του Γιάννη Οικονομίδη
|
Εσύ ήσουν η γαλήνια εκείνη πόλη, που έλαμπε ο ήλιος στα παράθυρά σου! Σ’ όργωσε τώρα της κακίας το βόλι και σύντριψε την ήσυχη χαρά σου. Τα ερείπια σου καπνίζουνε στο χώμα σωροί απ΄ την ομορφιά σου τη χαμένη· δεν τάσβυσε η βροχή κι αχνίζει ακόμα στους δρόμους η ζωή σου συντριμμένη. Στα πάρκα τα κορμιά των αγαλμάτων σαν από φθόνο τάσπασαν οι οβίδες, και τώρα με στη γύραθε ερημιά των φοβούνται να φυτρώσουν κι οι τσουκνίδες. Κι απ΄ τη ζωή σου κάτι αλήτες μόνο, που τα καμένα ερείπια σου σκαλεύουν, μες στο βουβό σου και τον έρμο πόνο ελεύτερα φαντάσματα σαλεύουν... |
|
|
|
Από τη
συλλογή Όλεθροι (1927), σ. 20-21. |