ΙΧ

του Γιάννη Οικονομίδη

 

Σας ονειρεύομαι, ήσυχα λευκά μου χωριουδάκια,

την ώρα που καπνίζουνε τα φτωχικά σας τζάκια

σ΄ ένα ουρανό ασυγνέφιαστο, σα διάφανο ζαφείρι,

που κάτωθε ολοπράσινος ο κάμπος έχει γείρει.

 

Μα τώρα πώς ερήμωσαν τα σπίτια σας, οι φράχτες!

Γκρεμίσματα σαπίζουνε σε λάσπες από στάχτες...

Τα δέντρα σας εγίνανε λαμπάδες κι αναφτήκαν,

για κείνους, που του γυρισμού το δρόμο δεν εβρήκαν.

 

Δε στέκει ουδέ παράθυρο, ξανθή να σκύψει κόρη,

να ιδεί στη στράτα να περνάει καμαρωτό ένα αγόρι·

κι αν κρύβει ένα ρημάδι σας λίγη ζωήν ακόμα,

στα μαύρα την εντύσανε κι έχει βουβό το στόμα.

 

Σα σκιάχτρο, που το στήσανε χίλιες χιλιάδες πόνοι,

δίπλα στο δρόμο εβούλιαξε βαρύ κάποιο κανόνι...

Μην το κουνάτε, αφήστε το μονάχο να σκουριάσει,

στα παραμύθια ενού καιρού σβυμένου να ταιριάσει.

 

Από τη συλλογή Όλεθροι (1927), σ. 22-23.

 

Επιστροφή στη συλλογή "Όλεθροι"