ΤΑ ΔΙΚΑ ΜΑΣ ΠΑΙΓΝΙΔΙΑ

 

Ποιος μπορεί έπειτ’ από τόσα χρόνια να ξαναζήσει νοερά τη γλύκα του παιγνιδιού των παιδιάτικων χρόνων; Δένει πια το κορμί, αλλάζει το μυαλό και κανένας πια δε θυμάται πώς ήταν άλλοτε ο εαυτός του, εκείνο το τρυφερούδι που λέγονταν παιδί. Έχουν κατακάτσει άλλα στρώματα απάνω στην ψυχή μας, και δεν υπάρχει τρόπος να ξεσκαλίσεις την τρυφερή φύτρα, την πρώτη σου αρχή.

            Το σκολειό με τα μαθήματα του θα μας φαινόταν ανυπόφορο, κόλαση ζωντανή, αν έλειπαν τα παιγνίδια. Αυτά μας ανακού­φιζαν, μας χαροποιούσαν πριν μπούμε στην τάξη κι ύστερα στα διαλείμματα. Ήταν παιδιά που πήγαιναν στο σκολειό μονάχα για να παίξουν.

            Αυτά φώναζαν δυνατά κι έτρεχαν ξυπόλυτα και κυνηγούσαν το ’να τ’ άλλο και κοκκίνιζαν και ξεφυσούσαν και πιάνουνταν μέση με μέση και κυλιούνταν τσαραμάλα, καταγής, προσπαθώντας να μη «φάει χώμα» η πλάτη τους και βγουν έτσι νικημένοι, ενώ εμείς οι μικρότεροι αλαλάζαμε από γύρω και χοροπηδούσαμε για όλα αυτά.

            —Άιστε να παίξουμε το σ'κοπάκι!, πρότεινε ένας απ’ τους αρχηγούς, ο Νάκο Κωσταντάκης ή κανένας άλλος απ' τους πρόθυμους για τέτοια.

            Χωρίζονταν σε δυο παρτίδες κι έβγαινε ένας μπροστά από δω, άλλος τον κυνηγούσε από κει και γίνονταν πόλεμος σωστός, κοίταζαν ποιος να πρωτοπιάσει «σκλάβο» απ' τους αντίθετους ή «να πάρει το σημάδι», να κυριέψει την έδρα του εχθρού.

            Μ' αυτά και μ' αυτά εξασκούνταν στο τρέξιμο, ξεγλιστρούσαν απ' το πιάσιμο, γίνουνταν πιτήδιοι, κατέβαζαν ιδέες. Σπουδαίο ρόλο έπαιζαν στα τέτοια παιγνίδια κι οι φωνές, τα χουγιατά, οι πολεμικές ιαχές, που είχαν σκοπό να φοβίζουν τον αντίπαλο, να συγκεντρώνουν τις δυνάμεις:

    Που είστε, μωρέ; Από δω λάτε ! Μας έφαγαν...

Πηδούσαν απάνω στις κοφτερίδες[1], τους έμπαιναν αγκάθια στα πόδια, μάτωναν και ξεφλουδίζονταν οι αστράγαλοι, τους σκίζον­ταν κάποτε τα νύχια. Μα οι παίχτες, ξαναμμένοι απ’ το παιγνίδι, παλεύοντας για τη νίκη, δεν έδιναν σημασία σ' αυτά, ούτε κι έ­νιωθαν πόνο. Μονάχα στο τέλος μπορούσαν να ξύσουν το λουρί τους με το σουγιά και να βάλουν λίγο χνούδι απάνω στην πληγή για να πήξει, να σταματήσει το αίμα.

Άλλοτε έπαιζαν τη «γ'ρούνα» ή τη «γαϊδούρα». Στην πρώτη βαστούσαν από ένα ραβδί γερό και φυλάγοντας ο καθένας την τρύπα του χτυπούσαν παράλληλα ένα κομμάτι ξύλο, κουλορίζι, που πετιόταν από δω κι απο κει, ενώ ο «γ'ρουνιάρης» είχε το νου του να πιάσει στό μεταξύ κανέναν ξένο «βώλο» κι έτσι ν’ α­παλλαγεί απ' το οχληρό αξίωμα του. Στη «γαϊδούρα» πάλι κυνηγιούνταν αλύπητα με το λουρί. Εκεί που 'φευγες, σου 'ρχονταν αποπίσω καμιά δυνατή με τη ζάβα[2], να κρατάς ολημερίς το πονε­μένο μέρος.

Άλλο συνηθισμένο παιγνίδι είταν τα «σκαμνάκια». Έσκυβαν με τη σειρά ο καθένας και πηδιόνταν αναμεταξύ τους, αρχίζοντας από τη χαμηλότερη — σε σχήμα ορθής γωνίας — στάση, για να καταλήξουν στην πιο δύσκολη, που είταν να στέκεις σχεδόν ολόρ­θος με σκυμμένο μονάχα το κεφάλι και λίγο την κορφή του κορμιού. Εκεί θα φαίνονταν ποιος είταν άξιος να πηδήσει.

Έφτυναν λοιπόν στην απαλάμη τους (για γούρι; από συνή­θεια;) κι έπαιρναν φόρα:

—  Πρώτος ήλιος!

— Τρίτος κι άγγιχτος!

Όσοι έχαναν στό τέλος, έπαιρναν τους άλλους καβάλα, καθένας το «σύντροφό του», δηλαδή τον αντικρυνό αντίπαλο, και τους έφερναν γύρα στο σκολειό από μια ή δυο φορές, ανάλογα με τη συμφωνία. Εκεί, αν σου τύχαινε κανένας βαρύς, μπορούσε να σε μεσοκόψει. Μα δε θα 'χε αλλιώς αξία η νίκη, ούτε περιεχό­μενο η αποτυχία.

Όσοι δεν ένιωθαν τον εαυτό τους δυνατό, κάθονταν στην άκρη και κοίταζαν. Ή, για να βρίσκονται κι οι ιδιοι σε δουλειά, έπαιζαν ελαφρότερα παιγνίδια, όπως τις «τσιούκες», δηλαδή τις αμάδες. Έστηναν τρεις πέτρες ορθές σε μια ορισμένη απόσταση και προσπαθούσαν να τις γκρεμίσουν σημαδεύοντάς τες με μικρό­τερα λιθάρια. Όποιος πετύχαινε, είχε δικαίωμα να ξαναρίξει, το λεγόμενο «φώλι». Κι αυτό ήταν εξάσκηση σκοποβολής, πολύ χρή­σιμη για τα τσοπανούδια, που πετροβολούσαν κάθε τόσο τα ζων­τανά, δικά τους ή ξένα, για να ξέρουν πού θα πέσει το λιθάρι.

Άλλο ήσυχο παιγνίδι, είταν ο «φίκος». Το έπαθλο σ' αυτό είταν «ζώα», δηλαδή σελίδες με εικόνες που τις ξέσκιζαν απ’ τα βιβλία του σκολιού. Τις έβαναν απάνω σε μια μυτερή πέτρα πατικωμένες κι ύστερα, έριχναν με τις πλάκες, ποιος θα «στρώ­σει» καλύτερα τη δική του και ποια ζωγραφιά θα του πέσει πιο κοντά, να την πάρει. Εκείνος που κέρδιζε ζώα, δηλαδή έναν Αχιλλέα ή Κολοκοτρώνη ή άλλους ήρωες της ιστορίας, είχε μεγάλη χαρά για τα τυχερά του, επειδή αυτά δεν πολυβρίσκονταν και θεωρούνταν κάτι ακριβό. Κανένας όμως δεν πρόσεχε πως με το ρίξε και βάρα όλη την ώρα, οι κακότυχες εκείνες εικόνες σκίζονταν, χαλούσαν, μέναν μισές, έτσι που η αξία τους καταντούσε στο τέλος κυριολεχτικά εικονική.

Παίζανε ακόμα την τυφλοπανίτσα, που με τα μάτια δεμένα έψαχνες ολόγυρα σου σα στραβός, απλώνοντας να πιάσεις κανέ­ναν, ενώ εκείνοι όλο ξέφευγαν.

Άλλο παιγνίδι που ήθελε σβελτάδα, ήταν η «φτερωτή», όπου περπατούσε κανείς με τα χέρια, ξαλλάζοντάς τα δίχως άργητα και μετακινώντας ανάλαφρα το κορμί, έτσι που να ζαλίζεται ο άλλος απ' τη γληγοράδα. Πολλοί ήταν κι αυτοί που τα κατά­φερναν να ισορροπούν με το κεφάλι καταγής και τα πόδια στον αέρα. Το κορκοκέφαλο[3] άκουμπούσε στο χώμα, απ' όπου δε λείπαν συχνά και πετραδάκια. Στη στάση αυτή μερικοί έπαιζαν κιόλας τα πόδια κι άλλοι τα βαστούσαν ακίνητα, ενωμένα.

Είχαμε επιπλέον τις τριότες και τις εννιάρες με τα χαλίκια και τα δίπορτα. Μα αυτά απαιτούσαν αντίληψη, θέλαν μυαλό και μόνο λεπτολόγοι, οι τετραπέρατοι, μπορούσαν να τα παίζουν. Για μας αυτά είταν τότε σαν είδος σκάκι κι αργήσαμε να τα μάθουμε, πολύ ύστερα, στο σχολαρχείο, καθώς και τα «μηδένια» και άλλα πιο σοβαρά.

Για την ώρα προτιμούσαμε τα χωριάτικα, τα δικά μας. Ό­ταν τελειώναμε το μάθημα, ώσπου να φτάσουμε στο σπίτι μας, έπρεπε να περάσουμε απ' τις Βρύσες, απ' το λαγκάδι κι από κάμποσα αυλάκια με νερό. Κοιτάζαμε λοιπόν ποια συντροφιά να πρωτοπεράσει, για να καρτερέσει αντίκρυ τους άλλους με τα «στούμπια»[4] στο χέρι.

Πλιάτς, πλιάτς! έπεφταν οι πέτρες μες στις βίρες[5], στις λακούβες και ξεπετάγαν νερά, έκαναν μουσκίδι όποιον θα κίναγε να περάσει μη μπορώντας να περιμένει περισσότερο.

Μα αυτή η παιδιάτικη ψυχρολουσία ήταν το λιγότερο που φοβόμασταν απ' το λαγκάδι του χωριού μας. Εκείνο που μας τρό­μαζε είταν οι κατεβασιές του το χειμώνα, τότε που φούσκωνε και στοίχιωνε και ξεχειλούσε, θολοκόκκινο, ακράτητο, με άγρια βουή, καβαλικεύοντας τις μεγάλες πέτρες, κυλώντας λιθάρια και ξύλα, έτσι που εμείς δεν κοτάγαμε να πατήσουμε μέσα, μη μας συνε­πάρει το  ρέμα κατά το ποτάμι, που μούγκριζε κι εκείνο σα στοιχιό.

Ας γυρίσουμε όμως ξανά στα παιγνίδια μας. Αυτά γίνονταν γύρω απ' το σκολειό, ανάμεσα σε μικρούς και μεγάλους, που αρ­πάζονταν κάποτε στα χέρια, έδιναν ξυλιές ό ένας του αλλουνού, μα δίχως να προχωρούν σε χειρότερα. Ο δάσκαλος δεν ανακα­τεύονταν στα ιδιαίτερά μας, προτιμώντας να πίνει κανένα ρακί στα μαγαζιά με τους χωροφυλάκους. Μονάχα μια φορά έγινε επέμ­βαση από τρανύτερον και να πώς.

Κάποιο παιδί το χτύπησαν γερά, του «άνοιξαν» το κεφάλι. Τό­τε αυτό πήγε με τα αίματα στο μαγαζί και κλάφτηκε στον πα­τέρα του, νεόφερτον απ' την Αμερική, με ποδήματα, θυμάμαι, ως το γόνα. Μόλις ο Κώτσιο Καράς, ένας απ' τους λιγοστούς «Αμερικάνους» του αταξίδευτου χωριού μας, είδε το γιο του ματωμένο, στο μεσοχώρι, παράτησε τα χαρτιά που έπαιζε, κατέβηκε στον Αηνικόλα και βάλθηκε να κυνηγάει τον ένοχο. Έτρεχε με τις τερά­στιες, θεαματικές μπότες του (πρωτοφανέρωτες για το χωριό), δρασκελώντας σα γίγαντας τις πέτρες και τα τσουγκάρια εκεί γύρω, ενώ ο άλλος — το παιδί — έχοντας να κάμει μ’ έναν τέτιο τρομερό διώχτη, που ισως να του ξερίζωνε τ’ αφτιά ή να τον ξεβράκωνε μπροστά στους άλλους, παίρνοντας δύναμη απ' το φόβο του έβγαλε στα πόδια του φτερά, πήδησε τους τοίχους των χωρα­φιών κι έγειρε πέρα στο λαγκάδι, έγινε καπνός.

Εμείς, τρέχοντας αποπίσω, ανεβασμένοι σε υψώματα, παρα­κολουθούσαμε τη σκηνή με πιασμένη την αναπνοή, όλοι με το μέ­ρος του μικρού, του αδύνατου, καθώς σ’ εκείνη τη μονομαχία του Δαβίδ με το Γολιάθ.

Άλλη μας διασκέδαση, ακόμα πιο τραχιά απ' τις προηγού­μενες, ήταν το σβάρνισμα στο λαγκάδι.

Απλώνονταν εκεί μια μεγάλη πλακαριά, γαλάζια «πλακανήθρα», από γιαλιστερή επιφάνεια, ξεπλυμένη ολότελα απ' τα νερά που είχαν τρίξει, θησαυρός της γης ξεχωμένος για μας, ένας αδιάκοπος πειρασμός απάνω  στο  δρόμο  μας. Διαλέγαμε λοιπόν μικρές πλάκες τετράγωνες, ίσιες  από  πάνω  και  κάτω, που τις μεταχειριζόμασταν για κάθισμα, για σέλα σ’ εκείνο το καλπαστικό, το απόκοτο τρέξιμο, γλίστρημα απάνω στη μεγάλη πλακανήθρα που θα 'χε ύψος ίσαμε τριάντα μέτρα. Σβαρνιζόμασταν σα δυνατοί, σαν άφοβοι καβαλάρηδες, μεθυσμένοι απ' το σύρσιμο της πέτρας, απ' τον ίλιγγο του κατήφορου, ξεκινώντας μαζί δυο και τρεις, με τα φανταστικά άλογα μας, κι όποιος φτάσει στον πάτο. Δεν ξέρω πώς φτάναμε όλοι σωστοί και δεν έσπαγε κανένα κεφάλι. Καμιά φορά ωστόσο ξέφευγε η πέτρα από κάτω μας και τότε κυλούσαμε μαλλιά κουβάρια, εμείς κι οι πέτρες, περνώντας από πάνω μας αυτές, χωρίς να μας κάνουν ζημιά. Οι μεγάλοι, οι μανάδες μας ξέραν εκείνον το ρόβολο[6] το φοβερό, το πεδίο της ιπ­πασίας μας, γιατ' ήταν απανώστρατα καθώς περνούσαν με τα σακκιά για το μύλο. Μα δεν ανησυχούσαν μην πάθουμε τίποτε, δεν είχαν νοσηρή ευαισθησία. Για κάτι άλλο τις ένιαζε, κι άκου­γες να φωνάζουν, φορτωμένες από πάνω:

— Τι τροχάτε[7] τα σκουτιά σας, μωρέ ζαλιάρικα, να σας πιάσει κακιά θέρμη!

Ήταν μαθημένες αυτές απ' τα καμώματα μας και δεν ίδρωνε τ' αφτί τους από τέτια. Ήξεραν πως ανεβαίναμε στα ξέκλωνα των καρποκλαριών, πως διαβαίναμε επίτηδες απ' τα πιο στενά περάσματα εκείνου του κακότοπου, πως πετροβολιόμασταν για γούστο αρχίζοντας απ' τα πετράδια κι όλο προσθέτοντας στη δόση. Και να σε πετύχει καμιά λιθαριά, το «ζουρλό αίμα» θα τρέξει — έτσι πίστευαν.

— Μα όλο τέτοια παίζατε εσείς; θα ρωτήσει κανένας απ' την πολιτεία.

Ναι, κύριε μου, αυτή είναι η αλήθεια, γιατί να σ'το κρύψω;

Εμείς δεν ξέραμε ούτε μπάλες ούτε χαρταϊτούς ούτε σιδερόδρομους. Αυτά δε συνηθίζονταν εκεί, γιατί θέλουν παράδες κι εμείς δεν είχαμε. Ένα φτηνό βραγκανίδι[8] όλο όλο μας έπαιρναν οι δικοί μας όταν είμασταν μικρά, στη σαρμανίτσα[9], να μας το βροντάν αποπάνω και να μερώνουμε, να παύουμε το κλάμα. Αυτό το μοναδικό μας παιγνίδι φυλάγουνταν ύστερα για τ' άλλα παι­διά που θα 'ρχονταν πίσω από μας. Κι όταν μεγαλώναμε λιγάκι, φκιάναμε παιγνίδια μόνοι μας με το υλικό που βρίσκονταν γύρω: την πέτρα, το ξύλο, το χώμα. Χτίζαμε καλυβάκια που τα σκε­πάζαμε με καλαμιές και με χώμα. Κόβαμε κλωνάρια κουφοξυλιάς που τους αδειάζαμε την ψίχα και γίνονταν «σ'τουκανάρες» ή «σ'φέκες», όπλα βροντερά, με κακαράντζες[10] αντίς για σφαίρες. Ξεφλουδίζαμε επιδέξια βέργες, από σκαμνιά ή συκιά, πέρα την άνοιξη, και κάναμε ντουντούκια, που λαλούσαν μια χαρά, ή μι­κρές τσαμπούνες από πράσινες κολοκυθιές. Οι γλιστερές σκαμνόφλουδες πάλι ήταν ένα κι ένα για σφεντόνες («βόγγες» τις λέγαμε απ’ τον ήχο που έκαναν στριφογυρνώντας). Ή παίρναμε χλωρά κοτσάνια καλαμποκιού, που του είχαμε ψήσει τη ρόκα πιο πρίν, και σου μαστορεύαμε άψε-σβήσε ένα βιολί, να γρατσανάει μερακλίδικα κι εσύ να τα συνοδεύεις με το τραγούδι, γέρνοντας λίγο το κεφάλι σαν το Γιώργο Γύφτο:

 

Βάρτο, Γιώργο μ', βάρτο,

το έρημο βιολί,

να σκούζει, να βελάζει

σαν το μικρό παιδί...

 

Όταν φυλάγαμε τα γίδια έξω στά χωράφια ή στα ριζά του βουνού, το ρίχναμε στη σκλέντζα[11] και στην τούρκα[12], παιγνίδια εύκολα που δεν τα χορταίναμε ποτέ μας και που απαιτούν μονάχα δυο για συμπαίχτες, ή ζαγκανιόμασταν[13] με τη δραμπάλα[14] ή παί­ζαμε το «τρύπωμα» μες στις δάφνες.

— Κούκου! από δω, κούκου! από κει λαλούσε στ' αφτιά εκείνου που του 'πεφτε ο λαχνός να «χαλέψει» για τους άλλους, όταν έπαιρνε ειδοποίηση απ’ τον τελευταίο τους, τον αόρατο επιτη­ρητή του, να κατεβάσει τα χέρια απ' τα μάτια ή να σηκωθεί απάνω, καθώς ήταν πεσμένος ταπίστομα για να μη βλέπει.

— Κούκου, του κελάιδαγαν φωνάρες απ' όλες τις μεριές κι εκείνος τα 'χανε, δεν ήξερε πού να πρωτοκάμει, ποιον να πρωτογυρέψει.

 

Αυτό το παιγνίδι γινόταν καμιά φορά και στα σπίτια, όταν έλειπαν οι άντρες σε δουλιές και τα παιδιά ξεθάρρευαν, όπως τα ποντίκια στην απουσία του γάτου. Θυμάμαι τι μου σκάρωσε μια φορά, η γειτόνισσα μου η Βασίλω του Παταριά, που είχε έρθει κι αυτή καναδυό χρονιές στο σκολειό.

Μια μέρα που βρέθηκε στο κονάκι μας, μου πρότεινε να παί­ξουμε κρυφτούλη. Έκλεισα με την απαλάμη τα μάτια μου και περίμενα το κάλεσμά της. Όταν άκουσα να με φωνάζει, άρχισα να ψάχνω παντού. Κοίταξα πίσω απ' τις πόρτες, ανάμεσα στις κασέλες, μες στα ταλάρια[15], μα δεν έβρισκα τίποτε. Μ' όλο που η φωνή έρχονταν από κάπου κοντά, έψαξα κι έξω στο μαντρί, στο γελαδοκάλυβο, ψηλά στη σκαμνιά, ολούθε, του κάκου.

Οι δικοί μου με κοίταζαν και γελούσαν.

— Μπροστά σου την ένι, μωρέ, δεν τη γλέπεις!, με πείραζαν ολοένα.

Κόντευα να σκάσω, γιατί δεν είχα αφήσει τίποτε ακοίταχτο και όμως η Βασίλω δε βρισκόταν πουθενά. Στο τέλος δεν κρα­τήθηκε άλλο, έβαλε η ίδια τα γέλια κι έτσι την ανακάλυψα. Ήταν μαζωμένη στο σταχτολόγο, πίσω από τη φωτιά που σιγόκαιγε, κάπνιζε, και την είχε απομαυρίσει, μελαψή όπως είταν, μαυραντζέλω από γεννησιμιού της.

Επειδή ο δρόμος που χώριζε τα σπίτια μας απ’ το σκολειό είταν αρκετά μακρύς, εκεί που περνούσε ανάμεσα από τούφες και ξερολιθιές, κάθε τόσο έβγαιναν μπροστά μας φίδια κι άλλα ζούδια. Εννοείται πως δε διστάζαμε να τα κυνηγούμε και να τους ρίχνουμε λιθάρια. Ούτε οι οχιές με τα παρδάλια[16] τους μας φόβι­ζαν ούτε οι αργοξεδίπλωτες δεντρογαλιές, παρά μόνο οι σαϊτάρες, που αυτές, λέει, ρίχνουνταν σα σαΐτες απάνω σου και βάλε με το νου τα παρακάτω.

Σ’ αυτή την εξάσκηση και διασκέδαση μαζί διακρίνονταν προ­πάντων ένα δικό μας παιδί, μαχαλιώτικο. Επειδή δεν είχε άλλα γειτονοπούλα κοντά του, ξεκίναγε μονάχος του απάνω απ' το Κόνισμα και σ' όλον το δρόμο κοίταζε χάμου, έψαχνε από δω κι από κει, σάμπως θα 'βρισκε κανένα θησαυρό. Η μανία του ήταν τα φίδια. Έπρεπε να σκοτώσει ένα οπωσδήποτε την κάθε φορά. Το περνούσε σα νικητής στην άκρη του κοντόξυλου, δώρου υποχρεωτικού για τη φωτιά του δασκάλου, ή, αν το κυνήγι του είχε πετύχει καλύτερα εκείνη την ήμερα, κρέμαγε τα υπόλοιπα, σαν αφιερώ­ματα, στα δέντρα ή στις πέτρες του δρόμου, για να σκιάζουν τις ανύποπτες γυναίκες που αραδίζαν[17] από κει. Είχε βαρέσει το σή­μαντρο του σκολειού από ώρα, είχαμε μπει κιόλα στις τάξεις (ειδοποιημένοι απ’ τα παλαμάκια του δασκάλου, αφού του έλειπε το κουδούνι), όταν απ’ τ' ανοιχτά τζάμια αντίκρυ στις ρίπες, ανά­μεσα στις φτέρες και τα θάμνα, βλέπαμε κάποιον που κοντόστεκε παραμονεύοντας, έτοιμος να χυμήξει με την πέτρα ή το ραβδί, να καμακώσει το θύμα του, κάποτε να το πιάσει και ζωντανό με τα ίδια τα χέρια του, να το κουτσονουριάσει ή να το δέσει απ' το λαιμό, για φρίκη δική μας και θιάμασμα.

— Είναι ο Ρέστο Κίτσιος, λέγαμε από μέσα μας ζηλεύοντάς τον για την αργοπορία του, επειδή ώσπου να 'ρχόταν αυτός (και δέν έρχονταν, αν δεν είχε την ταχτική του πιτυχιά, στην ανάγκη και γκουστέρα, κίτρινη όμως από τις μεγάλες), ίσαμε τότε ο δά­σκαλος θα 'χε βγάλει άλλους στο μάθημα.

Αυτόν πια τον είχε συνηθίσει και δεν του έκανε παρατηρήσεις.

—Εξολοθρεύει τα βλαβερά ερπετά, έλεγε, για έπαινό του ίσως.

Εμείς οι μαχαλιώτες είχαμε σχετικά κι ένα άλλο θέαμα στο γυρισμό μας. Παραστέκαμε στο θάψιμο των σκοτωμένων φιδιών. Ο Ρέστος έκρινε πως, αφού τους πήρε τη ζωή, έπρεπε ν' αναπαυτούν τώρα, στον κόρφο της γης. Άνοιγε λοιπόν, ο ίδιος ο φονιάς τους, με τα δάχτυλα του ή με καμιά πέτρα μυτερή, έναν μικρό λάκκο, όπου τα χωμάτιαζε κι από πάνω τους έστηνε πλακούλες που τις σκέπαζε μαστορικά, σαν είδος απέριττο μαυσω­λείο. Έτσι όλος ο δρόμος σχεδόν, από πάνω κι από κάτω, είχε γεμίσει απ’ τα «μνήματα» του μικρού μαθητή, του Ρέστου Κίτσιου, που θα γίνονταν μάστορας κι αυτός, χτίστης όπως ο πατέρας του.

Δεν ξέρω μονάχα αν ύστερα από χρόνια, που σκοτώθηκε κι αυτός απ’ τους πρώτους στο μέτωπο της Αλβανίας, βρέθηκε κανένας χριστιανός να σκεπάσει το σώμα του, να στολίσει τον τάφο του, έστω κι έτσι όπως έκανε εκείνος για τα φίδια τα φαρμακερά και τ’ άκακα τα γκουστερίδια.

 

 



[1] κοφτερές πέτρες

[2] η πόρπη

[3] η κορυφή του κεφαλιού

[4] χοντρές πέτρες

[5] στεκούμενα βαθιά νερά ποταμού ή λακκούβας

[6] απότομος κατήφορος

[7] τρίβω

[8] κουδουνίστρα

[9] κούνια μωρού

[10] γιδοκοπριά

[11] παιδικό παιχνίδι με ξύλα

[12] παιδικό παιχνίδι με πέτρες

[13] κουνιόμασταν

[14] κούνια

[15] μεγάλοι κάδοι

[16] τα στίγματα, οι βούλες του δέρματος

[17] περνώ στην αράδα, στη σειρά

 

 

4ο Μέρος
Πίσω στην Εισαγωγή

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ