ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ

 

1

 

    Ο κυρ-Σταύρος σα να κυριεύτηκε από πανικό. Δεν κάθισε να κοιτάξει και κάτι άλλες δουλειές του στη χώρα. Έσερνε το Γιώργη μαζί του σαν ξεριζωμένο ολάνθιστο δεντρί. Τόνε κρατούσε από το μανίκι κι άνοιγε το βήμα, το τάχαινε ολοένα, για να προφτάσει στο χάνι συντροφιά. Ο Γιώργης έτρεχε, για να πηγαίνει μαζί του και θυμότανε μια σκηνή που είχε δει, προ λίγες μέρες και τώρα έπαιρνε στο μυαλό του φανταστικές διαστάσεις:

    Στεκότανε στη στράτα κι έβλεπε που ερχόντουσαν δυο γυναίκες μ’ έναν άντρα που κρατούσε από το χεράκι ένα μωρουδάκι παχουλό, στρογγυλό και ντυμένο σαν κούκλα –από κείνα τα μωρουδάκια που θωρώντας τα απορείς πως περπατάνε. Άξαφνα, μακριά, σφύριξε το τραμ πως θα φύγει και βιαστήκανε να το προφτάσουν. Οι γυναίκες ανοίξανε το βήμα κι ολοένα το τάχαιναν. Ο άντρας άνοιξε το βήμα, για ν’ ακολουθεί τις γυναίκες ξεχνώντας πως κρατούσε από το χέρι το μωρουδάκι, που για να τον ακολουθά, άνοιγε τα μικρά ποδαράκια κι έτρεχε. Ακόμα λίγα βήματα κι οι γυναίκες αρχίσανε να τρέχουν με μικρά ταχιά βήματα, έχοντας τα μάτια καρφωμένα στο τραμ που σφύριζε δεύτερη φορά˙ κι ο άντρας τάχαινε κι άνοιγε πιότερο το βήμα για να πηγαίνει μαζί τους. Τα μικρούλικα ποδαράκια μόλις αγγίζανε τη γης κι ανοίγανε πολύ κωμικά σε μακριές, γρήγορες δρασκελιές και τρέχανε σαν κουρδισμένα. Τα χειλάκια σουφρώσανε σα γαρουφαλάκι και τα μαγουλάκια φουσκώσανε. Άξαφνα σφύριζε για τρίτη φορά και το τραμ σάλεψε να ξεκινήσει. Οι γυναίκες μαζέψανε τα φουστάνια τους και τρέχανε μ’ όλη τη δύναμή τους. Ο άντρας άρχισε να τρέχει πίσω τους. Δέκα οργιές και θα πατούσανε στο τραμ. Το μωρουδάκι βρέθηκε κρεμασμένο από το χέρι του άντρα και τα κουρδισμένα ποδαράκια με τις κοντές καλτσίτσες και τα λευκά παπουτσάκια ανοίγανε, κάτω από τα ομπρελωτά κοντά φουστανάκια, ανάερες δρασκελιές. Ξεκίνησε το τραμ, έφυγε και όλη η οικογένεια δαιμονισμένη έτρεχε να το προφτάσει. Ο Γιώργης στεκότανε και θωρούσε ώσπου τραμ και άνθρωποι χαθήκανε στο βάθος του δρόμου˙ και πήγε στη δουλειά του έχοντας την εντύπωση πως το τραμ θα τραβούσε και θα ξέσερνε ξωπίσω του την οικογένεια αιώνια σ’ ένα ίλιγγο!

    Τώρα τρέχοντας για να πηγαίνει με τον πατέρα του που άνοιγε και τάχαινε ολοένα και πιότερο το βήμα, χλώμιασε κι αγκομαχούσε κι έπαιρνε την εντύπωση πως ήτανε μωρουδάκι με σουφρωτό στοματάκι, με φουσκωμένα μάγουλα, με κοντά πλατύγυρα φουστανάκια κι έτρεχε με κουρδισμένα ποδαράκια. Όταν στρέψανε τη γωνία κι είδε το χάνι, του ‘φάνη πως σάλεψε άξαφνα κι έφευγε κι έφευγε μπροστά τους με τον πεταλωτή, την κοπριά και τα παχνιά του!

    Όλοι οι χωριανοί του κυρ-Σταύρου είχανε φύγει πολλή ώρα και πιο βαρύθυμος έστρωσε τ’ άλογα και ξεκίνησαν. Τ’ άλογο του Γιώργη κεντρισμένο από τον κυρ-Σταύρο πήγαινε μπροστά. Στη γωνιά του δρόμου που θ’ άφηναν την αγορά, την πόλη, για να τραβήξουνε το δρόμο της εξοχής, ένας γέρος, πουλητής καρτ-ποστάλ, χαρτένιων ταντελών για τα ράφια και τις πιατοθήκες και λογής μικροπράματα και παιχνιδάκια από τενεκέ ή χαρτόνι, πλουμισμένα με βαφές και χρυσαλοιφές, καθότανε με το πανέρι στα γόνατά του, διαλαλώντας με μακρόσυρτη φωνή τη χρησιμότητα της ψεύτικής του πραμάτειας.

    - Νταντέλες! Νταντέλες! Άλογα, αμάξια, αυτοκίνητα, σιδερόδρομους, βαπόρια… Ούλα αυτοκίνητα! Ναπολεόνια, μια πεντάρα τα δυο. Σάλπιγγες, σάλπιγγες, σπαθιά. Παράσημα λογής λογής και μεγαλόσταυρους. Το ελληνικό στέμμα. Τα στέμματα της Ευρώπης κι ούλοι οι βασιλιάδες μια πεντάρα το ζευγάρι.

    Και θυμήθη πως σ’ αυτή τη γωνιά είχε συναπαντήσει τη μέρα που ερχότανε στη χώρα, το γέρο που διαλαλούσε με την ίδια μακρόσυρτη φωνή τα ψεύτικα μικροπράματά του.

    - Σα να ‘τανε χτες!

    Ο πατέρας του ξεπέζεψε, για ν’ αγοράσει ένα καθρεφτάκι της τσέπης και βρήκε την ευκαιρία να περιεργαστεί το γέρο και την πραμάτεια του.

    - Είναι τέσσερα χρόνια.

    Το λεύκωμα των μαλλιών και το βαθούλωμα των ζαρωματιών  στο πρόσωπο του γέρου μα περισσότερο η διαφορά της εντύπωσης, που έκαναν στην ψυχή του τότες τα ψευτοχρυσωμένα πράματά του, με την τωρινή, θυμίσανε πως στο μεταξύ τω δυο συναντήσεών τους, ήταν μια ολάκερη περίοδο της ζωής του!

 

    - Δεν ήτανε Σεπτέμβριος που με ξεσηκώσανε από το χωριό μου; - Ναι. Είχε αποφασιστεί από τον Αύγουστο μα η Βασίλαινα, η μαμή, συμβούλεψε πως πρέπει να περιμένουμε όσο ν’ αποτρυγηθούνε τα περβόλια και τ’ αμπέλια. Για να μην αφήσει, λέει, με το στανιό του το χωριό και μαραζώσει. Κάθε δεντρί με τον καιρό του μεταφυτεύεται, λέει, και το κάθε πουλί με τον καιρό του αποδημά. Ο πατέρας μού ‘λεγε για μια ζωή «καλοπέραση» που θα ‘χω στη χώρα, στο σπίτι του νονού μου κι ο Πανάγος, ο αδερφός μου «Θα γίνεις άνθρωπος, βρε» μου είπε και πρόστεσε πικρόχολα «δε θα μείνεις εσύ, ζο». Η Ελένη, η αδερφή μου, έκλαιε κι η μάνα της έλεγε σιγανά «Σώπα τρελή, θα δουλέψει, θα πιαστεί από παράδες και θα σ’ αποκαταστήσει. Μην καρτεράς από τον μπεκρούλιακα τον πατέρα σου και τον πικράντερο τον Πανάγο». Έκαμα ένα γύρο στο χωριό, στα περβόλια και στ’ αμπέλια με το Σπύρο. Λέγαμε: «Σα θα ξαναγυρίσω, όλα θα ‘ναι αλλαγμένα!» Μπήκα στην εκκλησιά κι έβαλα το σταυρό μου· και πήγα και κάθισα στο μονολίθι που κάθισε ο καημένος ο Σπύρος, που δε θέλησε να μπει στην εκκλησιά, γιατί φοβότανε τον αρχάγγελο με τα μεγάλα γουρλωμένα μάτια. «Δεν ξέρεις πόσο το φοβάμαι» είπε «κι ακόμα όταν είναι γιομάτη η εκκλησιά το φοβάμαι!» «Τι είν’ αυτά, μωρέ Σπύρο;» του είπα και κείνος κούνησε το κεφάλι του, σα να ‘λεγε: «Καλά, καλά, θα δεις!» και σωπάσαμε. Σα να το ‘ξερε ο καημενούλης πως σε λίγους μήνες θα πέθαινε. Περιμέναμε, με το συχωρεμένο, να περάσει ο πατέρας μου να με πάρει πισωκάπουλα στ’ άλογο και να φύγουμε. Καθόμασταν πολλή ώρα στο μονολίθι κι όταν ήρθε ο πατέρας και με πήρε στ’ άλογό του, ο μακαρίτης έβγαλε μια φωνή: «Πω, πω, πώς ζεστάθηκε η πέτρα από το καθισιό σου!» και πασπάτευε το μονολίθι. «Τι λες, μωρέ Σπύρο;» του είπα. Έφταξε και το Κατερινιώ, το τσαμένο το Κατερινιώ της χήρας, ξαναμμένο από το τρεχιό. «Να σ’ αποχαιρετήσω» λέει ξεπνοϊσμένο «και να πεις  στο Φλιάμο χαιρετίσματα.» «Φχαριστώ και καλήν αντάμωση, Αικατερίνα!» Η μάνα με προβόδισε ως το ξάγναντο. Μου υποσχέθη πως θα ‘ρχεται συχνά στη χώρα να με βλέπει κι έμεινε εκεί και σειούσε το μαντήλι. «Στην ευκή μου και της Παναγίας.» Σουρούπωσε. Γύριζα και τη θωρούσα ακόμη εκεί ορθή πλάι στο κυπαρισσάκι. Σκοτείνιασε και δε μπορούσα να ξεχωρίσω ποια ‘ν’ η μάνα, ποιο το κυπαρισσάκι! Το πρωί μπήκαμε στη χώρα κι είδα το γέρο με τα χρυσά παιχνίδια. Τα ζούλεψα και συλλογίστηκα: «Γιατί τάχα δε θα μπορούσε να είναι ο Αι-Βασίλης που μοιράζει στα καλά παιδιά καλούδια;»

 

 

2

 

    Έτσι αναθυμόταν ο Γιώργης αφημένος στο αποκαρωτικό[1] λίκνισμα τ’ αλόγου που προχωρούσε, αφήνοντας πίσω του την πόλη. Δε βγήκε ακόμα από την αχτίνα που φτάνουν οι πυκνές αμαξάδες των απογεματινών περιπάτων και τα πλατάνια που αραδιάζονταν δεξιόζερβα του δρόμου, ήτανε κατασκονισμένα και κατσουφιασμένα. Μια στιγμή ο κυρ-Σταύρος χτύπησε τ’ άλογο κι άρχισε να τριποδίζει. Ο Γιώργης ξύπνησε μα κρατούσε ακόμη τ’ όνειρό του και βλέποντας τα ραιβά πλατάνια, μουρμούρισε:

    - Ούτε μια σπιθαμή δε μεγαλώσανε από τότες!

    Το βήμα του αλόγου ξανάστρωσε γλήγορα και το παιδί ξαναβυθίστη στις αναμνήσεις του:

    Δεν ήτανε κοντά μεσημέρι που πήγαμε στης νονάς; Ναι. Φτάσαμε πρωί μα πήγαμε πρώτα στο χάνι, ύστερα στο «καζίνο» και μετά σπίτι. Μόλις πέρασα την πόρτα κι η ψυχή μου σκεπάστη. Σα ν’ αποτραβήχτη, καθώς το σαλιγκάρι στο καβούκι του! Ενόμιζα πως ήξερα τη νονά. Είχε έρθει πριν πέντε έξι χρόνια στο χωριό, μα, δεν ξέρω πώς, είχε αλλάξει η εικόνα της στο μυαλό μου. Είδα τώρα όλως διόλου άλλη γυναίκα από κείνη που θυμόμουνα. Όμως κατάλαβα πως κι αυτή με ήξερε ή με φαντάζονταν διαφορετικό, γιατί με μέτρησε με το μάτι της κι είπε: «Δεκατριώ χρονών, είπατε; Φαίνεται μικρότερος από την ηλικία του. Ας είναι, φτάνει να είναι καλόβολο και πρόθυμο…» Βγήκε η Μαρή από τη σάλα. «Παρντόν!» είπε μέσα «μας φέρανε ένα παιδί από το χωριό. Α, τι συμπαθητικό κι έξυπνο μουτράκι!» «Σιγά μην ακούσουνε τα παιδιά και τους μπει ζήλια, γιατί τότες δε θα μπορέσει να κάτσει εδώ» είπε η νονά. «Α, άφησες τον κύριον Κώστα μονάχο του, αστόχαστη!» «Μας συγχωρείτε, μας φέρανε ένα χωριατόπουλο.» Τρέξανε δυο αγόρια. «Α, μας φέρανε το δουλάκι!» «Μενέλαε, Νόλλη. Τι είν’ αυτά;» «Πώς το λένε το όνομά σου;» «Γιώργης. Είναι αναδεξιμιός του πατέρα σας, είστε καλαδερφάκια» είπε ο πατέρας. Σα να μην τους άρεσε αυτό, ξινίσανε τα μούτρα τους. «Μίλα ν’ ακούσουμε πώς μιλάς, χωριατόπουλο.» «Νόλλη, Νόλλη! Τι είν’ αυτά;» φώναξε η νονά από μέσα. Παίρνω μιαν άμυνα μπροστά τους μα ας σαλέψουν το λοιπόν! Ας μιλήσουν! δε μ’ αρέσει να μένω πολλή ώρα στη στάση του σκαντζόχερα κι έχω όρεξη να κάνω και το σκυλί. Φεύγουνε. Α, α, θαρρείτε σεις! Εδώ που καθόμασταν ήταν τραπεζαρία. Ένα μπουφέ γιομάτο γυαλικά και στη μέση της κάμαρας ένα τραπέζι στρωμένο. Το τραπεζομάντιλο είναι κάτασπρο και κρέμεται ως κάτω στο πάτωμα. Πού και πού φαίνεται κανένα λουλουδάκι και πεταλουδίτσες. Άμα σαλέψω δεξιά ή αριστερά ή άμα ανασηκωθώ, τα πλουμιά σβήνουνε κι αναφαίνουνται άλλα παρόμοια παρακάτω. Είναι λινό κι είναι έτσι υφαμένο, είναι το καλό τραπεζομάντιλο. Είναι στο τραπέζι το καλό σερβίτσιο. Στη μέση ένα αστραφτερό πράμα. Αλατιέρα. Μέσα σε χρυσά κι ασημένια λουλούδια, γυαλιά μ’ αλατοπίπερο και μπουκαλάκια με ξιδόλαδο κάνει το τραπέζι να φαντάζει σαν Αγία Τράπεζα. Απάνω στον μπουφέ είναι μια κρουσταλλένια μπουκάλα με κρασί. Μια λουρίδα ήλιος που βγαίνει πίσω από την κατεβασμένη κουρτίνα, περνάει τη μπουκάλα και πάει και γιομίζει ένα κρυσταλλένιο ποτήρι με το κατακόκκινο κρασί. Έρχεται η νονά. «Κουμπάρε,» λέει «μας συγχωρείτε, σήμερις έχουμε το μέλλοντα μνηστήρα της Μαρής. Καταλαβαίνετε, θα φάτε χώρια, θα φάει μαζί σας κι η μητέρα. Καταλαβαίνετε και μας συγχωρείτε. Από αύριο ο μικρός θα τρώγει στο τραπέζι μαζί μας.» Και μ’ έλουσε με το καλό της χαμόγελο. Ήτανε εκεί ο μέλλο γαμβρός της. Όταν έφυγε κι άκουσα τη φωνή της… Ω!

 

 

3

 

    - Α, ω! Τρομάρα μου, τι συμβαίνει; Τίποτις, σκόνταψε τ’ άλογο. Όχι. Ξεχάστηκα με τις αναμνήσεις κι απαράτησα τα λουριά. Πεδουκλώθηκε τ’ άλογο και πώς δε μ’ έριξε! Έσκυψε και μάζωξε τα λουριά. Εστράφη κι είδε πίσω, μακριά, την πόλη.

    Είχανε προχωρήσει κι ανέβει πολύ κι η πόλη γαλάζωνε σα να μην ήτανε αυτή μα η σκιά της και καθρεφτίζουνταν στη θάλασσα. Ένα σύγνεφο σκόνης, που ξετυλίγονταν σε μακριά λουρίδα, τήνε πετούσε μακριά και τους χώριζε. Του έσφιξε την καρδιά μια μελαγχολία – μελαγχολία αόριστη.

    Σ’ αυτή την επαρχιακή πόλη, τριγυρνούσε η παιδική του περιέργεια χωρίς να ικανοποιηθεί σε τίποτις· κι αναπτυχθήκανε οι νεανικοί του πόθοι, θρεμμένοι από τις απάτες που γιομίζουνε τα λογής βιβλία που κατά τύχη πέφτανε στο χέρι του. Προχωρούσανε ανάμεσα σε δυο λιοστάσια και τραβούσανε προς τον κάμπο. Συλλογίζονταν την καλύτερή του μέρα μέσα σε τέσσερα ολάκερα χρόνια που έζησε στη χώρα. Δεν ήτανε η μέρα που ο δάσκαλος του είπε ένα πρωί μπροστά σ’ όλους τους μαθητές πως αυτός θα γίνει ΚΑΤΙ; Την ίδια μέρα, που σα σκολνούσε το μεσημέρι, του ‘ριξε ένα βλέμμα ευνοϊκό εκείνη η μικρούλα;

    Αλήθεια! Κείνη η μέρα ήτανε η ευτυχέστερη της ζωής του. Από το πρωί ως το μεσημέρι έκανε το γλυκό βύθισμα στον εαυτό του, ερευνώντας μην ήτανε κανένας μεγάλος ζωγράφος, ποιητής ή μουσικός κι από το μεσημέρι και πέρα – ως αργά, βαθιά νύχτα που αποκοιμήθη – συλλογίζονταν μη το αίστημα που του γέννησε το γλυκό βλέμμα της μικρούλας ήτανε…

    - Ναι!

    Τώρα συλλογιέται πως από τότες περάσανε δυο χρόνια κι ακόμα δε βρήκε την κλίση του, δεν έβαλε σκοπό της ύπαρξής του και δεν εξεδιάλυνε αν αυτά που αιστάνουνταν κάθε φορά που του χαμογελούσε η μικρούλα, ήτανε…

    - Ναι!

    Έχει συνείδηση πως είναι ανώτερος από όλους που γνωρίζει και δε βρήκε στα βιβλία που διάβασε καμιά πράξη ήρωα, κανένα δημιούργημα αιστήματος ή νου που να τόνε ντροπιάσει και να τόνε πικάρει πως του αποκλειότανε να κάνει κι αυτός κάτι μεγαλύτερο!

    - Ναι, μα ο καθένας, λένε, έχει μια κλίση, που πρέπει να τήνε κλουθήσει ξύπνιος, να βάλει «ένα αντικειμενικό σκοπό της ζωής του», λένε.

Και συλλογίστη το ξερίζωμά του και μελαγχόλησε για το χλώμιασμα των ανθώ μιας ολάκερης περιόδου της ζωής του. Τόσα όνειρα, τόσες ελπίδες! Τόσες επιθυμίες – ανθοί που ρέψανε με μιας στην καθάρια λιμνούλα της ψυχής του, δίχως να δέσουνε καρπό! Τόσες εντυπώσεις – πολύχρωμες πεταλουδίτσες που πετάξανε και μακραίνουνε! Τόσες ιδέες – μαραμένοι, άγουροι καρποί που κρέμουνται από τα κλαδιά του νου του!

    - Μα είμαι Κατιτίς εγώ! μουρμούρισε βιαστικά σα ν’ αποκρίνονταν σε μιαν ενδόμυχή του πίκα και σήκωσε το κεφάλι υπακούοντας σε μιαν έλξη.

    Άρχιζε ο κάμπος! Η γης απλώνονταν με συμμετρικούς κυματισμούς, δεξιά ως τη θάλασσα, που ένα πολυκάταρτο καράβι φαινότανε να πλέει σα γλάρος και ζερβιά και βαθιά μπροστά υψώνονταν βουνό που άρχιζε σαν πράμα και τραβώντας ξετυλίγονταν σαν όνειρο, απαράλλαχτα καθώς έπιαναν οι εντυπώσεις μέσα στο περίεργο κεφαλάκι του.

    Οι χωραφιές νιοθερισμένες ξανθίζανε ακόμα με τη γυαλάδα του μεταξιού, γραμμίζοντας τη σταχτοκόκκινη γης σα δέρμα τίγρης. (Όλος ο κόσμος σα μια τίγρη, που ξαπλώθη να χουζουρέψει ανάμεσα βουνού και θάλασσας.)

    Στον αιθέρα ένας αετός ανέβαινε ολοένα με μεγάλους κύκλους. Μ’ ένα πάρσιμο αναπνοής πήρε μέσα του το αίστημα του καλοκαιριού και το ιδιαίτερο αίστημα της μέρας που τραβούσε να γιομίσει. Τραβούσε να γίνει μεσημέρι κι όλα τα χρώματα ζωήρευαν κι όλα τα σκήματα στρογγυλεύανε.

    Όχι πολύ μακρύτερα ήταν ένα χάνι. Κάμποσοι άνθρωποι, στρατοκόποι κι αγωγιάτες, ήτανε πεζεμένοι εκεί κι ετοιμάζανε να φάνε κάτω από τον αραιόν ίσκιο μιας ψαθοκαλύβας.

    - Τι ασήμαντα στίγματα!

    Το χάνι και οι άνθρωποι φαινόντουσαν μέσα στον πλατύ κάμπο σαν ξεχασμένα παιχνιδάκια που τα ‘βγαλε από το κουτί ένα παιδί για να παίξει. Εκεί ο κυρ-Σταύρος αντάμωσε τους χωριανούς του κι άλλους απ’ άλλα χωριά και σμίξανε στο φαΐ και στο κρασί. Ο Γιώργης στενοχωριότανε από τη βλακώδικη ικανοποίηση που φαινότανε στα χυδαία χαραχτηριστικά του πατέρα και των χωριανών του.

    - Πίνεις ακόμα, πατέρα; ρώτησε δειλά.

    - Άιντε να χαθείς! Βέβαια πίνω, απάντησε θυμωμένος μα το ‘ριξε στ’ αστείο κι είπε: Αμ τι; Μονάχα να τρώγω;

    Αποτραβήχτη λυπημένος. Λίγα βήματα παρέκει ήταν ένα μεγάλο πεύκο. Όλος ο κάμπος περηφανευότανε μ’ αυτό το δέντρο. Οι άνθρωποι του είχανε σκάψει τα σπλάχνα, για να του ξεστραγγίξουνε το ρετσίνι, το αίμα του. Η νύχτια δροσιά του βαλσάμωσε την πληγή και το φύλαξε από τη γάγγραινα. Είχε ρίζες δυνατές, βαθιά χωμένες και τραβούσε από τη γης νέους χυμούς. Ορθώνονταν πανύψηλο σαν πληγωμένος γίγαντας που αναπνέει με μακριές, βαθιές ανάσες την υγεία από τον καθαρόν αέρα και τον ήλιο.

    Προχώρησε και κάθισε στα ριζά του. Τώρα ήτανε ακριβώς μεσημέρι. Μπορούσε κανείς να το δει, γιατί το δέντρο ρουφούσε τον ίσκιο του κι η μέρα σα να μην προχωρούσε. Σα να σταμάτησε η δωδεκάχτινη ρόδα· κι ο αετός, τη στιγμή που ο Γιώργης ακούμπησε το κεφάλι του στο δέντρο και κοίταξε απάνω, βρέθηκε να είναι στυλωμένος, ζυγιασμένος στο διάστημα. Ο ήλιος σαν ένας κατάκοπος από τον ανήφορο στρατοκόπος φαινότανε πως σταμάτησε να πάρει την ανάσα του πριν τραβήξει τον κατήφορο. Η θάλασσα, χτυπημένη από τον ήλιο εθάμπωνε και το καράβι έδειχνε πως δεν προχωρούσε μα σα να στύλωσε και τούτο, όμοιο με σβούρα μέσα σ’ ένα αστραφτερό ταψί. Όλα όσα υπάρχουν ανάμεσα ουρανού και γης, ήτανε γιομάτα, στρογγυλά κι αστραφτερά.

    Ήταν η μέρα σαν πανσέληνο στρογγυλό κι αστραφτερή. Η αυστηρότητα της επίσημης στιγμής τον κυρίεψε. Πήρε τη στάση της άπειρης προσοχής. Η πνοή του καμπίσιου αέρα άπλωνε σα χειρονομία που ζητάει σιωπή· κι απ’ όλο τον κάμπο σηκώθη για μια στιγμή ένα ψιθύρισμα σιγαλινό: σσστ…

    Σωπάσανε κι οι σαχλαμάρες της συντροφιάς του κυρ-Σταύρου. Ευτυχώς το κρασί κι η ζέστη ενεργήσανε στην κατάλληλη ώρα.

    - Σαν ένας λόγος είναι να βγει! κι έβαλε τα δάχτυλά του στα χείλη. Σφραγίδα της μιλιάς και της ανάσας του.

 

 

4

 

    Σ’ αυτήν τη στάση έμεινε κάμποσες στιγμές, προσέχοντας μ’ αχόρταγο κι επίμονο ενδιαφέρο. Σιωπή. Κάτι έπεφτε σταλαματιά σταλαματιά στην ψυχή του. Ένα δυσκολοξάνοιχτο σύμβολο αντίκριζε στα μάτια του κι ένας υπαινιγμός άγγιζε τα φρένα του. Πολλή ώρα τα εξωτερικά γνωρίσματα της τοποθεσίας και της ώρας είχαν εξαφανιστεί για τις αιστήσεις του κι άρχισε να γεύεται την ουσία τους. Συλλογιέται…

    - Άραγε ο λόγος από εμέ πρέπει να βγει;

    Σιωπή. Η σιωπή έμοιαζε πως καρτερούσε το λόγο του κι η ώρα πως καρτερούσε να τήνε ξηγήσει. Σύμπλεξε τις παλάμες, τις έσφιξε στα γόνατά του κι έμεινε τρεις ολάκερες ώρες έτσι, σα να τον είχε ρουφήξει η σιωπή και καθώς στην κοιλιά του κύτους ο προφήτης Ιωνάς, δασκαλεύονταν και μιλούσε η ψυχή στα φρένα του.

 

 

5

 

    - Ε, τι έπαθες, βρε συ; Αποπετρώθηκες; έμπηξε μια φωνή ένας χωριάτης που είχε ξυπνήσει και τόνε θωρούσε πολλή ώρα ακίνητο με τρεμάμενα χείλη σε κείνην τη στάση.

    Ξαφνίστη. Σκεδό τινάχτη και του ‘ριξε μια ματιά γιομάτη περιφρόνηση. Ο χωριάτης άφησε έν’ άνοστο, ανόρεχτο γέλιο που χύθηκε κι αντιλάλησε με θόρυβο μέσα στη σιωπή μ’ αμέσως, σα να αιστάνθη πως με το γέλιο δε βγήκε από πάνω του η προσβολή που του ‘κανε η ματιά του παιδιού είπε:

    - Τι με καταφρονάς, βρε; κι εξαγριώθηκε.

    Από το βλέμμα εκείνο γεννήθη ένα μίσος.

    Ξυπνήσανε όλοι από τις βλαστήμιες του. Ο κυρ-Σταύρος ζήτησ’ εξήγηση κι ο χωριάτης είπε πολύ εύκολα τι του ‘κανε το «τόσο δα παλιόπαιδο», μα ο Γιώργης δεν καταδέχτηκε να πει τι του ‘κανε ο χωριάτης.

    Άξαφνα από τα σπλάχνα του κάμπου ακούστη μια καμπάνα. Ακούστη σιμά μια γλυκιά φλογέρα και κουδουνολάσι και ξεφύτρωσε από τη γης ένας βοσκός μ’ ένα κοπάδι!

    Ο κάμπος ήταν όλο δίπλες. Τώρα που έγειρε ο ήλιος κι απλώσαν οι σκιές, φαινόντουσαν καλά. Μια δίπλη έκρυβε ένα χωριό (φαινότανε ο σταυρός του καμπαναριού του) και μια άλλη έκρυβε το βοσκό με το κοπάδι του. Ένα μουρμουρητό και πλήθος πουλιά σηκωθήκανε από παντού. Τ’ άλογα χτυπούσανε τα πόδια τους σκάβοντας το χώμα. Ειδοποιούσανε τους αφεντάδες τους πως ήτανε η ώρα που οι καλοί αγωγιάτες ξεκινάνε.

    Ετοιμάσανε τ’ άλογα. Άλλοι τραβήξανε κάτω για τη χώρα κι άλλοι από λοξούς δρόμους για τα χωριά τους. Ο κυρ-Σταυρός με το Γιώργη και τρεις χωριανούς του, τράβηξε μπροστά. Ένα δροσερό αεράκι περνούσε κάθε λίγο ριπιστικά, σαν η δροσερή πνοή μιας αόρατης φτερούγας που κουνιόταν στον ουρανό.

    Ώρες ολάκερες κουσκουσουρεύανε τους ξενοχωρίτες που είχανε φύγει. Κατηγορούσανε τα ζώα τους, τ’ άτομά τους και τα χωριά τους. Τους ορέγονταν τις γυναίκες τους, τους φτονούσανε τα χτήματά τους και δεν άλλαζαν την κουβέντα, ούτε σαν άφησαν πίσω τους τον κάμπο κι αρχίσανε ν’ ανεβαίνουν το βουνό.

    Ο Γιώργης κατόρθωσε να κάνει τ’ άλογό του να προχωρήσει και μπορούσε ν’ απολαβαίνει ανενόχλητα την αφτονία των νέων πραγμάτων που ξάνοιγε στο πέρασμά του· να κάνει παρομοιώσεις και να συλλογίζεται:

    - Α, ναι. Πρέπει τώρα ν’ αληθέψω εκείνα που ‘λεγα για το βουνό. Δεν είναι σα ν’ αναπνέει; Ναι. Αυτή η δίπλη; Δεν είναι σαν αγκαλιά; Πόσα χωριουδάκια; Ένα…δυο…τρία κι ένα εκκλησάκι ξεμοναχιασμένο και μια καλύβα. Εκεί χαμηλά η άπλα δεν είναι σα μια χούφτα που πήρε και κατέβασε το χωριουδάκι κοντά στο ρέμα; Λοιπόν δεν είπα ένα ψέμα λέγοντας πως είναι ένας καλοσυνάτος γίγαντας που κρατά στην αγκαλιά του με συνειδητήν αγάπη τα χωριά! Ναι, ναι. Να ένα κοπάδι στη ράχη. Να κι ένας τράγος ξεμοναχιασμένος εδώ. Λες και θωρεί κάτι που δε μπορώ να το δω εγώ. Τις πρώτες μέρες που πήγα στη χώρα, ο Νόλλης με ρώτησε για παραμύθια. «Τα ίδια παραμύθια ξέρουμε, Νόλλη. Δεν είμαστε χωριανοί μα οι γιαγιές μας είναι από το ίδιο χωριό και τα ίδια παραμύθια μας είπαν.» «Μα η γιαγιά μου λείπει δέκα χρόνια από το χωριό σας, δε γίνανε στο μεταξύ άλλα;» Συλλογιέμαι. Θυμάμαι το ληστή τον Καρά που δυνάστευε τα χωριά. Τον κακό παπα-Μιχάλη. Το Θανάση τον Πηγάδα. Το Βαγγέλη το στραβομάσελα και τις καταστροφές που γίνονταν στα περβόλια χωρίς να πιαστεί ο καταστροφέας. «Ναι, Νόλλη, κάποια πάνε να γίνουν μ’ ακόμη δεν τελειώσανε.» Ο Νόλλης απορεί. «Χρειάζονται τόσα χρόνια για να γίνει ένα παραμύθι;» λέει. «Ναι, ναι, γιατί πρέπει να το πιάσουνε τα παιδιά. Να το ξεχάσουνε και να το θυμηθούνε σα θα γίνουνε παππούδες ή γιαγιές, για να το κλώσουνε τις νύχτες στ’ αδράχτια και στους αδραχτάδες.» Με ρωτά. «Εσύ έπιασες κανένα;» «Ναι» «Το δράκο που δυναστεύει τα χωριά», «Το δαιμονισμένο παπά», «Το διάβολο του πηγαδιού», «Τον άγγελο που ΄γινε δαίμονας», «Το στοιχειό του χωριού». Ο Νόλλης θέλει να του τα πω. «Δεν ενδιαφέρουνε, Νόλλη, δεν τελειώσανε ακόμη.» Επιμένει και του λέω για τον Καρά το ληστή. Για τον παπα-Μιχάλη. Για το Θανάση τον Πηγάδα. Για το Βαγγέλη το στραβομάσελα και για τις καταστροφές που γίνονταν στα περβόλια του χωριού μου χωρίς να πιαστεί ο καταστροφέας. Ο Νόλλης δεν ευκαριστιέται. «Δεν είναι παραμύθια» λέει. «Βέβαια και δεν είναι, αφού ακόμη δεν έγινα παππούς!» «Πες μου για το βουνό, έχει αλεπούδες;» «Ναι μα δεν είναι σαν τις αλεπούδες των παραμυθιών. Κατεβαίνουνε στο χωριό, πνίγουνε μια δυο κότες και τις τραβούνε στις μονιές τους.» «Δεν ξέρεις τίποτα να πεις!» λέει. Με βαριέται και με σπρώχνει. «Πήγαινε στην κουζίνα με την Αντριάνα.» «Εκεί είναι η θέση σου!» λέει. Φωνάζει τη γατίτσα μα ούτε γυρίζει να τόνε δει και προτιμάει να πάει στην κουζίνα, γιατί ο Νόλλης τήνε τυραγνεί. Από τότες που ήτανε μόνο εννιά χρονών, ήτανε μοχτηρό παιδί. Μένει μόνος. Στενοχωριέται. Χασμουριέται. Το λυπάμαι που πλήττει. «Νόλλη, ήρθα να σου πω για το βουνό.» Θέλω να το διασκεδάσω και του μιλάω για το βουνό σα να ήτανε πράμα ζωντανό. Τ’ αρέσει! «Μενέλαε, έλα ν’ ακούσεις τι ωραίες ιστορίες που λέει ο Γιώργης για το βουνό!» Έρχεται ο Μενέλαος. (Δεν είναι ακόμη κύριος Μενέλαος και καταδέχεται ν’ ακούσει τις ιστορίες μου.) «Μαρή! Έλα ν’ ακούσεις τι ωραία που διηγείται ο Γιώργης για το βουνό!» Έρχεται κι η Μαρή. Βιάζεται να στολίσει, γιατί θα ‘ρθει «ο μέλλων μνηστήρας» της μα στέκει κι ακούει την ιστορία μου. «Μαμά! Έλα ν’ ακούσεις τι λέει ο Γιώργης για το βουνό, όχι μονάχα παιδιά μα και μεγάλοι μπορούνε να ευκαριστηθούν μ’ αυτό το παραμύθι του!» Μ’ ακούνε προσεχτικά. Κάθε που τους λέω κάτι θαυμάσιο γυρνάνε στο παράθυρο και κοιτάνε τα μακρινά βουνά. «Δε με πιστεύετε;» «Ναι, ναι, σε πιστεύουμε, πες μας ακόμη…» Αλήθεια, πρέπει τώρα ν’ αληθέψω κείνα που ‘λεγα για το βουνό.

 

 

6

 

    Ο δρόμος έστριψε απότομα. Τ’ άλογο περπατούσε στ’ ακρόχειλα ενού φαραγγιού, πλατιού, βαθιού, πυκνοφυτεμένου σα μιαν άβυσσο πράσινη γιομάτη σκιά και ψιθυρίσματα.

    - Τα δέντρα σα να μιλάνε μεταξύ τους στη δική τους γλώσσα! Αχ, πόσα πράματα μπορεί κανείς να μάθει!

    Οι αιστήσεις του σα να είχαν ακονιστεί. Περνούσανε σα δρεπάνια πάνω απ’ όλες τις ομορφιές.

    Έστριψε πάλι ο δρόμος κι εφάνη ένα μικρό, στρογγυλό βουνό που σηκώνονταν μια γαλάζια άχνα από τα ριζά του.

    - Ναι, αυτό σκεπασμένο με πυκνά σκοτεινά χαμόδεντρα, δεν είναι σα γιγαντένιο πουλί που κλωσά; Λοιπόν, μπορούσα πολύ καλά να πω: «Σάλεψε άξαφνα, τάνυσε δυο φτερούγες κι άπειρα μικρά σπιτάκια χυθήκανε σαν κλωσόπουλα και γιομίσανε τον κάμπο χωριά!»

    Θυμάται πως όσα φανταστικά θαυμάσια κι αν έλεγε για τα δέντρα, τα νερά, τα βράχια, όλα τα πιστεύανε και μονάχα σα δοκίμαζε να βάλει στις διηγήσεις του κι ανθρώπους, ο Νόλλης φώναζε:

    - Ψεύτη, ψεύτη, δε μπορεί να είναι έτσι. Ξέρω τους ανθρώπους. Δε μπορούσανε να πουν έτσι, δε μπορούσανε να κάνουν έτσι.

    Συφωνούσε κι ο Μενέλαος κι η Μαρή μαζί του. Δε δεχόντουσαν πως οι χωριάτες μπορούσανε να σκεφτούνε και να ενεργήσουνε θαυμάσια μέσα στις φανταστικές τοποθεσίες που σκηνοθετούσε κι ο Γιώργης τους ζωγράφιζε τοποθεσίες χωρίς ανθρώπους ή με νεράιδες και δράκους.

    Το άλογο προχωρούσε. Ανέβη σ’ ένα ψηλό διάσελο κι ανοίχτη θέα προς μια βουνοσειρά.

    - Να κι αυτό μακριά, τ’ ολόγυμνο! Γαλανίζει σα να ‘ναι σκεπασμένο μ’ ένα τούλι! Είναι σα μια γυναίκα ορθοβύζα, γκαστρωμένη, ξαπλωμένη να γεννήσει.

    Και συλλογιέται πως όχι μονάχα παραμύθια «με λογική» μπορούσε να πει μα και για μελλούμενη κοσμογονία.

    Τώρα ο δρόμος κατέβαινε στο βάθος του φαραγγιού. Ένα ποτάμι έφευγε κάτω από πανύψηλα πεύκα και φαινότανε από το ύψος σαν ασημένιο φιδάκι που γλιστράει μέσα σε χλόη και μια κρύβεται και μια ξεβγαίνει.

    Ανέβαινε μια μουσική από κελαδητά πουλιών κρυμμένων και μουρμουρητά αόρατων πηγών, σα μελωδία στην αρμονία του πράσινου ύμνου της αμάλαγης χλωράδας.

    Το άλογο όρμησε ταχύ τον κατήφορο, μαγνητισμένο από τη λάμψη του νερού κι ο Γιώργης αιστάνονταν πως τόνε ρουφούσε η αρμονία κι έπεφτε στα βάθη της! Ήτανε κάτω στη μέση του ποταμιού, που το άλογό του στάθη να πιει κι ο πατέρας με τους χωριανούς του ό,τι είχανε φτάσει στο διάσελο. Σκοτώνανε το νου τους και τα λαρύγγια τους, για να θυμηθούν ένα σαχλό τραγούδι που είχαν ακούσει στη χώρα. Άξαφνα σωπάσανε.

    Μέσα στα μουρμουρητά και τα κελαδητά που συχνά τ’ ακούνε μα ποτέ δεν τα εννοούνε, σηκώθη κι ένα θαυμάσιο τραγούδι που ακούστη σαν ερμηνεία μουσικού αιστήματος με καθάρια λαϊκή έκφραση. Τραγουδούσε ο Γιώργης.

    Το άλογό του δεν ξεκινούσε, αφού είχε πιει. Περίμενε την παρόρμηση του καβαλάρη μα ο Γιώργης ήτανε ξεχειλισμένος κι αιστάνθη την ανάγκη να ξεφωνίσει την αναγάλλιασή του. Τεχνολόγησε στο μυαλό του λόγια σε ρυθμικές φράσεις· μα ως έφταναν στα χείλη του κυλούσανε μέσα στην καρδιά το, καθώς το κακόσκημο δαχτυλίδι που ξαναπέφτει στο χωνευτήρι του χρυσοχόου. Τέλος με φωνή παλλόμενη άρχισε να ξεχύνει το αίστημά του με μουσικές φράσεις, σε τραγούδι χωρίς λόγια που ανέβαινε πάνω απ’ όλα, σε μια συνήχηση αρμονική.

    Ο πατέρας του συφώνησε με τους χωριανούς ότι ο γιος του είναι καλοφωνάρης μα όταν εσίμωσαν, έμπηξε μια φωνή:

    - Σκασμός, μπρε! Εσένα θ’ ακούμε τώρα;

    - Αχ!

    Στέναξε σαν κόρδα που σπάζει. Και σώπασε. Έγειρε λιγωμένα πίσω το κεφάλι του και λάγγευε τα μάτια, ανοίγοντας ερωτιάρικα τα μπράτσα, σα για να αγκαλιάσει ολάκερη την πρασινοζωή.

    - Τι έπαθες, βρε; Μουρλάθηκες;

    Ξαφνίστη. Χτύπησε το άλογό του κι έτρεξε μπροστά.

    - Αχ! Κι εγώ νόμιζα πως ήμουν αόρατος κάτω από ένα πράσινο σκούφο!

 

 

7

 

    Σε λίγη ώρα αγνάντεψε τα βουνά που κλείανε τον κόσμο της παιδικής του ηλικίας. Όλες αυτές οι κορφές είναι παλιοί του γνώριμοι και ξέρει την καθεμιά με τ’ όνομά της. Ανάμεσά τους είναι η γη, ο ουρανός κι ο αγέρας του παλιού καιρού. Το χωριό του δε φαίνεται ακόμη, μα έρχεται ο λαός των παλιών ευτυχισμένων ημερών· και ξαναζεί στις παιδικές του γιορτινές χαρές, γεννημένες σε οράματα γλυκά.

    - Πόσο δύσκολα συνήθισα στη χώρα!

    Μα τώρα ξαναγυρίζει στο χωριό του κι η σκέψη του πάει μπροστύτερα και φτιάχνει τη νέα ζωή.

    - Θα συνηθίσω γλήγορα στο χωριό μου.

    Σαν ένας πολυφαντασμένος αρχιτέκτονας που χτίζει πύργο με το νου του, σαν ένας πολυφαντασμένος ποιητής που γράφει ονειρόδραμα, συλλογίζεται τη ζωή του χωριού που θ’ αρχίσει σε λίγο, δίχως να πολυσκοτίζεται για την εφαρμογή στην πραγματικότητα:

    Σε λίγο θ’ ανέβει και θ’ αντικρίσει με το χωριό του. Η μάνα του θα τρέξει να τον προϋπαντήσει. Οι δεντρονεράιδες κι οι νερονεράιδες θα τρέξουν. Αλαφροπάτητες καθώς είναι, προσπερνάνε τη μάνα. Σμίγουνε στη χολέτρα των βουνών κι η μάνα ό,τι φτάνει στο ξάγναντο. «Καλωσόρισες καλό μας παλικάρι.» Η μάνα στέκει ασάλευτα πλάι στο κυπαρίσσι. Ποιο ‘ναι το κυπαρίσσι; Ποια ‘ναι η μάνα; Του λέει ένα γλυκό ψέμα: «Σ’ ακαρτερούσα εδώ πέρα από τότες που ‘φυγες.» Ξέχασε πως πήγε δυο τρεις φορές και τον είδε στη χώρα. «Δόξα σοι ο Θεός που ήρθες γλυκό μου παιδί.» Η αδερφή περιμένει στην οξώπορτα. Ρίχνει συχνά το βλέμμα μέσα μη και δεν είναι τέλεια συγυρισμένα. «Αδερφούλα, δεν είμαι σε θέση για να βοηθήσω στην αποκατάστασή σου.» Ο αδερφός έρχεται με καρπούς κι ένα κλωνάρι ανθισμένη λεϊμονιά. Ο πατέρας κάνει να θυμώσει. «Τι τα ‘κοψες» λέει «που θα γίνονταν τόσα λεϊμόνια;» «Είναι ανεπτυγμένος άνθρωπος» λέει ο αδερφός. «Του είναι χρειαζούμενοι οι ανθοί όσο κι οι καρποί.» «Πατέρα, οι παράκαιροι ανθοί δε δένουνε σε καρπό.» «Αλήθεια!» θαυμάζουν όλοι «κι αυτό ακόμη το ξέρει!»

 

 

8

 

    Προτρέχοντας έτσι ο λογισμός του το άλογο, ανέβη τη ράχη, κατέβη στη χολέτρα των βουνών και τραβούσε ν’ ανέβη στο ξάγναντο χωρίς να το καταλάβει! Ούτε νεράϊδες ούτε μάνα. Το κυπαρισσάκι στυλώνονταν μονάχο σα βυθισμένο σε συλλοή για δική του έγνοια.

    Κι ο Γιώργης με την ευκολία του αρχιτέκτονα π’ αλλάζει ένα μέρος του πύργου που φαντάζεται και του ποιητή που σβήνει μιαν άβολη σκηνή από τ’ ονειρόδραμά του, στοχάζεται μια νέα σκηνή υποδοχής:

    Σε λίγο θ’ ανέβει στο ξάγναντο. Το χωριό θ’ ανοίξει πράσινη αγκαλιά να τόνε δεχτεί. Η αδερφή θα είναι στη βρύση· θα τόνε δει και θα παρατήσει το σταμνί. Σαστίζει. «Να τρέξει σ’ εμένα ή να τρέξει να φωνάξει τη μάνα;» «Μάνα, μανούλα! Ο Γιώργης, το καμάρι μας.» Τρέχει η μάνα. Τρέχει όπως δεν έτρεξε ποτές. Σμίγουνε στο γεφύρι όξω από την εκκλησιά. «Μάνα μου!» «Γιε μου, ακριβογιέ μου!»

 

 

9

 

    Χαμένος στις φανταστικές εικόνες και σκηνές, ανέβη στο ξάγναντο. Η φαντασία του είχε προτρέξει πολύ και ζούσε σε μια ζωή απέραντη, γιομάτη χαρά κι ευτυχία, φροντισμένος μ’ αγάπη απ’ όλους σαν το μεταξοσκούληκα όσο να μεστώσει, για να κάνει το αστραφτερό βομβύκι!

    - Είμαι κατιτίς εγώ! Θα δείτε, θα κάνω κάτι φωτοβόλο!

    Έτσι γλυκά ναυαγισμένος στις φανταστικές εικόνες και σκηνές παρ’ ολίγο να κατέβει το ξάγναντο χωρίς να δει τις πραγματικές που ήτανε πολύ σημαντικές.

    Ο ήλιος έδυε καταπόρφυρος. Ο Βαγγέλης ο στραβομάσελας καθότανε με το τουφέκι του στο ξάγναντο, στα ριζά του κυπαρισσιού. Το σαγόνι του κρεμότανε λοξά, σα μια καταπαχτή που της λείπει ο ένας ρεζές[2], δείχνοντας δυο σειρές άσπρα δόντια. Τα μάτια του φαινόντουσαν σα γιομάτα αίμα και λάμπανε από έναν άγριο θρίαμβο! Κοίταζε το χωριό σα να το είχε καταχτήσει!

    Η Μαρουδιά περνούσε βιαστική από τον ψηλότερο δρόμο και φαινότανε η σιλουέτα της μέσα στη δύση σα μαύρος δαίμονας μέσα στις φλόγες. Ο ίσκιος της άπλωνε μακραίνοντας σα να ‘θελε να ζώσει το χωριό.

    Πίσω από μιαν αγριομεσπιλιά έβγαινε ένα φιδίσιο σφύριγμα. Ήτανε η Βασίλαινα η μαμή κι έδινε σε μια γυναίκα μυστικές παραγγελίες πώς να κάνει για ν’ απορρίξει το παιδί από τα σπλάχνα της.

    Έφτασε στο γεφύρι. Ούτε την αδερφή είδε στη βρύση, ούτε η μάνα ερχότανε. Είδε μονάχα το μονολίθι έξω από την εκκλησιά. Πήδησε από το άλογό του και κάθισ’ εκεί. Ό,τι το είχε αφήσει ο ήλιος κι ήτανε ζεστό. Πίσω του στο φράχτη ετζούιζε ένας στρούθος. Θυμήθη την τελευταία στιγμή που ‘φευγε από το χωριό του και κάθισ’ εκεί με το Σπύρο. Του ‘φάνη  πως η πέτρα κρατούσε από τότες τη θερμότητά του· κι ο στρούθος πως ήτανε η ψυχούλα του Σπύρου.

    Μπροστά του ήτανε μια μηλιά που έγερνε όξω από το φράχτη. Είχ’ ένα μοναδικό μήλο στην κορφή και του ‘φάνη πως το δέντρο έσκυβε να του προσφέρει τον καρπό! Ακούστη κλάμα μωρού και κάμποσα παιδιά χιμήξανε από το πλαϊνό στρατί κι εφεύγανε τρομαγμένα. Πριν τόνε δει, κατάλαβε πως ήτανε ο Θανάσης ο Πηγάδας, ο αγροφύλακας και κατέβασε το βλέμμα του από το μήλο.

    - Κακομοίρη, κακομοίρη, τ’ ορέγεσαι το μήλο, μα…

    Ανατρίχιασε σα να είδε ένα φίδι. Αιστάνθη μέσα του κάτι κρύο και σα να τόνε

ρωτούσε αυτό το κρύο πράμα: «Έτσι λοιπόν αρχίζει η ζωή σου στο χωριό;»

    - Όχι, όχι, μα να το φεγγάρι…

    Πρόβαλε το φεγγάρι πίσω από το βουνό, σαν ασημένιο τρεμουλιαστό εξαφτέρυγο.

Του ήρθε να πιάσει το σκοινί της καμπάνας και να βαρέσει, να βαρέσει που ν’ ακούσουνε και να καταλάβουνε τον ερχομό του! Θυμήθη πως πρι φύγει, ο παπα-Μιχάλης έδιωχνε όλους και του ‘δινε το σκοινί να βαράει αυτός: «Αυτό το κούτσικο κρατάει ρυθμό» έλεγε.

    Εφάνη ακριβώς αυτή τη στιγμή ο παπάς που ερχότανε καταλασπωμένος να εσπερίσει! Μουρμουρούσε από το δρόμο το «προοιμιακό».

    Έδεσε το άλογό του και πήγε να πάρει το σκοινί της καμπάνας, μα ο παπάς τόνε μπόδισε μ’ ένα βλέμμα και τράβηξε μοναχός του τρεις φορές το σκοινί, χωρίς να παύσει να μουρμουρίζει και μπήκε με τις λάσπες του αδικοκερδισμένου περβολιού του μακαρίτη Βαρνάβα στην εκκλησιά, να υμνήσει τον Άγιο, χωρίς ράσο και καλυμμαύκι με το ένα παντζάκι τραβηγμένο ως το γόνα.

    Ο χτύπος της καμπάνας αντιλάλησε μέσα του Γιώργη, σα μέσα σε άδειο ραγισμένο κιούπι.

    Φτάνανε στο ξάγναντο και οι άλλοι, ο πατέρας με τη συντροφιά , και κατεβαίνανε τραγουδώντας ένας χωρίς αίστημα μ’ από συνήθεια:

«Κάθε που μπαίνω στο χωριό κι οι σκάλες μου χτυπούνε,

                               οι πόρτες της αγάπης μου ανοίγουν και σφαλούνε.»

    Το άλογο τον ετραβούσε ανυπόμονο. Μυρίζονταν το παχνί του.

    - Όχι, όχι, δεν είναι δυνατό έτσι…

    Είχε φανταστεί τότες σκηνές υποδοχής κι όλες ψευτίσανε! Προχωρούσε αργά κι ολάκερη η ψυχή του ήτανε προσηλωμένη σε μιαν αναμενόμενη νέα σκηνή που δεν τήνε φαντάστη.

    Κοντά στη βρύση ήτανε μια ψόφια κότα. Τόσο κοντά που το νερό δε μπορεί παρά να μολύνονταν. Έκαμε πως δεν την είδε. Σαν να τόνε ρωτούσε κανείς μέσα του (η απογοήτεψή του με χείλη ζαρωτά σαν της Μαρουδιάς): «Είδες μια ψόφια κότα σιμά στη βρύση;» Κι απαντούσε χαμοκοκκινίζοντας για το ψέμα: «Όχι, δεν είδα μια ψόφια κότα σιμά στη βρύση, μα είδα μια που πετάρισε κι έφυγε. Να κι άλλες πλήθος που σκαλίζουνε στην κοπριά. Τσιμπολογούν και χαίρονται τη ζωή τους.»

    Κάπου ξεφουρνίζανε κι ανάσταινε η ζεστοβολή του ψωμιού τον τόπο.

    Η μάνα αποξεχάστηκε στη φροντίδα να ετοιμάσει λογής λογής λιχουδιές. Τώρα θα με δει καμιά γυναίκα και θα μπήξει τις φωνές: «Καλώς τόνε ‘δέχτης, κερα-Σταύραινα» και θα τρέξει με μελωμένα χέρια.

    Τόνε τραβούσε το άλογο. Η στράτα ήταν έρημη από ανθρώπους· μονάχα ένα γουρούνι πέρασε μπροστά του γρυλίζοντας κι ένας τράγος επρόβαλε από ένα παράθυρο ανωγιού και τόνε κοίταζε μουθουνίζοντας σα να τόνε κορόιδευε.

    Θυμήθη πως μπορούσε ν’ αφήσει το άλογο να πάει να δώσει χαμπέρι. Αυτό το έκανε συχνά ο πατέρας του και το άλογο πήγαινε ολόισια στο παχνί του.

    - Θε μου! Ερημώθη το χωριό; Όχι, να μια γυναίκα στη γωνιά του δρόμου. Τέλος πάντων, θ’ ακούσω ένα καλωσόρισμα. Μα, όχι, είναι ένα δέντρο, μια μικρούλα λεύκα που γέρνει σα γυναίκα. Θε μου! Ερημώθη το χωριό;

    Αιστάνθη φόβο και στάθηκε να περιμένει και τους άλλους. Ήθελε να νικούσε μιαν αδιάκοπη τρεμούλα που τόνε κρατούσε.

    - Να το σπίτι της Μανώλαινας, να της Στάθαινας, να του Ψαθά, να της Μαριέτας· κι ονόμαζε το κάθε σπίτι. Κάπου θα είναι γάμος και είναι παγεμένοι. Όχι, μάλλον λείψανο μοιάζει να είναι, γιατί όλα έχουνε την έκφραση που ταιριάζει στο λείψανο.

    Ο πατέρας του κι οι άλλοι πλησιάζανε. Άνοιξε η πόρτα του Ψαθά και βγήκε ένα κοριτσάκι μ’ ένα αραποσίτι φασκιωμένο κουρελάκια.

    - Είναι η κούκλα σου; Α, τι ωραία ξανθή κουκλίτσα!

    Το κοριτσάκι έσφιξε στην αγκαλιά το αραποσίτι και του ‘κλεισε την πόρτα κατάμουτρα. Άκουσε να τρέχουν κοπαδιαστά στην πλαϊνή στράτα και πέρασε μπροστά του μια τσούρμα ξυπόλυτα παιδάκια καβάλα σε καλαμένια άτια.

    Πίσω από ένα φράχτη είδε μια γυναίκα που περπατούσε σκύβοντας καθ’ ένα δυο βήματα. Ήταν η γριά Ζαφείραινα και μάζευε μαλλί.

    - Καλό να ‘χεις, γιε μ’.

    - Να συνεταιριστείτε με τη Ζαφείραινα! του είπε κοροϊδευτικά ο πατέρας του, εσύ να  μαζεύεις κι αυτή να κλώθει.

    Όλοι γελάσανε. Γέλασε κι ο Γιώργης για το αστείο και γύρισε στον πατέρα του ένα βλέμμα σα ζαχαρωμένο παράπονο χαδιάρικου παιδιού.

    Σαν να ήταν μαγεμένο το χωριό και τώρα λυθήκανε τα μάγια! Οι δρόμοι γιομίσανε. Από τις πόρτες και τα παράθυρα προβάλανε άντρες και γυναίκες. Όλα γνωστά πρόσωπα. Όλοι βέβαια τον αναγνωρίζανε, όλα τα συνομήλικά του κορίτσια το θυμούνται.

    - Αχ, αυτό το άθλιο κανελί σκουφί!

    Θα ήθελε να είχε ένα άλλο από το γελοίο αυτό σκουφί. Όλοι βέβαια τον αναγνωρίζανε, μα κανείς δεν του έλεγε μια λέξη! Ούτε δείχνανε πως τον είχανε προσέξει! Όλοι είχαν ένα ύφος μυστηριώδικο. Πολλοί κάνανε πως δε βλέπαν ούτε τον πατέρα του κι άλλοι τόνε καλησπέριζαν λυπητερά, τόνε βλέπανε με συμπόνια!

    Έβγαινε ξεκάθαρα πως ένα μεγάλο δυστύχημα συνέβη σπίτι του που το ξέρανε όλοι μα δε θέλανε να γίνουν μαντατοφόροι κακού. Έσφιξε τα χέρια στο στήθος του. «Θεέ μου! Κάνε να μη γιομίσει πόνο η καρδιά μου!»

    Στρέψανε τη στράτα και ‘φάνη το σπίτι του. Πάνω από το φράχτη μαυρολογούσανε πλήθος κεφάλια. Η αυλή ήτανε γιομάτη κόσμο. Έβγαινε μια γυναίκα από την πόρτα μα μόλις τους είδε, έχωσε το πρόσωπο στις παλάμες, ξέσπασε σ’ αναφιλητά κι όρμησε μέσα!

    - Αχ, ο Γιώργης.

    - Αχ, ο πατέρας του.

    Βγήκε η μάνα του μαυροφόρα, κλαμένη, δαρμένη.

    - Όιιιι…, έριξε μια κραυγή σπαραχτική κι άνοιξε την οργιά της. Ο μαύρος μποξάς που φορούσε, κρεμαστή κι έφραξε την πόρτα σαν οι φτερούγες ενού γιγαντένιου χαροπουλιού στητού στο κατώφλι.

    - Α, μάνα μου, τ’ αδέρφια μου!

    - Τι ‘ναι, μωρή; Τι ‘ναι, μωρή;

    - Όχου, και πώς να το πω και πώς να το μολογήσω! κι η Σταύραινα τραβούσε τα μαλλιά της.

    Έπεσε ο μποξάς κάτω κι εφάνη μια αγελάδα, ένα ωραιότατο ξανθό ζώο ξαπλωμένο, πεθαμένο!

    - Αχ! Αχ!

    Η αδερφή του πεσμένη στα γόνατα την έλουζε με πικρά δάκρυα κι ο αδερφός του στεκότανε παράμερα χλωμός, κερωμένος, παραδομένος. Το γυναικομάνι που γιόμιζε την αυλή, άμα μπήκανε μέσα, άρχισε να σκούζει.

    - Αχ, τι της κάνατε, σκρόφες; μούγκρισε ο πατέρας του και δάγκωσε το μήλο της χούφτας του τάχα «πώς θα γλιτώσετε από εμένα!».

    - Τι της κάνανε για; είπε η Βασίλαινα η μαμή, που τ’ άκουσε στη στράτα και πρόφταξε. Πόσο χρονών είναι για;

    Ο κυρ-Σταύρος έπεσε ξερός, αμίλητος στο πεζούλι. Δε θα μπορούσε να ξεθυμάνει τουλάχιστο σε κανένα! Μια τόσο μεγάλη συφορά χωρίς να μπορεί να αιτιαστεί τουλάχιστο κανένα!

    - Τι της κάναμε; μουρμούρισε η κόρη του αργομίλητα σαν ονειριασμένη και μ’ ένα τρέμουλο κλάμα. Τη φρόντισα και σήμερις σαν πάντα και καλύτερα. Το έρημο παχνί της είναι ακόμη γιομάτο χορτάρι και πλάι το καυκί γιομάτο νεράκι.

    Του πατέρα πρασίνισε το πρόσωπο και δεν είπε μιλιά.

    - Παρηγοριά, Σταύρο! Υπομονή άντρα! βόγκηξε απελπισμένα η μάνα.

    Ο Γιώργης έσκυψε, ακούμπησε το γόνα στη γης, πλάι στο ξανθό πτώμα.

    - Αγγέλικα, πέθανες, Αγγέλικα!

 

   

      

   

 

 5ο Μέρος
Πίσω στην Εισαγωγή

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA

    

 

 

 

 

  



[1] αποχαυνωτικό

[2] μεντεσές