του Ρήγα Γκόλφη (1886-1958)
συνέχεια δεύτερη από τρεις
Αννούλα.
Δεν ξέρω. Ξέρω μονάχα πως είναι αληθινό αυτό που θα σας πω.
Γιαγιά.
Τι λοιπόν;
Αννούλα
(κοντοστέκεται λίγο, ύστερα σαν ξαφνικά). Να, ο πατέρας είναι κακός, είναι
κακός.
Γιαγιά.
Μπα παιδάκι μου καλό να σούρθει, τι είν΄ αυτά που λες για τον πατέρα σου!
Αννούλα.
Ναι, είναι κακός, είναι κακός. Μπροστά του αιστάνουμαι
τον εαυτό μου τιποτένιο, εκείνη η ματιά του, όταν με βλέπει τόσο άγρια τις
στιγμές που του μιλώ με κάνει να χάνω τα λόγια μου. Εγώ, γιαγιά μου, το ξέρεις,
τόσες φορές σου τόχω πει, θέλω να είμαι λεύτερη,
πάντα λεύτερη. Να παίζω, να τραγουδώ, να λέω τα λόγια μου πάντα ανοιχτά. Μα ο
πατέρας είναι εδώ, μια πίεση φοβερή, μια εξουσία, ένα μάτι που μου κόβει τη
χαρά, που μου στερεί τη ζωή, τον αέρα, που μου φέρνει τη μελαχολία.
Γιαγιά.
Μα δεν ξέρεις, Αννούλα, δεν καταλαβαίνεις πως παιχνίδια τρελλά
και πολλές φωνές δεν ταιριάζουνε σήμερα στο σπίτι μας; Αυτό θα πει πως δεν
έχεις αιστανθεί με τα σωστά σου το κακό που βρήκε το
σπίτι μας με το θάνατο της καημένης σου της μανούλας.
Αννούλα
(σα μετανοημένη). Αλήθεια, γιαγιά μου, έχετε δίκιο. Δεν έπρεπε να παίζω, δεν
έπρεπε να χαίρουμαι. Είμαι μια ανόητη. Δεν το είχα
συλλογιστεί αυτό... Μου φαίνεται πάντα πως είμαι ακόμα στις καλόγριες, που όλη
μέρα άλλο τίποτα δεν έκανα από παιχνίδι. Εκεί, γιαγιά μου, είχα ξεχάσει πια
ολότελα το σπίτι μας. Δε συλλογιζόμουν τίποτα, τίποτα. Τώρα έρχουνται
πολλές ώρες που ξεχάνω πως έχουμε πένθος, που λησμονώ
ολότελα πως είχα μια τόσο καλή μητερούλα, καθώς μου λέτε, που την έχασα.
Γιαγιά.
Α! αυτό είναι κακό. Πρέπει πάντα να θυμάσαι τη μητέρα σου και να λατρεύεις τη
μνήμη της. Για όλη σου τη ζωή πρέπει να τη θυμάσαι. (Αναστενάζει.)
Αννούλα.
Εγώ καλά καλά δεν την είχα γνωρίσει. Τι φταίω εγώ που
δεν την είχα γνωρίσει; Μονάχα, θυμάμαι εκείνο το βράδυ, που στείλατε και με
πήρατε ξαφνικά από το σκολειό και μου αναγγείλατε πως η μητέρα μου ήτανε
άρρωστη βαριά. Με φέρατε εδώ και τη βρήκα πεθαμένη. Τότες αληθινά αιστάνθηκα μια μεγάλη λύπη, γιατί νόμιζα πως θα γύριζα πάλι
στις καλόγριες και ήξερα πως θα μου έβαναν όλο μαύρα, και θα με φωνάζανε πια
ορφανή. Και μου είναι τόσο κακό, τόσο αντιπαθητικό αυτό το όνομα ορφανή.
Γιαγιά.
Αχ! αυτή πάντα σε ήθελε κοντά της. Και τόσες φορές έλεγε του πατέρα σου να σε
βγάλει πια από το μοναστήρι.
Αννούλα.
Κι αυτός, καταλαβαίνω, δεν ήθελε... Ύστερα μου λέτε γιατί λέω πως είναι
κακός... Αχ! ο πατέρας μού φαίνεται πως είναι ένας άνθρωπος καμωμένος να
βασανίζει κόσμο. (Αλλάζει τόνο.) Έτσι θα έκανε βέβαια και το Σταύρο, όσο που
πήρε ο αδερφούλης μου τα μάτια του κ΄ έφυγε.
Γιαγιά
(με ορμή). Σουτ! Αννούλα, μην ξαναπείς τέτοιο λόγο. Ποιος σου τα είπε αυτά;
Ψέματα, ψέματα, ο Σταύρος δεν έφυγε. Τον έστειλε από καιρό ο πατέρας του στο
εξωτερικό για κάτι δουλειές του εργοστάσιου και μια μέρα θα γυρίσει.
Αννούλα
(χαμογελώντας). Έννοια σας, γιαγιά μου, μην ταράζεστε. Τα ξέρω εγώ, τα έμαθα.
Έμαθα όλη την αλήθεια. Έμαθα πως ο Σταύρος έφυγε από το σπίτι, γιατί μάλωσε με
τον πατέρα, έμαθα ακόμα πως η μητέρα μου αγαπούσε τόσο πολύ το Σταύρο, ώστε
αρρώστησε ύστερα από το φευγιό του κι αυτό στάθηκε η αιτία να πεθάνει.
Γιαγιά.
Ποιος σου τα είπε αυτά; Πες μου Αννούλα, ποιος σου τα είπε;
Αννούλα.
Δεν έχω καμιά δυσκολία να σας πω ποιος μου τα είπε. Να, προχτές που πήγα στο
σπίτι της φιλενάδας μου της Πιπίτσας, είδα και τον
αδερφό της, το μεγάλο της αδερφό, τον ξέρετε. Αυτός με ρώτησε για το Σταύρο,
χαμογελώντας με πονηριά, αν μας γράφει ταχτικά, αν ξέρουμε πού βρίσκεται τώρα,
γιατί δεν ήρθε στο θάνατο της μητέρας και κάτι άλλα τέτοια. Εγώ παραξενεύτηκα γι΄ αυτά και δεν του απάντησα τίποτα. Ύστερα όμως ρώτησα
την Πιπίτσα, κι αυτή τότε μου είπε καμαρώνοντας πως ο
Σταύρος ήτανε συμμαθητής στο γυμνάσιο με τον αδερφό της, και πως ενώ ο αδερφός
της ύστερα από το γυμνάσιο πήγε στο πανεπιστήμιο, κι έγινε ένας σπουδασμένος
νέος, ο Σταύρος έμεινε ασπούδαστος, δίχως καμιά αξία στην κοινωνία, φευγάτος
από το σπίτι του, και καταραμένος από τον πατέρα του. Είναι αλήθεια όμως πως η Πιπίτσα μου είπε και τούτο. Ο Σταύρος δεν έφταιγε ο
καημένος που έφυγε. Όλα τάφταιγε ο πατέρας που τον
καταπίεζε. Τότε μ΄ έπιασε μια περιέργεια και την
παρακάλεσα να μου πει όλα όσα ξέρει. Μα αυτή μου είπε πως παραπάνου
απ΄ αυτά δεν ήξερε τίποτα, και πως κι αυτά που μου
είπε δεν είναι μυστικά. Όλος ο κόσμος τα ξέρει. Τώρα θέλω να το πιστέψεις και
συ πως ο Σταύρος δε φταίει, όχι δε φταίει, δεν είναι δυνατό να φταίει. Κάτι
μέσα μου νιώθω που μου το λέει.
Γιαγιά
(ξεσπάει σε δάκρυα και την αγκαλιάζει). Αχ! Αννούλα μου, αχ! Ναι, ο Σταύρος μας
δε φταίει, δε φταίει. Τόσον καιρό σου τάκρυβα αυτά,
για να μη σε λυπήσω. Δεν ήθελα να ξέρεις τίποτα.
Αννούλα.
Και γω τόσες μέρες τώρα για τον ίδιο λόγο δε σας
έκαμα καμιά ερώτηση. Προσπαθώ να μη σας φέρνω στη μνήμη σας λυπητερά πράματα.
Ήμουνα όμως αυτές τις μέρες τόσο περίεργη, τόσο περίεργη... Μα τώρα δε θα μου
το αρνηθείτε αυτό, γιαγιούλα μου, δε θα μου το αρνηθείτε. Θα μου τα πείτε όλα.
Θα μου δώσετε απάντηση σε κάθε ερώτησή μου... Έλα λοιπόν πέστε μου, ο Σταύρος ά
θυμάμαι καλά, δεν ήτανε ένας αψηλός, με ωραίο παρουσιαστικό, με λίγο μαύρο
μουστακάκι, με μάτια μεγάλα μαύρα, μαλλιά μαύρα σαν της μητέρας;
Γιαγιά.
Ναι, ναι... Αχ πόσο έμοιαζε μ΄ εκείνη... Τα χαραχτηριστικά της, την ψυχή της, όλα του τα είχε δώσει.
(Μπαίνει
ο υπερέτης.)
Υπερέτης
(προς τη Γιαγιά). Περιμένουμε, κυρία, κανένα μουσαφίρη, κανένα συγγενή;
Γιαγιά.
Όχι. Γιατί με ρωτάς;
Υπερέτης.
Ήρθε ένας νέος κάτου, και κατέβασε τα πράματά του από
το αμάξι και τάφερε μέσα, και τώρα μας δίνει διαταγές
σα να βρίσκεται στο σπίτι του.
Γιαγιά.
Περίεργο. Ποιος να είναι αυτός;
Αννούλα
(φεύγοντας τρεχάτη). Πάω να ιδώ εγώ...
(Ο
υπερέτης φεύγει.)
Πάψη.
Αννούλα
(έρχεται τρεχάτη κι αγκαλιάζει τη Γιαγιά). Αυτός είναι, γιαγιά μου, αυτός. Τόνε
γνώρισα αμέσως. Είναι αυτός, αυτός.
Γιαγιά.
Μα ποιος είναι επιτέλους. Δεν καταλαβαίνω.
Αννούλα.
Δεν το μαντεύετε, γιαγιούλα μου, δεν το μαντεύετε; Ο Σταύρος καλέ, ο Σταύρος
μας.
(Η
Αννούλα φεύγει πάλι τρεχάτη.)
Γιαγιά
(σα βυθισμένη). Ο Σταύρος! Ο Σταύρος!... Είναι δυνατό;
Πάψη.
(Μπαίνει
ο Σταύρος φορώντας ρούχα καθαρά, που όμως φαίνουνται
κάπως φτωχικά. Στην αγκαλιά του είναι ριχμένη η
Αννούλα. Ακολουθεί ο υπερέτης κρατώντας από το κάθε
χέρι και μια βαλίτσα. Στέκεται λίγο, κι ύστερα φεύγει, παίρνοντας και τις
βαλίτσες.)
Αννούλα
(ενώ έρχουνται απ΄ όξω). Σα
να το ήξερα, Σταύρο. Σήμερα αιστανόμουνα μια χαρά,
που ποτέ δεν την είχα δοκιμάσει ως τώρα.
Γιαγιά.
Παιδί μου, παιδί μου! (Τον αγκαλιάζει και τονέ φιλεί.)
Σταύρος.
Γιαγιά μου!
Γιαγιά.
Πού το έλπιζα, παιδί μου, να σε ξαναϊδώ. (Κλαίει από
συγκίνηση και χαρά.)
Σταύρος.
Καθήστε, γιαγιά μου. Μην κλαίτε. Δεν κάνει να κλαίει
κανείς άμα είναι στα χρόνια σας.
Γιαγιά
(που ξακολουθεί να δακρύζει). Κι ωστόσο σε
περιμέναμε, πάντα σε περιμέναμε. Σε περίμενε το σπίτι, ο δρόμος, η χώρα, όλα σε
περίμεναν.
Σταύρος.
Σας πιστεύω, σας πιστεύω... Κι αφού με περίμεναν δεν ήτανε δυνατό παρά να έρθω
μια μέρα...
Γιαγιά.
Αχ! σα θυμάμαι το σπάραγμά μας εμένα και της δυστυχισμένης της μητέρας σου,
εκείνη τη νύχτα που βεβαιωθήκαμε πως μας έφυγες... (Ξαφνικά.) Έμαθες, Σταύρο,
το θάνατό της;
(Μικρή
πάψη.)
Σταύρος.
Ναι, τον έμαθα μόλις χτες και μάλιστα κατά τύχη από κάποιον ταξιδιώτη. Ξέρω να
υποφέρω τις συφορές ατάραχα. Για τούτο η λύπη μου όσο κι ά στάθηκε μεγάλη,
πνίχτηκε γλήγορα μέσα μου... Άμα συλλογίζεται κανείς πως κάθε στιγμή που
περνάει, κάποια συφορά αφήνει πίσω της στον κόσμο, δεν πρέπει να ξαφνίζεται.
Πρέπει πάντα να τις περιμένει, και πάντα να τις δέχεται ατάραχα. Αρκεί μονάχα
να μη τις δημιουργεί.
Αννούλα.
Σταύρο, ξέρεις γιατί πέθανε η μητέρα; Πέθανε για σένα, από τη μεγάλη αγάπη που
είχε για σένα.
Σταύρος
(ρίχνει το κεφάλι του στα χέρια). Για μένα!
Γιαγιά.
Από τη νύχτα εκείνη, την κακή νύχτα που μας άφησες, έπεσε άρρωστη. Καλή ώρα από
τότε δεν είδε. Ένα μαράζι την περιτριγύρισε, και μέρα με τη μέρα έρεβε.
Καταριότανε τη ζωή της, τον κόσμο, καταριότανε όλα και πολλές φορές – δε σ΄ το κρύβω – (σιγότερα)
καταριότανε και τον πατέρα σου... Και δεν είχε άδικο. Όλες οι ελπίδες της ήτανε
σε σένα. Ο πατέρας σου καθώς είναι άνθρωπος ωμός, χωρίς ποτέ να της πει ένα γλυκό
λόγο, της είχε κάμη τη ζωή της μια απέραντη
μονοτονία. Περίμενε λοιπόν πότε να μεγαλώσεις εσύ, για να χαρεί κι αυτή τον
κόσμο. Πόσες φορές μούλεγε· «Και τι ανάγκη έχω κι αν
υποφέρω τώρα; Θα μεγαλώσει ο Σταύρος μου και θα καταφέρει τον πατέρα του να μου
βγάλει και την Αννούλα από το σκολειό του μοναστηριού. Κ΄ έτσι έχοντας τα δυο
παιδιά μου στην αγκαλιά, θα λάμψει και για μένα ο ήλιος, θ΄
αστράψει ο κόσμος και για μένα».
Σταύρος.
Γλυκές ελπίδες, μα πάντα ελπίδες. (Κουνάει το κεφάλι του.) Η παντοτεινή ιστορία, η αιώνια ιστορία... (Αλλάζει τόνο.) Κι
ο πατέρας;
Γιαγιά.
Αχ! ο πατέρας σου. Ο ίδιος πάντα. Όλο πλουταίνει, όλο και πλουταίνει. Οι
δουλειές του, φαίνεται, πάνε περίφημα. Έτσι τουλάχιστο ακούω, γιατί αυτός ποτέ
δε δίνει λογαριασμό σε κανένα.
Σταύρος.
Πάντα είναι σκληρός, όπως και τότε;
Αννούλα.
Αχ! η ματιά του, Θεέ μου, σε κάνει αυτή μονάχα ταπεινό, σε κάνει δούλο, σε
κάνει τιποτένιο.
Γιαγιά.
Πες μου λοιπόν, παιδί μου, τόσον καιρό μονάχο, έρημο στα ξένα πώς τα πέρασες.
Σε ποιο μέρος πήγες άμα έφυγες από δω; Τι έκανες εκεί;
Σταύρος.
Πώς τα πέρασα; Δε με κοιτάζετε; μα η ζωή μου και η δουλειά μου... (διακόφτοντας). Μα έχουμε καιρό να μιλήσουμε γι΄ αυτά. Τώρα πια που θα είμαι μαζί σας, που θα με βλέπετε
κάθε μέρα...
Γιαγιά.
Ώστε ήρθες για πάντα πια;
Αννούλα.
Τι χαρά!
Σταύρος.
Για πάντα βέβαια. Έχω όλη την καλή θέληση να φιλιώσω με τον πατέρα. Κι αυτός το
θέλει μάλιστα. Μου το μήνυσε ο ίδιος προ λίγου καιρού.
Γιαγιά.
Και μένα ποτέ δε μούκαμε λόγο γι΄
αυτό. Και μάλιστα ούτε σήμερα που ήρθε για σένα η κουβέντα.
Σταύρος.
Δεν ξέρει όμως κι αυτός ά θάρθω και πότε θάρθω... (Αλλάζει τόνο.) Μού είπαν κάτου
πως δεν είναι εδώ, αυτή την ώρα.
Αννούλα.
Όχι. Όταν έφυγε μας είπε πως πάει στο γραφείο του.
Πάψη.
Σταύρος
(γυρίζει γύρω το βλέμμα). Πώς τα θυμάμαι όλα τα πράματα εδώ μέσα! Περνάει αυτή
τη στιγμή από το νου μου όλη η παλιά μου ζωή. Τι συγκίνηση πνίγει την καρδιά
μου! Πόσες φορές στα ξένα δε θυμήθηκα όλες τις γωνιές του σπιτιού, που κάθε μια
μου έκρυβε και μια ανάμνηση. Πόσες φορές δεν πεθύμησα
τη μυρουδιά ενός ρόδου από τον κήπο μας. Πόσο σπάραγμα δεν αιστανόμουνα
μέσα μου, όταν περνούσα ολάκερο χειμώνα χωρίς ένα φιλί της μάνας, χωρίς ένα
αγκάλιασμά της! Και πόσες φορές ο νους μου, δε μου έφερε σάς, καλή μου γιαγιά,
που καθόσαστε τις κρύες νύχτες του χειμώνα στο κρεβάτι μου πλάι, όσο να
κοιμηθώ, και μου λέγατε εκείνα τα παραμύθια σας, και ανοίγατε στην παιδιάτικη
φαντασία μου ολάκερους κόσμους... Ω! εκείνα τα παραμύθια σας, δεν τα ξέχασα
ποτέ, ούτε θα τα ξεχάσω και ποτέ.
Αννούλα.
Μου τα λέει τώρα και μένα, Σταύρο. Μου τα λέει και μένα.
Σταύρος
(ξακολουθώντας). Πόσες φορές εκείνα τα παραμύθια δε
με παρηγόρησαν στα ξένα, στις στιγμές της απελπισίας μου. Ήμουνα εγώ το
βασιλόπουλο που έπρεπε ν΄ ανοίξω τον πύργο που κλειούσε μέσα τη χαρά. Ήμουνα εγώ το παλικάρι που έμαθα να κάνω
το καλό ως και στα μικρούλια τα μερμήγκια, και που προσμένω την πλερωμή τους
μια μέρα, σα θα τα χρειαστώ για το τρανό στοίχημα της Πεντάμορφης του κόσμου.
Ήμουνα εγώ ο καβαλλάρης που έτρεχα στον αγκαθωτό τον
κάμπο, χωρίς κανείς να μπορεί να με φτάσει για να κερδίσω το στοίχημα του
βασιλιά.
Αννούλα.
Αλήθεια; Και ήσουνα εσύ που ανάστησες το μαρμαρωμένο βασιλόπουλο;
Σταύρος.
Το μαρμαρωμένο βασιλόπουλο δεν αναστήθηκε ακόμα. Μα ήμουνα εγώ που πήγα στη
μονιά του γήταυρου και είδα τον παραδαρμό του θεριού,
κι άκουσα το μούγγρισμά του, και δεν μπορώ ακόμα να
ξεχάσω τους δρακόντους που το είχανε αδράξει από το
λαιμό και το βασανίζανε.
Αννούλα.
Γιαγιά μου, εμένα δε μου είπες αυτό το παραμύθι του γήταυρου.
Γιαγιά.
Αλήθεια, παιδί μου, αυτό τόλεγα πάντα στα παλιά τα
χρόνια. Μα τώρα δεν μπορώ να καταλάβω και γω πώς το
είχα ξεχάσει...
Αννούλα.
Μήπως ήρθε μέσα στο μυαλό σου κανένας δράκοντας και σου τόνε σκότωσε το γήταυρο, γιαγιά;
Γιαγιά.
Φοβητσιάρα, Αννούλα, φοβητσιάρα. Δε θέλεις και πολύ να το πιστέψεις αυτό, και
το βράδυ να μου λες πως βλέπεις δρακόντους στην
κάμαρά σου, όπως εδώ και κάμποσον καιρό. Θυμάσαι;
Αννούλα.
Μα τότε δεν έλεγα ψέματα, γιαγιά μου. Υπάρχει κάποιος δράκοντας στο σπίτι μας. Είδα
τον ήσκιο του ένα βράδυ εδώ μέσα με τα μάτια μου. Μα γιατί δε με πιστεύετε;
Σταύρος.
Λες να ήτανε κανείς σαν κι αυτούς που βασανίζουν το γήταυρο;
Ω! να βλεπατε εκεί στη μονιά του το δυνατό θεριό να
σπαράζει, να κλαίει, να δέρνεται, να φωνάζει, και κανείς να μην έρχεται, και
κανείς να μη μπορεί να το γλυτώσει από τα νύχια των φοβερών δρακόντων.
Αννούλα.
Μα αφού είναι δυνατό θεριό ο γήταυρος καθώς λες,
γιατί δε νικάει τους δρακόντους;
Σταύρος.
Τους νικάει στο τέλος, τους νικάει έναν έναν εκεί που
δεν μπορούσε όλους μαζί. Μα αυτό γίνεται όταν μεγαλώνει το θεριό, όταν βάνει
όλη τη δύναμή του, όλη τη λύσσα του. Και ύστερα γυρίζει από χώρα σε χώρα, κι
αλί! και τρισαλί! όπου ακουστεί το μούγγρισμά του. Το
μούγγρισμά του φανερώνει το χαμό, το χαλασμό, την καταστροφή...
Γιαγιά.
Εσύ παιδί μου, τα λες σαν αληθινά. Αυτό το θεριό δεν υπάρχει· είναι πλάσμα της
φαντασίας, είναι – πώς να στο πω; – παραμύθι...
Σταύρος.
Δεν είναι πλάσμα της φαντασίας, γιαγιά μου, γελιέστε. Δεν είναι παραμύθι. Είναι
θεριό, θεριό πραματικό. Το είδα εκεί που πήγα, το
άκουσα. Δε σας είπα πως γυρίζει τώρα από χώρα σε χώρα;
Αννούλα.
Εδώ όμως δεν ήρθε, Σταύρο. Δεν ακούστηκε εδώ.
Σταύρος
(σε λίγο). Μπορεί να μην έρθει εδώ; Θα το φέρει ο δρόμος του που λέγεται
ανάγκη, και τότες αλίμονο σ΄ αυτούς που δεν το
χαϊδέψουνε, δεν το περιποιηθούνε, δεν το ημερέψουνε...
Αννούλα.
Μα πώς μπορεί να το ημερέψει κανείς;
Σταύρος.
Μπορεί να το ημερέψει κανείς, πριν έρθει στη χώρα. να πάει όξω στους κάμπους
και να το βρει. Ω! είναι θεριό άγριο μα υπάρχουνε χίλιοι τρόποι να το ημερέψει
κανείς, αρκεί μονάχα να το χαϊδέψει, να το συμπονέσει, να γείρει παρηγορητής
στα πάθη και στα βάσανά του, να σταλάξει ελπίδες στη μαύρη απελπισιά
του.
Αννούλα.
Ω! εγώ το φοβάμαι, εγώ το φοβάμαι αυτό το θεριό.
Σταύρος.
Έννοια σου, τώρα που θα μείνω μια εγώ εδώ πέρα, μη φοβάσαι. Με γνωρίζει εμένα.
Θα σου μάθω όμως και σένα τον τρόπο να το ημερεύεις.
Αννούλα.
Να μάθουμε όλοι τον τρόπο, κι εγώ, κι η γιαγιά,
(Μπαίνει
ο Φιντής.)
Αννούλα
(που ξακολουθεί). – ακόμα κι ο πατέρας.
Φιντής
(προς το Σταύρο). Καλώς όρισες. Καλώς όρισες. Χαίρουμαι
που σε ξαναβλέπω.
Σταύρος.
Φχαριστώ, πατέρα.
Αννούλα.
Ξέρεις, πατέρα, ο Σταύρος ήρθε να μείνει για πάντα πια μαζί μας.
Φιντής.
Το πιθυμώ και γω.
Γιαγιά.
Αχ! παιδιά μου, παιδιά μου, αυτή η στιγμή για μένα είναι η πιο ευτυχισμένη της
ζωής μου. Αχ! γιατί να μην είναι εδώ αυτή την ώρα αναμεταξύ μας και η
δυστυχισμένη μου η θυγατέρα που μας έσβυσε τόσο
παράκαιρα.
Αννούλα.
Διώξε, γιαγιά μου, τα λυπητερά πράματα απ΄ το μυαλό
σου. Μην τα θυμάσαι ολοένα. Ξέχασέ τα πια.
Γιαγιά.
Έχεις δίκιο, παιδί μου. Πρέπει να τα διώξουμε τώρα. (Σηκώνεται να φύγει.)
Αννούλα, πάμε να ετοιμάσουμε μια κάμαρα για το Σταύρο.
Αννούλα.
Την κάμαρα του Σταύρου θα τήνε συγυρίσω εγώ, μονάχη
μου, όπως ξέρω. Αφήστε με και να ιδείτε ά δε σας αρέσει το γούστο μου.
Σταύρος.
Στην παλιά μου κάμαρα, σ΄ εκείνη που πέρασα τα
μαθητικά μου χρόνια, θέλω και τώρα να ξανακαθήσω.
Γιαγιά.
Μπα παιδί μου, πού ν΄ ανεβαίνεις εκεί πάνου, στη σοφίτα. Τότε θυμάμαι σού κάναμε το χατήρι για νάχεις ησυχία στο
διάβασμά σου.
Σταύρος.
Σας το ζητώ και πάλι για χάρη. Δεν πειράζει αν είναι στη σοφίτα. Τόσο το
καλύτερο για μένα. Δεν ξέρετε πόσο με φχαριστεί ν΄ ανοίγω το πρωί το παράθυρο και να βλέπω την ανοιχτή
θάλασσα τρικυμισμένη κι ανταριασμένη, και βαθιά τον ορίζοντα θολωμένο και συγνεφιασμένο, και να φαντάζουμαι
τον ήλιο και να τονε λαχταρώ. Το παράθυρο της παλιάς
μου κάμαρας έτσι που βρίσκεται αψηλά, ανοιγμένο πάντα στον αέρα, τόχω πιθυμήσει τόσα χρόνια τώρα, κι όταν, θυμάμαι, το πρωτοστερήθηκα, ήμουνα απαρηγόρητος.
Φιντής. Τελοσπάντω κάμετε όπως σας λέει ο Σταύρος. Αυτό δε μας
πειράζει. Αφού τ΄ αρέσει εκεί ψηλά, ας είναι κι έτσι.
Μικρή ιδιοτροπία.
Γιαγιά.
Πάμε λοιπόν, Αννούλα, απάνου. Δεν ξέρω μονάχα ά θα
μπορέσω ν΄ ανεβώ, αν και το θέλω.
Αννούλα.
Θα σας βοηθήσω εγώ, γιαγιά μου. Για το χατήρι του
Σταύρου πρέπει ν΄ ανεβείτε. Κ΄ ύστερα πάλι και γω, δε θυμάμαι καλά καλά ποια από
τις απάνου κάμαρες είναι η παλιά του Σταύρου.
Γιαγιά.
Πάμε. Τρέχα όμως, Αννούλα, μια στιγμή και φώναξε της καμαριέρας. Θα τη
χρειαστούμε να μας βοηθήσει. (Προς το Σταύρο και το Φιντή.)
Δε θ΄ αργήσουμε εμείς.
(Η
Γιαγιά και η Αννούλα φεύγουν.)
Πάψη.
Φιντής
(κοιτάζοντας το Σταύρο). Είμαι βέβαιος πως όταν έπαιρνες την απόφαση να φύγεις
από το σπίτι σου, νόμιζες εύκολη τη ζωή μέσα στον κόσμο. Το πως θα γύριζες όμως
πάλι εδώ το φανταζόμουνα από την πρώτη στιγμή που έφυγες.
Σταύρος.
Κι ωστόσο εσείς μου μηνύσατε.
Φιντής.
Όταν έμαθα ύστερα από τόσα χρόνια, κατά τύχη μια μέρα, σε ποιο μέρος
βρισκόσουνα και πώς είχες καταντήσει – ένας εργάτης, ένας χαμάλης –, άκουσα
μέσα μου μια φωνή που μου έλεγε πως δεν έπρεπε τ΄
όνομά μου να σέρνεται στη φτωχολογιά των δρόμων από το παιδί μου. Για την
κοινωνική μου υπόληψη δεν το ήθελα.
Σταύρος.
Αυτό σας έκαμε να μου μηνύσετε ναρθώ; Δεν το είχα
σκεφτεί. Νόμιζα πως η λύπη για το παιδί σας...
Φιντής (διακόφτοντας). Εσύ δεν ήσουνα άξιος λύπης. Σου είχα τοιμάσει ένα δρόμο που θα σ΄
έφερνε αν ήθελες να τον ακολουθήσεις, σε μια υπέροχη κοινωνική θέση. Χρήματα
για σένα μπορούσα να ξοδέψω όσα κι ά μου ζητούσες, αν ήθελες να σπουδάσεις, να
γίνεις ένας επιστήμονας. Είχαμε ανάγκη ν΄ ανεβούμε
πιο αψηλά στην κοινωνία απ΄ ό,τι είμαστε τώρα. Εσύ δε
θέλησες να το νιώσεις ποτέ αυτό.
Σταύρος (ήσυχα). Τέτοια φιλοδοξία, αληθινά δεν την είχα ποτέ μου. Δεν έβλεπα το
λόγο και τότε όπως και τώρα, το λόγο που σας κάνει να νομίζετε πως την
κοινωνική θέση την αποχτά κανείς με την επιστήμη. Και να το λέτε σεις αυτό, που
όλη σας η γενιά ήτανε αναθρεμμένη στην πραχτική δουλειά, και που με τη δουλειά
αυτή πήγε μπροστά. Αν ο πατέρας σας δε σας άφηνε το πρώτο εκείνο το μικρό
εργοστάσιο, θα μπορούσατε να περηφανεύεστε σήμερα για το στρώσιμο της εργασίας
σας και για την καλή κατάσταση της περιουσίας σας. Α σας έκανε επιστήμονα...
Φιντής (διακόφτοντας). Για σένα όμως δεν ήταν έτσι τα πράματα.
Είχες πίσω από τον πατέρα σου μια περιουσία ολάκερη.
Σταύρος.
Η επιστήμη σήμερα, πατέρα, χρεωκόπησε στον τόπο μας.
Η πολλή επιστήμη και μάλιστα η νοθεμένη επιστήμη που έχει σ΄
εμάς πέραση. Χρειαζόμαστε δουλειά, περισσότερο από κάθε άλλη εποχή, δουλειά που
να μας μπάσει δύναμη και να μας φέρει την οικονομική προκοπή στη χώρα, που
ρέβει σήμερα από τη στασιμότητα και τη σαπίλα. Να, ωραία φιλοδοξία, και να,
στάδιο για να ωφελήσει κανένας την κοινωνία, όχι του παρά και της επίδειξης, μα
την κοινωνία της πείνας, που είναι και η πιο μεγάλη.
Φιντής.
Βλέπεις χαμηλά και ταπεινά. Τι με νοιάζει εμένα για την κοινωνία της πείνας. Ας
βρει ψωμί να φάει, αλλιώς ας πεθάνει. Εγώ κοιτάζω την οικογένειά μου, τ΄ όνομά μου, την περιουσία μου κι ακόμα τον τρόπο που να
φτάσω αψηλά.
Σταύρος.
Ο καλύτερος τρόπος, πατέρα, για να φτάσει κανείς αψηλά, όχι ψεύτικα μα αληθινά,
είναι ν΄ αρχίσει από τα σκαλοπάτια εκείνα που
φαντάζουν όπως λέτε σε σας χαμηλά και ταπεινά.
Φιντής
(που δεν πρόσεξε και πολύ σ΄ αυτά τα λόγια). Ας
είναι. Αυτά τα πράματα ας τ΄ αφήσουμε. Είναι τώρα πια
αργά για σένα ό,τι κι αν σου πω. Θα μου δώσεις δίκιο όταν ανακατωθείς στη
δουλειά μου, και θάχεις να παλεύεις κάθε μέρα με
χίλιους οχτρούς, που κοιτάζουν από παντού να σε καταστρέψουν.
Σταύρος.
Με χίλιους οχτρούς;
Φιντής.
Ναι, κάθε εργάτης είναι κι ένας οχτρός σου. Και στο εργοστάσιο έχω τώρα χίλιους
τέτοιους.
Σταύρος.
Το πιστεύετε αληθινά, πως όλοι αυτοί είναι οχτροί σας;
Φιντής. Αν
το πιστεύω αληθινά;... Από τα μικρά μου χρόνια έχω να κάμω μ΄
αυτούς... (Αλλάζει τόνο.) Λογαριάζω, Σταύρο, να σε πάρω στο εργοστάσιο πια.
Βλέπεις ο πατέρας σου υποχωρεί πρώτος, απέναντί σου. Ήθελες πραχτικό
επάγγελμα, λοιπόν σου το προσφέρω. Θέλω και γω
κάπως να ησυχάσω από την αιώνια επιτήρηση και αγωνία.
Σταύρος.
Αυτό είναι για μένα πατέρα, η μεγαλύτερη χαρά. Ελπίζω να σας κάμω να ξεχάσετε
τα περασμένα. Και θα δείτε πόσο αφοσιωμένος θα είμαι στην εργασία. Θα γνωρίσω
όλους τους εργάτες μας από κοντά, θα εχτιμήσω την
αξία του καθενός, θα αδερφωθώ μαζί τους, και θα κατορθώσω στο τέλος να σας
βγάλω την ιδέα που έχετε, πως αυτοί είναι εχτροί σας.
Φιντής.
Αυτή την ιδέα αντί να τη βγάλεις από μένα – σου είπα – θα την αποχτήσεις και συ
άμα ανακατωθείς μαζί τους. Η δουλειά τούς φαίνεται σα βασανιστήριο της κόλασης,
κι όσο περισσότερο δείχνει κανείς πως ακούει τα παράπονά τους, περισσότερο
μεγαλώνει η κάθε απαίτησή τους. Φαντάσου πως τώρα τελευταία θέλουν να με
αναγκάσουν να τους λιγοστέψω και τις ώρες της εργασίας.
(Τέλος
δεύτερης συνέχειας)
Δημοσιεύτηκε σε τρεις
συνέχειες στο περιοδικό Ο Νουμάς, τεύχη
321-323, Δεκέμβριος 1908.