ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΣ ΓΙΑ ΠΑΡΑΠΑΝΩ

 

   Από τα παιδιά του χωριού που ’ρχονταν στο σκολειό, πολύ λίγα ήταν όσα δεν παίρναν τα γράμματα, όσα δεν τους έκοβε το μυαλό. Οι άλλοι μάθαιναν εύκολα εκείνα που έλεγε ο δάσκαλος. Μα σταματούσαν στην τετάρτη τάξη, γιατί ήταν χρειαζούμενοι στο σπίτι. Άλλος φύλαγε τα «πράματα», το μικρό τους κοπάδι, άλλος θα μάθαινε τέχνη κοντά στον πατέρα του. Και κάτι λιγοστοί τραβούσαν για την Αθήνα, όπου γίνονταν λούστροι με τα κασέλια∙ ήταν ένας δρόμος που τον είχαν πάρει πιο πριν οι γονιοί τους και που, αν δεν ανέβαζε την υπόληψη κανενός, όμως έδινε γλήγορο κέρδος.

   Ο πατέρας μου, ηθικολόγος, με αυστηρό χαρακτήρα, ούτε ήθελε ν’ ακούσει γι’ αυτό το άγουρο, το άχαρο ταξίδι.

-Όσοι παν εκεί, έρχονται πίσω αλάνια, έλεγε, στιγματίζοντάς τους και με χειρότερα λόγια.

   Τέχνη πάλι δεν του άρεσε να μάθω κι εγώ. Πρόκοψε ο ίδιος, έλεγε, τόσα χρόνια που έκανε το μαραγκό και το βαγενά[20] σεργιανώντας στο Ξερόμερο και στα Καλάβρυτα, όπου τον έτρωγαν ανάλλαγον οι ψείρες∙ λοιπόν ας μη πάθει τα ίδια και το παιδί μου. Ήμουν ο πρωτογέννητος, βλέπεις, και μου είχε αδυναμία.

   Αλλού έτρεχε ο νους του πατέρα μου, σε όνειρα τολμηρά για ένα χωριάτη:

-Τα γράμματα, έλεγε, αυτά αξίζουν!

   Στα ξενοτόπια όπου δούλευε, καταπονώντας τα νιάτα του, είχε γνωρίσει μορφωμένους ανθρώπους, γιατρούς κι αξιωματικούς και δικαστήδες, πρόσωπα τρανά που σου μιλούσαν μ’ ευγένεια και ντρεπόσουν να τους απαντήσεις. Είχε μεγάλο σεβασμό για τους διαβασμένους, για όσους ακούγονταν με αξιώματα, με θέσεις στο κράτος. Ο ίδιος ήταν ένας κουτσοταχυδρόμος, και μάλιστα έκτακτος (θα παιδεύονταν πολύ ώσπου να μονιμοποιηθεί)∙ αλλά μπορούσε από κείνο το τελευταίο σκαλοπάτι ν’ ατενίζει και ν’ αποθαυμάζει τους ανώτερους βαθμούς της κρατικής ιεραρχίας.

-Καλά είναι τα γράμματα, ξανάλεγε, μα εμείς δεν τα σώνουμε.

   Τα χρήματα δεν έφταναν, αυτό ήθελε να πει. Τι να πρωτοπάρεις μ’ έναν μικρό μισθό; Το καλαμπόκι της χρονιάς δεν το κάναμε όλο, έπρεπε ν’ αγοράσουμε για τρεις τέσσερους μήνες. Και δεν ήμασταν λίγοι νομάτοι, γεννιόνταν κι άλλοι πίσω από μένα, άσε που είχε παντρευτεί και ο θείος μου. Έπειτα βάλε λάδι, αλάτι, τσαρούχια, μαντήλια των γυναικών, τόσα και τόσα που δεν πρόφταινε να ξεχρεωθεί απ’ το μπακάλη του μαχαλά. Ύστερα ήταν και κάτι άλλο που κάποτε, μ’ όλες τις αναβολές, έπρεπε να γίνει με παράδες μετρητούς: το χτίσιμο του καινούριου, πιο μεγάλου σπιτιού, αφού το παλιό δε μας χώραγε πια.

   Ωστόσο η ιδέα να με κάμει γραμματισμένον δεν έφυγε απ’ το κεφάλι του πατέρα μου. Την έφερνε γύρα στο μυαλό του ολοένα, χωρίς όμως να βρίσκει και τη λύση.

   Η αλήθεια είναι πως κι εγώ δεν τον άφηνα σε ησυχία με τη φιλομάθειά μου. Καμάρωνε το γράψιμό μου, που το έβλεπε σαν συνέχεια και τελειοποίηση του δικού του, παρατηρούσε με χαρά πως εξόν απ’ τα βιβλία του σκολειού ζητούσα ν’ απορροφώ, να «ξεκοκαλίζω» κάθε έντυπο που μου έπεφτε στα χέρια. Διάβαζα ακόμα και το περιοδικό «Ζωή», που έρχονταν κάθε βδομάδα με το ταχυδρομείο στον πάρεδρό μας, με τ’ όνομά του τυπωμένο απέξω σ’ ένα χαρτάκι.

-Ασ’ τις φυλλάδες τώρα, θα στραβωθείς, θα σου φύγει ο νους! μ’ ορμήνευαν οι γυναίκες του σπιτιού, βλέποντάς με να διαβάζω ακόμα και την ώρα του φαγιού, ακόμα και δίπλα στ’ αναμμένα δαυλιά, όταν δεν είχαμε «φέξη», λυχνάρι.

   Ο πατέρας μου άρχισε ν’ ανησυχεί κι αυτός με τη μανία που μ’ είχε πιάσει.

-Θα σου βρω εγώ το γιατρικό, μου είπε μια μέρα.

   Και το ίδιο βράδυ, εκεί που μας έφερε μουσαφίρη το φίλο του τον πάρεδρο, το Γιώργο Παπά, βλέπω τον τελευταίο να βγάζει απ’ την τσέπη του μια τράπουλα χαρτιά, που δίχως άργητα άρχισε να τ’ απλώνει μπροστά μου λέγοντάς μου τις ονομασίες τους και δείχνοντάς μου πώς παίζουν. Έτσι έμαθα κολτσίνα κι όποτε έρχονταν ο Γιώργος Παπάς, ο σεβάσμιος ασπρομάλλης πάρεδρός μας, το στρώναμε μαζί στο παιγνίδι. Οι γυναίκες κοίταγαν από γύρω γελαστές το παράξενο ζευγάρι των χαρτοπαιχτών.

   Αλλά και πάλι το μυαλό μου δεν εννοούσε να «ξεπεζέψει», να ξεκόψει απ’ τα γράμματα. Μου είχε γίνει ένα πρώιμο πάθος, χωρίς να το νιώθω ακόμα κι εγώ, ούτε να φαντάζομαι καθόλου τις μελλοντικές συνέπειές του.

   Σύντροφό μου σ’ αυτή τη στράτα, την τόσο ασυνήθιστη για ένα χωριατόπουλο, είχα ένα κοντινό γείτονα και δεύτερο ξάδερφό μου, το Νάκο της Λένως.

   Τον λέγαμε έτσι, με τ’ όνομα της μάνας του, γιατί απ’ αυτήν κρατούσε η συγγένειά μας. Στα χωριά οι παντρεμένες αναφέρονται μονάχα με την ονομασία των αντρών τους (Γιώργαινα, Κωσταντάκαινα κλπ.), έτσι που το βαφτιστικό τους ξεχνιέται σχεδόν και δεν το μνημονεύουν παρά μόνο απ’ το δικό τους, πατρικό συγγενολόι. Εμένα π.χ. με λέγαν «ο Γιώργος της Βάγγιως» οι αδερφάδες κι οι νυφάδες της μάνας μου μαζί με τα παιδιά τους·  στο νέο σπίτι της, του πατέρα μου, κανέναν δεν άκουσα ποτέ να κράξει τη μάνα μου στ’ όνομά της και μονάχα απ’ του Βαγγελισμού, που στέλναμε το ύψωμα του παπά, ξέραμε πώς την είχε ονομάσει ο νουνός της. Όσο για τη Λένω που είπα παραπάνω, ίσως να ’μεινε τ’ όνομά της στο συμμαθητή μου κι από ένα άλλο λόγο: Ο άντρας της, που δούλευε κι εκείνος βαρελάς, έλειπε χρονικής κάπου εκεί στις ρουπακιές, σ’ έναν απόμακρο μαχαλά γειτονικού χωριού, παρακάτου απ’ το Κακολάγκαδο. Με το να μην τον βλέπουν λοιπόν παρά τέσσερες πέντε φορές το χρόνο, στις μεγάλες γιορτάδες και στα πανηγύρια, λέω πως ίσως είχαν συνηθίσει οι γειτόνοι να φωνάζουν τα παιδιά του με τ’ όνομα της μάνας τους, σάμπως να τη θεωρούσαν αρχηγό της οικογένειας, χηρεμένη σχεδόν (περίπτωση όπου δικαιολογείται και πάλι η μετατροπή της ονομασίας).

   Μ’ αυτό τον Νάκο, τέλος πάντων, ήμασταν στην ίδια τάξη και παραβγαίναμε στο καθετί ο ένας με τον άλλον. Ήταν ξάγρυπνος, ξυπνός, ξεφτέρι και ψηφί. Με περνούσε στην αριθμητική κι εγώ ήμουν ανώτερός του στην καλλιγραφία. Μα κι εκεί με συναγωνίζονταν κοντεύοντας να με φτάσει. Αυτός ήταν και στα παιγνίδια σβέλτος και σε όλα. Σε τίποτα δεν τον γελούσες, ούτε σ’ άφηνε να τον προσπεράσεις, γιατ’ είχε κληρονομική εξυπνάδα κι απ’ τα δυο του σόγια. Εγώ μπροστά του έδειχνα λίγο μπουνταλάς.

-Πάρε κι αυτουνού τ’ αναγνωστικό, να μην το χάσει πέρα στο λαγκάδι και φωνάζει ο πατέρας του!

   Έτσι μίλησε ένας απ’ τους πρώτους δασκάλους μας δίνοντας το νεοαγορασμένο άκοπο βιβλίο μου στο Νάκο της Λένως, επειδή φαίνεται δεν είχε εμπιστοσύνη σ’ εμένα πως θα το ’φτανα στο σπίτι χωρίς να μου πέσει στο δρόμο ή να το ξεχάσω πουθενά.

   Αντίζηλος λοιπόν ήταν ο Νάκος της Λένως, αλλά είχαμε γίνει κι αχώριστοι οι δυο μας. Κοιτάζαμε ποιος θα ξετρύπωνε τα καλύτερα αινίγματα ή θα πετύχαινε τι βαφτιστικά ονόματα αρχινάν από Σ, να πούμε, ή ποιος θα θυμηθεί όλες τις δασυνόμενες λέξεις, ευκολυμένος άλλωστε απ’ το μέτρο:

Άδης, άγιος, αβρός,

άμα, άμαξα, αδρός,

αίμα, αμαρτάνω, άπαξ,

αψύς, άπτω, απαλός…

και τράβα κορδέλα.

   Ήμασταν οι δυο σοφοί του μαχαλά μας. Από την ώρα που μας ξύπναγαν οι δικοί μας και μας ετοίμαζαν τις ροδοψημένες «πυρωμάδες» -ένα κομμάτι ψωμί σκισμένο με μαχαίρι στη μέση και πυρωμένο στη φωτιά απ’ τις δυο μεριές- δυο για το γιόμα στο σκολειό και μια μικρότερη για το πρωί να την κριτσανίζουμε στο δρόμο, ίσαμε τότε στο μεσοχώρι, είτε φυλάγαμε τα γίδια μας απάνου στις δάφνες, εμείς οι δυο είχαμε το νου μας όλο στη μελέτη. Ποτέ δεν πηγαίναμε αδιάβαστοι, κάποτε ξέραμε και το παρακάτω. Κι είχαμε κάμει προόδους σ’ αυτή τη συνθηματική γλώσσα των βιβλίων, την τόσο αλλιώτικη απ’ την καθημερινή μας ομιλία.

   Για να φανεί πόσο έξυπνος ήταν ο Νάκος, αναφέρνω το εξής παράδειγμα. Κάποτε που ήταν στην δεύτερη τάξη, νομίζω, είχε βάλει ο δάσκαλος κάποιον απ’ την τρίτη να διαβάσει το μάθημά του. Μα εκείνος σκόνταφτε στην ανάγνωση κι ο δάσκαλος, θυμωμένος, κάλεσε τούτον απ’ τη μικρότερη τάξη να συνεχίσει. Ο Νάκος της Λένως, μ’ όλο που έπιανε για πρώτη φορά το ξένο βιβλίο, δε δυσκολεύτηκε να το βγάλει πέρα «νεράκι».

-Αλλάξτε τις θέσεις! πρόσταξε αμέσως ο δάσκαλος, εφαρμόζοντας έτσι κάτι σαν προαγωγή στο πεδίο της μάχης.

   Έτσι, χωρίς να το περιμένουν, απ’ τη μια στιγμή στην άλλη, ο Νάκος πήδηξε θριαμβευτικά απ’ το θρανίο του στο μπροστινό κι ο άλλος βρέθηκε στη δεύτερη τάξη, χάνοντας ίσως και την ελπίδα να προβιβαστεί στο τέλος του χρόνου.

   Μα θα μου πείτε: πώς γίνονταν αυτά, τα επέτρεπε ο επιθεωρητής; Δε βαριέσαι, εκείνα τα χρόνια κάναν οι δασκάλοι ό,τι θέλαν, χωρίς να δώσουν λόγο κανενός.

   Αφού λοιπόν ήμασταν τόσο προκομμένοι στα γράμματα οι δυο μας, έπρεπε να μη σταματήσουμε στο δημοτικό. Αυτό έλεγαν όλοι, αλλιώς θα ’ταν κρίμα κι αμαρτία.

-Κάτι θα γίνει, συμφωνούσε κι υποσχόταν μαζί ο πατέρας μου.

   Εγώ δεν τολμούσα να τον παρακαλέσω φανερά, ο σεβασμός απόκλειε την οικειότητα μεταξύ μας. Μα ο ζήλος μου ήταν φανερός, ζωγραφιστός στο πρόσωπό μου, κυρίαρχος των λογισμών μου. Κι ο Νάκος της Λένως θ’ ακολουθούσε το παράδειγμά μας, ο πατέρας του είχε απόφαση να κάμει ό,τι κι ο δικός μου. Μόνο που άφηνε την πρωτοβουλία «στον Κωσταντάκη», το γεννήτορά μου, γιατί ο ίδιος, αυτοεξόριστος εκεί στο Κακολάγκαδο, δεν «είχε αδειά[21]» για τέτοια. Ήταν όμως αποφασισμένος να μη δειλιάσει στα έξοδα, εφόσον θα γίνονταν από μας η αρχή.

-Θα κάμω μια απόπειρα, είπε ύστερ’ από πολλή συλλογή ο πατέρας μου, και μ’ αυτό εννοούσε κάτι σπουδαίο.

   Θα μ’ έπαιρνε μαζί του στην Άρτα, όπου θα κατέβαινε να πληρωθεί το μισθό του. Άλλες φορές έστελνε και του τον έφερναν, για να μην ξοδεύεται άδικα, μα τώρα θα πήγαινε ο ίδιος. Και είχε το σκοπό του γι’ αυτό το ταξίδι.

   Με τι λόγια να περιγράψω εκείνη την ατέλειωτη πορεία, να ξεκινάς τα χαράματα απ’ το σπίτι και ακολουθώντας το ντερβένι[22], περνώντας λαγκάδια και βρύσες και ρουμάνια[23] και χωριά, με τ’ αστραγάλια φουσκαλιασμένα απ’ τ’ αλύγιστα τσαρούχια, εδώ να φτάσουμε κι εκεί να φτάσουμε, να καταντάς στην πολιτεία προς το βράδυ, πεθαμένος απ’ την αποσταμάρα, μα με τα μάτια πλημμυρισμένα απ’ τη μαγεία ενός ζωντανού παραμυθιού… Ποτέ μου δε θα ξεχάσω εκείνη τη θεσπέσια εικόνα, το απίστευτο όραμα που αντίκρισα για πρώτη φορά, μόλις πρόβαλε απέναντί μας, δίπλα στο ποτάμι, η θρυλική Άρτα. Ήταν ένα μέρος που μόνο ακουστά το είχα και τώρα το ’βλεπα μπροστά μου, σαν ένα κιλίμι κεντητό με όμορφες ζωγραφιές, απλωμένο από τη μια άκρη του Άραχθου ως την άλλη. Μου ’ρχόταν ζάλη να κοιτάζω όλα εκείνα τα σπίτια με τα κεραμίδια και τις εκκλησιές με τους κουμπέδες[24], σα ριγμένα το ένα πάνω στο άλλο, σαν κολλητά, πλακωμένα, έτσι που να σου πιάνεται η ανάσα από μια γλυκιά ταραχή. Προχωρούσα μαγεμένος όπως σε όνειρο, νιώθοντας κιόλα μια ξαλάφρωση απ’ την ολοήμερη πορεία. Και μου φαίνεται πως ποτέ μου δεν ξανάνιωσα τόση συγκίνηση, ούτε όταν είδα σε κάμποσα χρόνια την Αθήνα, ούτε αν πρόκειται να επισκεφτώ ποτέ μου την Πόλη ή το Παρίσι.

   Ακολουθώντας τον πατέρα μου, που τα ήξερε από πριν αυτά και δε θιαμαίνονταν[25] όπως εγώ, περάσαμε απάνω απ’ το μακρύ γιοφύρι με τις φανταχτερές καμάρες, αυτό που το ’χαν χτίσει «σαρανταπέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες», ενώ εγώ φοβόμουν όλη την ώρα μη μου ’ρθει σκοτούρα, απ’ το λιγοστό μυαλό που είχα φάει ως τότε από ψημένα κεφάλια κατσικιών ή γιδιών, (γιατί έτσι μας είχαν βεβαιώσει οι μανάδες μας, πως όποιος γεύεται τέτοιο «ξορέξιο»[26] ζαλίζεται ύστερα στα γιοφύρια). Παραπέρα πήραμε το δρόμο ανάμεσα στους μπαξέδες που τους είχαμε συνοδιά μας ως μες στην πολιτεία και που τα κλαριά τους έκαναν, λέει, τα πορτοκάλια, αυτά που τα τρώγαμε εμείς βγάζοντας τα μικρά φυτίλια, τα ξεφτίζαμε σαν ποντίκια, θαρρείς, και τα προσφαΐζαμε πάντα με μπόλικο ψωμί, σα να ’ταν μήλα των Εσπερίδων, τόσο ελάχιστα κι ακριβά που έφταναν, στη χάση και στη φέξη, απάνω στα χωριά μας.

   Μα τι να πρωτοθυμηθώ απ’ την πολιτεία; Το βράδυ, για να μην πληρώσουμε χανιάτικα, κοιμηθήκαμε στο μαγαζί ενός καζαντζή (Μαλάμο τον έλεγαν, απ’ τους Χουλιαράδες), που ήταν κουμπάρος μιανού συγγενή μας. Ήταν έβγα καλοκαιριού κι έβλεπες ολούθε καρπούζια, τα πολυπόθητα «χειμωνικά», που εμείς δοκιμάζαμε απ’ αυτά καμιά φέτα μονάχα, μια φορά το χρόνο, στο πανηγύρι της Αγια-Παρασκευής. Εδώ έφαγα σχεδόν όσο κρατούσε η καρδιά μου, γιατί μας φίλεψε πλούσια ο καζαντζής και κει τα ’χαν φαίνεται τα καρπούζια όπως εμείς τα κολοκύθια.

-Και το παιδί, τι το ’θελες, κουμπάρε; ρώτησε ο καλοθρεμμένος χαλκωματάς για μένα.

-Το ’φερα για το ελληνικό σκολείο! μίλησε καθαρά ο πατέρας μου, για πρώτη φορά.

   Ο καζαντζής με το ροδαλό πρόσωπο μου ’ριξε ένα σύντομο βλέμμα κάτω απ’ τα γυαλιά του και ξανάσκυψε στ’ αγγειά που μαστόρευε τσιγκανίζοντας όλη την ώρα. Ήταν φανερό πως δεν έβλεπε με καλό μάτι το δαπανηρό σχέδιο του πατέρα μου, ενός φτωχού φαμιλίτη.

   Καθίσαμε καναδυό μέρες στην Άρτα, με κέντρο πάντα το χαλκωματάδικο (για να μη χαθώ εγώ μες στην πολυκοσμία), ενώ ο πατέρας μου ρωτούσε από δω, κοίταζε από κει προσπαθώντας να πετύχει κανένα δωμάτιο οικονομικό, κανένα συνδυασμό που να του βολεί. Βρήκε κάποιο μισογκρεμισμένο παλιόσπιτο ή άφκιαστο ακόμα, δίχως παράθυρα –δε θυμάμαι καλά-, μα κι εκεί του ζητούσαν ακριβά ή τουλάχιστο ο ίδιος αποκαλούσε την τιμή «ζεματούρα».

-Πάμε να φύγουμε από δω, ήταν το συμπέρασμά του. Εδώ είν’ όλοι Οβριοί, κοιτάν να σ’ αφήσουν μπλέτσι (γυμνό), πρόσθεσε μ’ ερεθισμένη καχυποψία, με κληρονομική προκατάληψη.

   Αυτό, θυμάμαι, το είπε μπροστά σ’ ένα κατάστημα, μεγάλο μπακάλικο, όπου ήταν συνέταιρος ένας χωριανός μας κι όπου συχνάζαμε κι εμείς πελάτες ανώφελοι για το μαγαζάτορα. Μόλις άκουσα την απόφαση του πατέρα μου, που ήταν για μένα σα θανατική καταδίκη, έπεσα εκεί μπροστά στη μόστρα του Ζώη Κολιού, απάνω στα τσουβάλια με τα φασούλια και το ρύζι και τις άλλες πραμάτειες, κι άρχισα να κλαίω πικρά, δυνατά, μ’ αναφιλητά βλέποντας πόσο άδικα, σκληρά, ναυαγούσε τ’ όνειρό μου.

-Σήκω απ’ αυτού, σφούγγισ’ τα μάτια σου, με τραβούσε ο πατέρας απ’ το μανίκι, μην ξέροντας πώς να με μερώσει. Έλα, σύχασε, πάμε να φάμε στο μαγερειό, να μη γελάει ο κόσμος μ’ εμάς…

   Ήταν ευαίσθητος, πονετικός, παρόλο το απότομο συχνά φυσικό του, και το ξαφνικό ξέσπασμά μου του έδειχνε πως δε μπορούσε να μ’ αφήσει στη μέση, τώρα που μου ’χε ανοίξει ένα ζηλευτό δρόμο.

 

 

 

ΜΑΘΗΤΗΣ ΤΟΥ ΣΧΟΛΑΡΧΕΙΟΥ

 

 Ο πατέρας μου το ’χε πάρει απόφαση να με στείλει στο σχολαρχείο. Έβλεπε πως δεν παρηγοριόμουν με κανέναν τρόπο, αν μ’ άφηνε να μείνω με τα γράμματα του χωριού. Αποζητούσα με λαχτάρα, διψούσα να πιω κι από άλλες πηγές, απ’ τη νερομάνα την ίδια, αν ήταν βολετό. Έτσι αποφάσισε να κάμει οικονομίες απ’ αλλού για να τραβήξω, με τη βοήθεια του Θεού, στο δρόμο που είχα διαλέξει.

   Αφού αποκλείστηκε απ’ το πρόγραμμά μας η Άρτα, επειδή τα έξοδά μας εκεί θα ’ταν μεγάλα, κοιτάζαμε πώς να βολευτούμε πιο κοντά. Απέναντί μας, αντίκρυ απ’ την Πλάκα, ήταν το χωριό Άγναντα, όπου συχνοπήγαιναν οι γυναίκες της περιοχής μας. Κουβαλούσαν στην πλάτη τους αλάτι σε σακιά, απ’ το μονοπώλιο που βρίσκονταν εκεί. Με την ευκαιρία αγόραζαν και σπίρτα, πανί για καμιά ποδιά τους και λίγο χαλβά για τα παιδιά. Ήταν όμως εκεί κι ελληνικό σχολείο που το διεύθυναν δυο αδέρφια, οι ονομαστοί Καψαλαίοι. Δίδασκαν οι δυο τους σ’ όλες τις τάξεις, αναπληρώνοντας όποτε χρειάζονταν ο ένας τον άλλον, και γενικά είχαν πάρει μονοπώλιο –σαν το άλλο με τ’ αλάτι- την εκπαίδευση των Τζουμέρκων. Εννοείται όμως πως οι μαθητές τους ήταν μετρημένοι, γιατί δεν είχε ο άλλος διάθεση, ούτε προπάντων τ’ απαιτούμενα να στέλνει το γιο του για τέτοιες δουλειές.

   Απ’ τα μέρη μας μονάχα ένας είχε γραφτεί στο σχολαρχείο Αγνάντων, κι ήταν ο πρώτος απ’ τη δική μου τη δώθε μεριά του Αράχθου, που είχε πατήσει το πόδι του σ’ ελληνικό σχολειό. Δεν τον είχαμε δει ακόμα αυτόν τον τυχερό, τον αληθινά πρωτοπόρο, εγώ κι ο ξάδερφός μου ο Νάκος της Λένως, μα ξέραμε πως ανεβοκατέβαινε κάθε Σαββατοκύριακο απ’ το σκολειό στο σπίτι, για να κουβαλάει μονάχος του τα τρόφιμα της βδομάδας. Και τον ζηλεύαμε από μέσα μας, το γιο του Κώστα Πεταλά, που μας περνούσε ένα χρόνο στα μαθήματα κι είχε αξιωθεί να προχωρήσει πέρ’ απ’ το δημοτικό.

   Άμα ανάφερα κάποτε γι’ Άγναντα στον πατέρα, τον είδα να μορφάζει δυσάρεστα:

-Οι Αγναντίτες, είπε, είναι καρφωτήδες[27] κι αλαίμαργοι. Για να μάθεις γράμματα εκεί, πρέπει να μας ξαγοράσουν όλους απ’ το σπίτι…

   Έπειτα ήταν και τα περίφημα Ρυάκια που μας χώριζαν από κει, παρακλάδια του Άραχθου, όπου πνίγονταν κάθε τόσο γυναίκες ή παιδούρια, μη βρίσκοντας πουθενά πόρο, κάθε φορά που οι πλατιές του κοίτες κατέβαζαν και ξεχειλούσαν με τις χειμωνιάτικες νεροποντές.

-Ας λείπουν και τα γράμματα και το καλό τους, μουρμούριζαν οι γυναίκες του σπιτιού μας ακούγοντας γι’ Άγναντα.

   Ο γιος του Πεταλά ήταν πιο μεγάλος από μας, πιο γερός και σβέλτος, ενώ εμείς τ’ άπιαστα δεν είχαμε τακάτι[28] να πηδάμε ποτάμια, στοιχειά ζωντανά.

   Τότε ο πατέρας μου, που ενεργούσε πάντα ιδιόρρυθμα, που έκανε πάντα του κεφαλιού του, χωρίς ν’ ακούει άλλον, μας πήρε μια μέρα, εμένα και το Νάκο, και τραβήξαμε για τα Κατσανοχώρια, άγνωστη χώρα για μας.

   Ήταν μια περιοχή χωριών που μόνο οι μεγαλύτεροι την ξέραν, όσοι αραδίζαν με τα πόδια στα Γιάννινα. Εμείς δεν την είχαμε δει καθόλου, γιατί έπεφτε πίσω απ’ το Ξεροβούνι. Ωστόσο ξεκινήσαμε και οι τρεις μας και περπατώντας μισή μέρα, μέσ’ από απότομες λαγκάδες που κρέμονταν απάνω απ’ το ποτάμι, φτάσαμε το μεσημέρι σ’ έναν καμπότοπο με πλαγιές όλο χαμόκλαδα από γύρω. Εκεί βρίσκονταν το Καλέντζι, έδρα κι αυτό σχολαρχείου.

   Η πρώτη δουλειά του πατέρα μου ήταν ν’ ανταμώσει το σχολάρχη. Πήγαμε και τον ηύραμε στην κορφή του χωριού, στην άκρη από έναν «χαλιά», χαλικότοπο, όπου ήταν το σκολειό. Ο σχολάρχης κάθονταν εκεί, απόλυτος αφέντης του μέρους, όπως ένας γούμενος σε μοναστήρι. Δεν είχε έρθει ακόμα ο καιρός των μαθημάτων, μα εκείνος βρίσκονταν εκεί για να κάμει, λέει, τις εγγραφές.

   Εμείς οι δυο ήμασταν ορμηνεμένοι από πριν και μόλις βρεθήκαμε μπροστά στον αρχιδάσκαλο του φιλήσαμε σκύβοντας το χέρι. Ήταν παχουλό σαν γούμενου, πραγματικά, κι εμείς οι δυο μοιάζαμε κείνη τη στιγμή, δειλοί, ντροπαλοί, με καλογεροπαίδια.

   Ο σχολάρχης μας δέχτηκε συγκαταβατικά. Ρώτησε τον πατέρα μου από πού ήταν, τι δουλειά έκανε και ποια τάξη είχαμε τελειώσει. Ο πατέρας μου του έδειξε τα ενδειχτικά της πέμπτης και ζήτησε να μας βάλει στη δευτέρα του ελληνικού.

-Αυτό θα το ιδούμε, απάντησε εκείνος. Άμα γράψουν καλά στις εξετάσεις…

   Ο πατέρας μου, που όταν ήθελε να πετύχει κάτι γινόταν εύγλωττος πολύ, άρχισε να τον βεβαιώνει πως γράφαμε κι οι δυο σαν του τύπου, πως ήμασταν οι καλύτεροι του σκολειού κι άλλα τέτοια.

-Άλλα σχολεία εκείνα κι άλλο τούτο, παρατήρησε ο δάσκαλος κάπως αυστηρά. Εδώ λέγεται σχολαρχείο κι έχουμε εξετάσεις, τόνισε μ’ έμφαση.

   Ο σχολάρχης μας κοίταζε πότε πότε, μαλακά, μα εμείς δεν τολμούσαμε να σηκώσουμε το βλέμμα. Καθόμασταν ήσυχα, σεμνά, σα νύφες.

   Ο πατέρας μου όμως δεν παρατούσε εύκολα τη μάχη. Ένας χρόνος για μας ήταν σπουδαία υπόθεση. Δεν έπρεπε να χαθεί έτσι για γούστο.

-Ξέρουμε πως η αφεντιά σου είσαι σχολάρχης, απ’ τους λίγους, γι’ αυτό ήρθαμε σ’ εσένα από κει πέρα, τον καλόπιασε ο πατέρας λεπτά, με μαλαγανιά.

   Ο σχολάρχης χαμογέλασε ευχαριστημένος, μα τούτο δεν τον εμπόδισε να προσθέσει:

-Δίκιο έχεις, αλλά καλύτερα να μείνουν στην πρώτη ελληνικού. Έτσι θα χορτάσουν καλύτερα γράμματα. Αλλιώς θα σκοντάφτουν ολοένα, θα καθυστερήσουν παραπέρα, που είναι χειρότερο.

   Ο πατέρας μου άρχισε τότε να κλαίγεται, λέγοντας πως ήμαστε φτωχοί άνθρωποι, πως δεν φτάνουν για πολλά οι δυνάμεις μας (του άρεσε πάντα να ομορφαίνει το λεχτικό του) και γενικά προσπαθούσε ν’ απαλύνει τη διάθεση του σχολάρχη.

-Καλά, ας έρθουν αύριο να τους βάλω να γράψουν, είπε στο τέλος, για να τον αφήσουμε ήσυχο, φαίνεται…

   Την υπόλοιπη μέρα αρχίσαμε να κοιτάμε για σπίτι. Στο χωριό εκείνο δεν είχαμε ούτε συγγενή, ούτε γνωστό, έπεφτε ζερβά για μας, και το χώριζε βουνό απ’ το δικό μας. Ρωτώντας όμως από δω κι από κει, έφτασε στο τέλος σε κάποιον Χρίστο Παπανικόλα, που κάθονταν στην άκρη του χωριού, δεξιά. Μίλησαν μαζί, παζάρεψαν κάμποσο, τα ’παν έτσι κι αλλιώς, με αποτέλεσμα να καταλήξουν σε κάποια συμφωνία. Ναι, θα με κρατούσαν σπίτι τους, αλλά με τον όρο να τους φκιάσει ο πατέρας μου (που ήταν τεχνίτης πολύμορφος) μια πόρτα και κάτι παράθυρα. Έλειπαν τα κουφώματα απ’ την πρώτη κάμαρα του σπιτιού του, της εισόδου να πούμε, και δυσκόλευαν την οικογένεια που αναγκάζονταν να συγυρίζεται μονάχα σ’ ένα δωμάτιο, το εσωτερικό.

   Δεν ξέρω τι είπαν, ούτε τι συμφώνησαν οριστικά. Μα ολοένα κουβέντιαζαν και κανόνιζαν τη σύμβασή τους, όπως όταν πρόκειται να πουλήσεις ένα γελάδι ή να κάμεις μια σπουδαία αγορά.

   Ο ξένος εκείνος άνθρωπος, που φαινόταν από τότε ηλικιωμένος, με άσπρα μαλλιά και άκοπα γένια, προσπαθούσε στη συζήτηση με τον πατέρα μου να πετύχει πιο πολλά. Μα κι ετούτος δεν ήταν κανένας που μπορούσες να τον φέρεις εύκολα τούμπα. Με μαστοριά, με διπλωματία, μ’ ελιγμούς επιδέξιους, αναπτύσσοντας πολυλογία, προβάλλοντας επιχειρήματα, κοίταζε να κόψει απ’ τον άλλον ό,τι μπορούσε.

   Πάντως θα κουβαλούσαμε εμείς «γέννημα» (καλαμπόκι), φασούλια, τραχανά και λίγη αρτυμή[29]. Οι νοικοκυραίοι θα μου ζύμωναν και θα μαγείρευαν, δηλαδή θα έτρωγα μαζί τους. Κι ο πατέρας μου θα τους μαστόρευε τα πορτοπαράθυρα απ’ τον άλλο μήνα που θα άρχιζε το σκολειό. Τα μερεμέτια και το νοίκι, τουλάχιστο στην αρχή, θα ’ρχονταν ίσα ίσα.

   Αλλά το κυριότερο ήταν να μπαίναμε στη δευτέρα τάξη. Από κει ξεκινούσαν όλα τα σχέδια, χωρίς αυτό ήταν ανώφελη κάθε συμφωνία.

 

   Παρ’ όλη τη συγκίνηση που νιώθαμε γι’ αυτήν την πρωτογνώριστη δοκιμασία, δε σαστίσαμε ωστόσο την άλλη μέρα, όταν μας έβαλε ο δάσκαλος να κλίνουμε στο χαρτί ονόματα της τρίτης κλίσης, ίσως και κανένα ρήμα, να προσθέσουμε συμμιγείς αριθμούς, αν όχι και κλάσματα. Μπορεί να έτρεμε λίγο το χέρι μας, αλλά το μυαλό δούλευε καλά. Τα γράμματα έβγαιναν απ’ την άκρη της πένας στρογγυλά, ευανάγνωστα, καλλιγραφικά, κι ήταν το σπουδαιότερο κεφάλαιο που είχαμε να παρουσιάσουμε σ’ εκείνο το ξένο χωριό, στον άγνωστο εξεταστή μας. Και στην ορθογραφία, το ξέραμε, ήμασταν δυνατοί, κι ούτε άλλο λάθος μπορούσε να μας ξεφύγει.

   Ο πατέρας μου καθόταν παραέξω, απάνω σε μια πέτρα, καπνίζοντας και περίμενε τ’ αποτελέσματα μ’ εμπιστοσύνη για μας.

-Ε, τι καταλαβαίνεις, κύριε σχολάρχα; (ήταν μυστήριο πώς τα πετύχαινε και δε λάθευε στις εκφράσεις του.)

   Στο ερώτημα αυτό ο σχολάρχης δε θέλησε πάλι να τον σιγουρέψει μ’ ένα ναι. Είχαμε δει πως έριξε μια ματιά στις κόλλες μας, που τις είχαμε παραδώσει σχεδόν ταυτόχρονα, μαντέψαμε απ’ το βλέμμα του πως έμεινε ευχαριστημένος, αλλά φυλάγονταν ακόμα να δώσει την έγκρισή του, να ξαποφασίσει κι ο πατέρας.

-Δεν ξέρουν αρχαία, είπε, δεν ξέρουν ρήματα. Πώς θα προχωρήσουν;

   Αχ, αυτά τ’ αρχαία, τα ρήματα! Τόσον καιρό τ’ ακούγαμε κι ήταν ο εφιάλτης μας. Εκεί στο χωριό οι δάσκαλοί μας, πανάθεμά τους, δε μας έκαμαν λέξη απ’ αυτά. Και να τώρα που γίνονταν εμπόδιο στην πρόοδό μας.

-Έπρεπε ν’ αρχίσουν απ’ τους μύθους του Αισώπου, συνέχισε ο σχολάρχης μιλώντας γι’ αυτά όπως ένας μαραγκός για τα σύνεργά του. Πώς θα μπορέσουν να παρακολουθήσουν απ’ ευθείας Ξενοφώντα; -δευτέρωσε το χτύπημά του.

   Ο πατέρας μου είχε σκύψει το κεφάλι του τώρα. Αυτά τα ονόματα είχαν πέσει απάνω του σαν ασήκωτα βουνά. Φαινόταν συλλογισμένος, περίλυπος. Μα κι ο σχολάρχης, που θα ’ταν αρκετά ψυχολόγος, δεν άργησε να καταλάβει πως αυτή η επιμονή του πατέρα μου είχε βαθύτερη ρίζα. Φτωχός άνθρωπος, σου λέει, ξεκινημένος απ’ τα κείθε χωριά, δεν το ’χει σε τίποτε και να τα πάρει πίσω τα παιδιά του. Είχε αρχίσει κιόλας να μη μας ξεχωρίζει τον έναν απ’ τον άλλον.

   Σκεφτόταν ο πατέρας μου, σκεφτόταν κι ο σχολάρχης. Το σχολείο έχει ανάγκη από μαθητές, οι τάξεις χρειάζεται να ενισχυθούν με ανθρώπινο υλικό. Δε συμφέρει να διώχνουμε παιδιά που μας έρχονται από ξένα χωριά. Άμα μείνει στάσιμος ο αριθμός, μπορεί να μεταφέρουν αλλού την έδρα. Ώρες είναι να δώσουν κανένα φύσημα για τα Ντερβίζιανα. Κι εκεί πέρα είναι κλέφτες, μαχαιροβγάλτες, Λάκκα-Σούλι σου λέει ο άλλος. Τι τα θέλεις, τι τα γυρεύεις;

   Αυτές είναι οι σκέψεις που δανείζω αυθαίρετα του δασκάλου –τώρα μεγάλος- αλλά ίσως να μην απέχουν και πολύ απ’ την αλήθεια. Ένας άνθρωπος με ανάγκες, μ’ εξαρτήσεις, δεν μπορεί να ’ναι τόσο επίσημος, τόσο ιδανικός όσο δείχνεται στα μάτια άγουρων παιδιών. Κι εμείς τότε τον βλέπαμε το σχολάρχη σα θεό, η τύχη μας κρέμονταν από μια λέξη του μονάχα.

-Θα ιδούμε τέλος πάντων, είπε ξανά στον πατέρα μου. Θα κοιτάξω καλύτερα και τα γραπτά. Εγώ τα βάζω και στη δευτέρα, δε με πειράζει, αλλ’ αυτά θα κουραστούν, μη μετανιώστε αργότερα…

   Ω, μπορούσε να το δώσει και γραφτό ο πατέρας μου. Τέτοια παιδιά σαν εμάς δεν είχαν καθόλου σκοπό να κουραστούν, ούτε θα μετάνιωνε κανένας ποτέ∙ να ’ταν ήσυχος γι’ αυτό.

-Μονάχα η αφεντιά σου κάμε το καλό κι εμείς είμαστε από κείνους που θα στο γνωρίζουν, τον βεβαίωσε με φωνή που έτρεμε, σχεδόν έτοιμος να δακρύσει, μισό από συγκίνηση, μισό από ηθοποιία.

   Ο σχολάρχης, τι να ’κανε, λύγισε στο τέλος.

-Σύρτε τώρα στο χωριό σας, μας είπε, και σε δέκα δεκαπέντε μέρες να ’ρθετε πίσω.

   Ήταν μια έμμεση αποδοχή, πώς να μας μιλούσε καθαρότερα. Ο πατέρας μου συγκινημένος θέλησε να του προσφέρει τον καπνό της σακούλας του –ήταν απ’ το καλό, λέει, χαβανίσιο[30]- μα ο σχολάρχης δε δέχτηκε την προσφορά, με τη δικαιολογία πως δεν κάπνιζε.

-Καλά, ξέρουμε το χρέος μας εμείς, έδωσε ο πατέρας μια αόριστη υπόσχεση, από κείνες που ξεχνούσε ύστερα να εκπληρώσει.

   Αποχαιρετήσαμε το μελλοντικό δάσκαλό μας και ξαναπήραμε το δρόμο του γυρισμού. Τα πόδια μας είχαν γίνει αλαφρότερα τώρα κι ο πατέρας μου, χαρούμενος για την επιτυχία της αποστολής του, σφύριζε κάπου κάπου στη στράτα, όπως πολύ σπάνια το συνήθιζε.

   Ήταν ικανοποιημένος πολύ απ’ τον εαυτό του, απ’ το έργο που είχε καταπιαστεί.

Ορίστε που κατάφερε να μας βάλει στην τάξη που ήθελε. Να που ξεκινούσε πρώτος αυτός παιδί του για το ελληνικό σχολείο. Και του χρόνου, τον άλλον, θ’ ακολουθούσαν το παράδειγμά του ένας, δυο, τρεις ακόμα απ’ το χωριό. Ένιωθε πως πρωτόκανε στον τόπο μας μια δοκιμή, μια δύσκολη απόπειρα, σαν έναν που φέρνει απ’ αλλού και φυτεύει για πρώτη φορά ένα νέο σπόρο και τον παιδεύει η λαχτάρα –θα πιάσει, δε θα πιάσει.

Πώς θα τα ’βγαζε όμως πέρα μ’ αυτή την κουτουράδα που αρχινούσε; Ο πατέρας μου λογάριαζε και τη δεκάρα, όπως όλοι οι χωριάτες που χύνουν ίδρωτα, ώσπου να πιάσουν κανένα λιάνωμα και το τσιμπιδώσουν ύστερα στα δάχτυλά τους. Αυτός ο παντοδύναμος, που τον έψελνε κάθε Κυριακή με κατάνυξη, χωρίς να παίρνει απ’ τους παπάδες ούτε μια λειτουργιά, αυτός ο πολυεύσπλαχνος θα φρόντιζε να του φυλάει γερά τα ποδάρια, που ήταν πια το μέσον βιοπορισμού του, για να ταΐζει τόσα στόματα, να κάνει και μένα άνθρωπο της προκοπής.

-Ξέρετε κάτι, θέλησε να μας ανακοινώσει, όταν ζυγώναμε πια στο χωριό.

   Τον κοιτάξαμε ερωτηματικά.

-Ο δάσκαλος που θα ’χετε, αυτός ο σχολάρχης, είναι γύφτος! Μείναμε και οι δυο με το στόμα ανοιχτό.

-Ναι, γύφτος απ’ την Καλούτσιανη, που θα την έχετε ακουστά. Κοιτάξτε όμως τι άνθρωπος γίνηκε απ’ τα πολλά γράμματα. Ανοίξτε τα μάτια σας κι εσείς, αν θέλετε να φάτε ξαπόσταγα[31] ψωμί. Αυτό έχω να σας ειπώ.

   Δεν πα να ’ταν γύφτος κι οβριός ακόμα! Για μας ήταν ο σχολάρχης, ο πρωθιερέας της νέας μας θρησκείας. Και ανυπόμονοι, μόλις φτάσαμε στο σπίτι μας, προδικάζοντας από τώρα το αποτέλεσμα, πήραμε τα παλιά τετράδιά μας και γράφαμε αράδα, ακατάπαυτα, σα μεθυσμένοι, κάτου απ’ τ’ όνομά μας:«Μαθητής του Σχολαρχείου».

   Ήταν σαν τα γαλόνια που φοράει κανένας όλο καμάρι, πριν τυπωθεί ακόμα η προαγωγή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

 



[20] βαρελάς

[21] δυνατότητα, ευκαιρία

[22] στενό ορεινό πέρασμα

[23] πυκνό άγριο δάσος

[24] τρούλος

[25] θαυμάζω, απορώ

[26] ορεκτικό

[27] αυτός που καρφώνει τα λεφτά, τσιγκούνης

[28] κουράγιο

[29] μη νηστίσιμο φαγητό

[30] κομμένος στο χαβάνι, καπνοκοπτικό μηχάνημα

[31] ξεκούραστα




5ο Μέρος
Πίσω στην Εισαγωγή

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA