αυτή είναι η τελευταία στιγμή στην περασμένη ζωή μου, αλλά η ψυχή μου περνά την τελευταία στιγμή όλου του κόσμου. Κάθε μινούτο καταλαβαίνω πως περνά μέσα μου, σα δοξαριά, ολόκληρη η ζωή της Γης, απ’ τον Τριλοβίτη ως τα τώρα. Μια φλέβα αναβρύζει μέσα μου σα σιντριβάνι..., οι σκέψεις μου είναι κατακάθαρες - λες και δεν είναι γυρίσματα του μυαλού, παρά νότες· είναι νότες· είναι λόγια νέτα, που τ’ ακούγω με τ’ αυτιά μου! ...

Έχω τη συνήθεια να κάνω την προσευχή μου πριν πλαγιάσω - τις περσότερες νύχτες γυρίζω και λέω μέσα μου: Μην και κάνεις τίποτ’ άλλο, μέρα νύχτα, παρά να προσεύχεσαι; Αλήθεια! Ένας αδιάκοπος ύμνος βγαίνει από τ’ αθώο και πρωτομίλητο στοματάκι της κάθε μου στιγμής... Η ζωή μου περνά μέσα σε μια βαθιά ησυχία, που είναι γεμάτη από αρμονία, γεμάτη από έναν ακριβόν αιθέρα αρμονίας. Μυριάδες πράματα, αμέτρητα πράματα· χρώματα που δεν μπορεί να τα ξεχωρίσει το μάτι, μούρμουρα που δεν μπορεί να τα πιάσει τ’ αυτί, μυρουδιές από λουλούδια ξωτικά και άγνωστα, χύνουν την ακατανόητη και μακάρια τούτη αρμονία! ... Μυριάδες πράματα, πράματα μυστηριώδη!... Το στόμα τους, όπως το δικό μου, είναι σφαλιστό - το μάτι τους καλυμμένο...Προσοχή! Μια αναπνοή μπορεί να τα σκορπίσει... Μ’ όλον τούτο έχουνε γιομίσει τον κόσμο χαρά κι ελπίδα.

Πόσες φορές χαμογέλασα, ακούγοντας να λεν πως η ευτυχία περνά γλήγορα!. Η ευτυχία του ενούς και τ’ αλλουνού! Εμένα όμως η ευτυχία μου είναι ένα φρέσκο, ένα παντοτινό κορίτσι· ένα αμάραντο λουλούδι, που το δροσίζει κάθε στιγμή το χέρι του Κυρίου. Η χάρη του κάνει να βλασταίνει η κάθε μου ώρα σαν το ξακουστό ραβδί του Ααρών.

… … … … …

Ο κόσμος είναι πάντα καινούργιος μπροστά μου. Στήνω τ’ αυτί μου σε τούτο το γενναίο και γλυκό χόχλασμα. Η ψυχή μου θρέφεται απ’ την αδιάφορη κι αυστηρή αυτή νότα, που σιγολαλεί κατάντικρυ στα τιποτένια κι ανόητα ανθρώπινα καθέκαστα. Η ζεστή πνοή της πλάσης μού δίνει ελπίδα, κάθε φορά που θα χάσω την εχτίμηση στον εαυτό μου, χάνοντάς την για τους ομοίους μου. Ναι, ναι, γιατρεύουμαι πάντα, και κάθε φορά καταλαβαίνω πως ποτές, ποτές πια, δε θα χάσω τον δρόμο που πάγει στους Εμμαούς και που μου κρατά συντροφιά ο Θεός...

… … … … …

Το κύμα στοιβιάζει τα φύκια κουβάρες στην ακρογιαλιά. Στον πάτο ξεχωρίζει ένα μαγευτικό περιβόλι, με μονοπάτια που ’ναι στρωμένα με σιντέφια. Εκεί ανθίζουν παράξενα φυτά, και μέσα στο καθένα είναι κλεισμένη μια ακατανόητη και ξυπνητή ψυχή, που βλέπει ολοένα γύρω της με χιλιάδες μάτια. Κάτου απ’ τα σκοτεινά φυλλώματα οι ίσκιοι είναι σαν κομμάτια μαύρο βελούδο. Απάνου πάλι στον καθαρόν άμμο σαλεύουν κάτ’ απ’ το νερό μυστηριώδη πράματα.. . Κοίταξε· γλήγοροι ίσκιοι γλιστράνε απάνου στον ήλιο που ’ναι απλωμένος κάτου απ’ τη γάζα του νερού... Αυτά τα βλέπω μπροστά μου, μα πιο πέρα, σε δυο τρεις οργιές νερό, ο Θεός πια μονάχα μπορεί να ξέρει τι γίνεται. Όλα θαμπώνουν μέσα στα βαθιά - εκεί γίνουνται πράματα μυστικά, μυστικά κι αλλόκοτα... Τσιμουδιά!. .. Εδώ η σιωπή μακραίνει τις ώρες· μονάχα το μάτι μελετά την άγνωστη γλώσσα, που δεν την αγροικά τ’ αυτί κανενός απ’ όσα πλάσματα ζουν στη στεριά, και προσέχει τους σπάρους που ανοιγοκλείνουν τα στόματά τους, τραγουδώντας μυστηριώδη πράματα... Ο γερο-Νηρέας κοιμάται δίχως να σαλέψει, γιατί τ’ αυτιά του είναι μουδιασμένα... Ωστόσο καταλαβαίνεις ένα σωρό χαρούμενα γέλια, που ναι πνιμένα μέσα στο βούισμα της σιωπής. Όποιος δεν έχει μάτια, δε ζει εδώ κάτου! Το μεσημέρι εδώ είναι ίδιο με τα μεσάνυχτα, ήσυχο και σοβαρό! Σαν να ’ναι μακριά πικέτα, έτσι μπερδεύουνε οι ξιφίες τις μύτες τους, δίχως ν’ ακουστεί τίποτα· το ίδιο κι οι αστακοί, δίχως βρόντο ταράζουν την πάνοπλη δόξα τους. Η χαρά της ιπποκάμπης είναι βουβή, όπως βοσκά ανάμεσα στ ακίνητα ριπίδια της ανεμώνης... Παντού παραφυλάνε ακοίμητα μάτια... Όπως κρασόχρωμη πέτρα πάνου σε δαχτυλίδι, έτσι μοιάζουν τα μάτια της πέρκας απάνου στ’ ασημένια λέπια.

Τσιμουδιά! Κι ένα φιλί μας θαν έκοβε τον ύπνο του καρχαρία. Για δες τον; Πλαγιάζει πάντα θυμωμένος ανάμεσα στις κόκκινες χειρονομίες του κοραλιού, τριγυρισμένος από περίεργα μάτια, που τα γουρλώνουν χίλια δυο λουλούδια, ενώ το φεγγάρι από κει ψηλά απλώνει τη χλωμή σκέψη του απάνου σ’ αυτό το Βασίλειο της Σιωπής... Εσύ που το διαβάζεις, μην το μουρμουρίξεις, συλλογίσου το μοναχά, δίχως να παίξουν τα χείλια σου: σ’ αυτό το Βασίλειο της Σιωπής!...

… … … … …

Τώρα είμαστε χωμένοι βαθιά - κάτου - μέσα στ’ άπατα νερά της Γιαπωνίας. Ο αγέρας μπορεί να θρηνεί σα σκυλί μέσα στα ξάρτια του καραβιού - όπως, το ίδιο, ο ήλιος μπορεί να ραίνει τη χαρά του απάνου στις μακριές καταπράσινες δεντροστοιχίες στο Φουκοσίμα είτε στο Ναγκάνο... Αυτά όλα μπορεί να γίνουνται στ’ αλήθεια, μα εδώ κάτου εμείς είμαστε στραβοί και κουφοί! Τα μάτια μας είναι γιομάτα απ’ ένα σκοτάδι, που λες και τα σπρώχνει να τα χώσει πιο μέσα στις ματότρυπές τους. Θεέ παντοδύναμε! Ένα σκοτάδι που μας πνίγει σαν ένας πηχτός καπνός, αιώνιος κι ατελείωτος... Μοναχά τα χέρια μας ψάχνουν μέσα σε μια λάσπη, που λες είναι μυστηριώδες πράμα, ένα παμπάλαιο πράμα, που βρίσκεται κει από καταβολής κόσμου, δίχως να το ταράξει ένα καν μαμούδι... Τα χέρια ψάχνουν, κι αν τα δάχτυλα του ενούς τύχει ν’ αγγίξουν απάνου στ’ άλλο σα φριχτά σκουλήκια, ανατριχιάζεις... Όλο λάσπη - νεκρή λάσπη - στραβή, βουβή, κουφή λάσπη!... Για ξανασυλλογίσου το: το Βασίλειο της Σιωπής... Ωστόσο! Αν μπορείς ακόμα να θυμηθείς πως ήσουν άνθρωπος που έβλεπε και άκουγε, μπορείς να σκεφτείς πως σε κάποια μεριά μέσα σε τούτο το έρεβος, που κι ο Θεός δεν ξέρει τη χαμένη αυτή μεριά, κείτουνται, από πολλά χρόνια, ένα σωρό καδένες κι ανθρώπινα κόκαλα. Μπορείς να το φανταστείς: Κείτουνται κει πέρα, χωμένα μέσα στη νεκρή λάσπη. Αν είχες τα μάτια του Θεού, ήθελες δει ν’ ασπρίζουν όξ’ απ’ τη λάσπη μόνο τα παλιά καύκαλα, και την ειρήνη να τα χαϊδεύει αργά αργά με τ’ αχαμνό χέρι της.

 

II

ΤΩΡΑ ΓΥΡΝΩ, ΕΡΗΜΟΣ, ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑ

 

...Τόσες μέρες τώρα, τόσους μήνες, ποιος να πάρει είδηση τι γίνεται μέσα μου; Σπολλάτη, Θεέ μου, δε μου μίλησε κανείς· δεν κατέβηκε σε κανενός το κεφάλι να ταράξει την ευτυχία μου. Ο φόβος όμως αυτός κάνει να τρέμει ολοένα η καρδιά μου. Η ψυχή μου, φοβισμένη, σφηνώνεται, λες, όλο και περσότερο μέσα στο κορμί μου. Ώρες ώρες, μοιάζει σαν μια καραβίδα μέσα στο θολάμι της, σαν μια γουρλομάτα καραβίδα που κοιτάζει όξω, έτοιμη να χωθεί, περιμένοντας καλύτερη ώρα για να χαρεί τον ωραίον αυτόν κόσμο... Animula blandula, pallidula, rigida

Γυρνώ κι εγώ μέσα στους δρόμους μαζί μ’ ένα σωρό ανθρώπους. Σπάνια τυχαίνει να ξέρω πού πάω. Η καρδιά μου είναι μαύρη ανάμεσα σε τούτα τα μαύρα σπίτια· είμαι μέσα σε φυλακή... Οι άνθρωποι ζουλέψανε την ευτυχία μου· πατήσανε το λημέρι μου· σφάξανε τα βόδια μου κόψανε τα βουνά μου. Μου ξεντύσανε τα ρούχα μου· με διώξανε - κι ήρτα στην πολιτεία, γιατί ήμουνα γυμνός, και γιατί τα βουνά και τα νησιά έχουνε ανθρώπους σαν και τούτους της πολιτείας. Με στείλανε εδώ, να βλέπω την κατάντια τους, ν’ ακούγω τις μικράδες τους. Μα εγώ ποτές δε σε ξεχάνω, έρμη μου μαυροβραχιά, που ’σαι χαμένη μέσα στο πέλαγο. Ίσα ίσα, το ό,τι βλέπω ένα γύρω μου με κάνει να σε θρηνώ κάθε μέρα όλο και με πιο καυτερά δάκρυα.

Δε θρηνώ για τη φτώχεια μου, μα γιατί βρίσκουμαι ανάμεσα σε φτωχούς και μικρόλογους. Η ζωή τους περνά σαν του ποντικιού, που δε βλέπει πρόσωπο Θεού. Μα εγώ Το είδα και δεν Το ξεχνώ ποτές, και γι’ αυτό είμαι γιομάτος πάντοτε από όλα τα πλούτη της γης. Θεέ μου, ελέησέ τους· ελέησε αυτουνούς περσότερο από μένα· γιατί εγώ Σε είδα μια φορά· απ’ τα μικρά μου χρόνια Σε γνώρισα για πατέρα μου, μα τούτοι γεννιούνται και πεθαίνουν μακριά απ’ τα έργα Σου κι απ’ τα θάματά Σου. Δεν καταλάβανε πως η φτώχεια δεν είναι η ενόχληση του στομαχιού, το σκληρό κρεβάτι και τα παλιά ρούχα, παρά φυσική μιζέρια της ψυχής.

Κι εδώ ακόμα, μέσα στα μουχλιασμένα τούτα σπίτια, ό,τι βλέπω είναι ευτυχία μου, Μια γάτα περνά ένα χαντάκι, και σαλτάρει απάνου στο πεζοδρόμιο, τινάζοντας το πόδι της που άγγιξε στο νερό. Αυτό το πράμα ξέρω πως δεν το ’δε κανένας άλλος όξω από μένα· για κανέναν δεν έχουνε μια τέτοια σημασία όλα τα τιποτένια καθέκαστα του κόσμου...

Η χαρά! Η χαρά! Η καρδιά μου αρχίζει να κελαηδεί μ’ ένα απερίγραφτο κέφι, σαν πουλί ύστερ’ από κακοκαιριά. Όλο δροσιά! Όλο πρασινάδα! Κάτι αναφτερουγιάζει μέσα μου· μια γλυκιά φωνή, ολόδροση, μια κρουσταλλένια φωνή, που λες κι είναι πίφερο. Αχ, ναι! Ο κόσμος είναι ξεχειλισμένος από ευτυχία, δεν είναι τίποτ’ άλλο από ευτυχία... Θεέ μου! Θεέ μου! Μα εγώ, Θεέ μου, τώρα είμαι αυτός - εγώ, το φτωχό πλάσμα που μέτραγε πριν από λίγο τα φανάρια και κουραζότανε το μυαλό του, που ήτανε έτσι περιφρονημένο, που οι υπηρέτριες τινάζανε από πάνω του τα ρούχα τους σαν περνούσε κάτ’ απ’ τα παραθύρια... Τώρα μπορώ να συλλογιστώ ό,τι συλλογίζεται κι ο Θεός. Τώρα μπορώ να δανείσω ευτυχία σ’ οποίον με πίκρανε. Μπορώ ακόμα να ρωτήξω τι είναι τάχα ο κόσμος!

… … … … …

Ό,τι περάσει απ’ το κεφάλι μου είναι ένα θάμα. Μπορείτε να φανταστείτε ένα κατακόκκινο πουλί που πετά σπαθωτά μέσα σε μια βαθιά λίμνη; Το νερό της λίμνης είναι ένα νερό από χαρά, και το πουλί είμαι γω. Τι κι αν είμαι ορφανός, αφού μπορεί ν’ ακούσει ο καθένας που περνά πλάγι μου πως μέσα μου είναι ένα ορμητικό ανάβρυσμα αρμονίας και χαράς; Όλοι οι άνθρωποι, ένα σωρό μιλιούνια άνθρωποι, δεν υπάρχουν για μένα, είναι το ίδιο σαν να μην υπάρχουν. Τι είναι τάχα πως γι’ αυτουνούς δεν υπάρχω εγώ;... θα μπορούσαν να με κάνουν να νοιώσω πως υπάρχουν, μονάχα αν μπορούσαν να μου δώσουν την ευτυχία μου, ή να την σκοτώσουν. Εμένα όμως την ευτυχία μου μονάχα ο Θεός μπορεί να μου τη στείλει, ή μονάχα Εκείνος μπορεί να ξεγυμνώσει την ψυχή μου απ’ τη στολή της. Ωστόσο, και τότες ακόμα θα σωπάσω, περιμένοντας με στερεή ελπίδα κείνο που δεν είναι δικό μου, παρά Εκεινού.. .

 

III

ΠΑΛΙ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ, ΣΑΝ ΑΣΩΤΟΣ ΓΙΟΣ

 

Είμαι πάλι απάνου στην αμμουδιά. Τα πόδια μου λοιπόν με φέρνουνε πάντα σε σένα; Μητέρα μου! Ύστερ’ από τόσα χρόνια, αφού ξεμάκρυνα από κοντά σου, κι έπεσα σε χίλια κίντυνα, και πέρασα απ’ ένα σωρό μικράδες ανάμεσα στους ανθρώπους, ύστερ’ από τόσα, έρχουμαι πάλι σιμά σου. Η καρδιά μου είναι πεινασμένη από αντρεία και λευτεριά, κι έρχουμαι να σε δω, σαν ένας γιος ξενιτεμένος που πάει να δει τη μάννα του. Μα όλ’ αυτά που λέω είναι μάταια λόγια - κι ίσως η γλώσσα κι ο νους μου μωρολογάνε από τα δάκρυα. Αμάν! Να τι είναι: έρχουμαι κουρασμένος και γερασμένος, και σε βρίσκω πάλι φρέσκια, σε βρίσκω πάλι δροσερή, και πιο δυνατή από κάθε άλλη φορά, λες και τούτην τη στιγμή βγήκες απ’ την άβυσσο του Παντός· μπροστά σε σένα, που ’σαι η αιώνια νιότη κι η παντοτινή δύναμη, στέκουμαι σαν ένα παλιό πράμα, σαν κατιτίς κουρασμένο και που μυρίζει θάνατο. Όσο εγώ παλιώνω και τρίβουμαι, τόσο η δύναμή σου πέφτει απάνου μου και με κάνει ένα τίποτα... Μού φαίνεται πως είμαι ένας βασιλιάς πόχασε την κορόνα του, και περνά μέσα στο σκοτάδι, τυλιμένος σε παλιά ρούχα, για να δει κρυφά κείνον που βασιλεύει στη θέση του δίχως να φοβάται κανέναν αντίμαχο. Χαζεύω μπρος στη βουή σου, που μέσα της λες και μιλούνε όλα τ’ αμέτρητα ζωντανά που βόσκουν μέσα στα νερά σου...

Και όμως, ξέρουμε τα λόγια μας, αγαπημένη μου μανούλα! Η ψυχή μου, γιατί είναι μεγάλη, είτε γιατί η μικράδα του κόσμου την αηδίασε, σ’ εσένα βρίσκει αιώνια ξαλάφρωση. Εσύ την παρηγοράς στους κρυφούς καημούς της; Αχ! Εσύ τη θρέφεις, κι ολοένα εσένα ζητά, γιατί, κάθε φορά που θα την καταδεχτεί η βαθιά φωνή σου, όλο και πιο άγρια θρέφεις την περιφρόνηση μέσα της για ό,τι είναι ανάξιο της φροντίδας της.

Αιώνια σπλάχνα! Από μέσα σας γεννιέται χωρίς τέλος ό,τι η χαμένη μας λαλιά δεν μπορεί να προσδιορίσει. Τι είμαι γω τάχα; Τελώνιο; Ή κατιτίς οπού μια φορά ήτανε δικό σας, όμοιο σας;

Ξέρω πως έχω ζήσει εκατομμύρια αιώνες! Μην τάχα ο άνθρωπος είναι ένας ξαναμωραμένος Θεός; Και όμως, τίποτα δεν μπορώ να βρω αναμεταξύ μας — ανάμεσα σε μένα και στους ανθρώπους. Οι σκέψεις τους δεν αξίζουν περσότερο απ’ την περιφρόνηση, και δε θέλω να ξέρω τίποτ’ απ’ όσα είναι δικά τους. Κοίτα πώς κάθουνται νυσταγμένοι σιμά στο μυστήριό σου, όπως η γάτα που κοιμάται απάνω στην Άγια Τράπεζα...

Αιώνιο άπειρο! Ατελείωτο χάος! Αν δεν περιμένω πάρεξ να σβήσω, διψασμένος από μια σκληρή δίψα να μάθω τις σφαίρες εκείνες, που με μάγια άλλης λάμψης γυρνούν εκατομμύρια εκατομμυρίων άπειρα μακριά από το τίποτά μου, γιατί τότε να μπορώ να σε νοιώσω ;...

 

 

Επιστροφή στη Βασάντα του Φώτη Κόντογλου

Επιστροφή στα KEIMENΑ ΜΑΖΙ