του Γιάννη Οικονομίδη
|
Χρυσά
τα στάχια ανάδευε το αγέρι στον
ήσυχο τον κάμπο τον ωχρό, λες
άυλο κι απαλό χαϊδεύει χέρι τον
τίμιο των ανθρώπων θησαυρό. Δε
σκύβουν ιδρωμένοι θεριστάδες, μήτε
δρεπάνια αστράφτουν λυγιστά μες
στου ήλιου τις ολόθερμες λαμπάδες που
φέγγουν και στα μάτια τα κλειστά. Λευκό
δεν ανεμίζεται μαντίλι σταχολογήτρας μες στις
ερημιές και
μήτε μες στ' ολόδροσο το δείλι φεγγίζουν
οι στημένες θημωνιές. Δε
θέρισαν εκείνοι που τα σπείραν με
τη γλυκιάν ελπίδα τη βαθιά.. -τα
παλικάρια τα ντουφέκια επήραν και
τα βαριά τ' αλύγιστα σπαθιά Και
να, από κείθε πέρα ξεκινούνε κι
έρχονται σιδερόφραχτοι στρατοί· βάρβαρα
πόδια τον καρπό πατούνε, που
γέρνει κι όλο στρώνεται στη γη. Ξοπίσω
τους έμειναν τα χωράφια σκαμένα απ’ των
αλόγων την ορμή. Νεκρά
του θησαυρού τους τα χρυσάφια το
αγέρι το απονύχτερο θρηνεί! |
|
Δημοσιεύτηκε στο «Νουμά», στο τεύχος 612 (29.12.1918) με τίτλο «Όλεθροι»
και υπέρτιτλο «Από την πρώτη περίοδο του Νουμά». Αργότερα,
στη συλλογή Όλεθροι (1927), σ. 24-25. |