XXVIΙ

του Γιάννη Οικονομίδη

 

Προς τη γλυκιά ζωή ματαγυρνά,

και πώς να τον δεχτεί στην αγκαλιά της,

που εκείνη στ΄ αρρωστιάρικα κορμιά

ποτέ δεν ασωτεύει τα φιλιά της;

 

Δακρύζουνε τα μάτια ως τον θωρούν: –

Κρίμα στο νιο, που εγίνηκε σακάτης!

Τον κλαιν όσοι μπορούνε να χαρούν

κι αναστενάζει δίπλα του ο διαβάτης.

 

Βαριές οπού ΄ναι οι δάφνες οι σκληρές

στο μέτωπό του γύρω, σαν αγκάθια!

Σβυσμένες μες στα μάτια του οι χαρές,

ζωντανεμένα τα βουβά του πάθια.

 

Στο απέραντο γιορτάσι της ζωής

απόκληρος αυτός δεν έχει θέση·

τι τάχα αν μες στη σάλα της γιορτής,

σερνάμενος κι ωχρός ναρθεί μπορέσει;

 

Κι αν κρύβει ακόμα μέσα του καρδιά,

μονάχη όπως για πάντα θ΄ απομείνει,

μολύβι είναι ψυχρή κι είναι βαριά,

κι αμίλητη και κάθε μέρα σβύνει.

 

Κι αλί! που δεν απόσβυσε με μιας

στο αίμα της να βαφτούν κάτι ανεμώνες,

που ωραίες στη θλιβερή την ερημιά

να ζήσουνε μπορούνε μόνες.

 

Από τη συλλογή Όλεθροι (1927), σ. 57-58.

 

Επιστροφή στη συλλογή "Όλεθροι"