του Γιάννη Οικονομίδη
|
Πικρό ψωμάκι εγεύτηκε το πεινασμένο στόμα! Ποιο χέρι τους το πέταξε φιλάνθρωπο, ποιος ξέρει; Και κρύο προσμένει στη γωνιά κάποιο αχυρένιο στρώμα τη μάνα με τα τρία παιδιά, για το πικρό νυχτέρι. Κάλλιο η αγρύπνια, να πονούν τα μάτια απαυδισμένα, παρέξ τα μαύρα ονείρατα που την ψυχή τσακίζουν με μύρια αλύπητα σφυριά βαριά και σκουριασμένα, σα μες στον ύπνο οι φανταγμοί μακάβριο γλέντι αρχίζουν. Κι αύριο σαν έρθει η χαραυγή, ψυχρή κι αρρωστημένη, τα πεινασμένα στόματα ποιος τάχα θα χορτάσει; Το αναλογιέται ακοίμητη η μανούλα και πεθαίνει... Στο λόγγο απόψε πώς θρηνούν, ω πώς θρηνούν τα δάση! |
|
|
|
Από τη συλλογή Όλεθροι (1927), σ. 71. |