XXXV

του Γιάννη Οικονομίδη

 

Η νύχτα η μαυρονέφαλη κατέβηκε,

του βάλτου τα νερά θαμπογυαλίζουν,

θρηνούν τ΄ αγέρια ανάλαφρα στα ωχρόφυλλα,

που πέφτουνε βροχή και σιγοτρίζουν.

 

Αμέτρητα στον κάμπο ανασηκώνονται

και πέραθε απ΄ τα πλάγια κατεβαίνουν

λευκά των σκοτωμένων τα φαντάσματα,

θλιμμένοι στοχασμοί, λες, τ΄ ανασταίνουν.

 

Λογιάζουν τη θυσία την ανωφέλευτη

κι αμίλητος θυμός τα συνταράζει,

και στ΄ άυλα τα κορμιά τους καίει ακοίμητη

κόκκινη φλόγα – εκδίκηση χαράζει.

 

Κινούνε για τη χώρα... Μες στο σπίτι του,

χλωμός απ΄ της αργύπνιας το σαράκι,

ο μαύρος ο φονιάς των πίνει αμίλητος

σταλιά, σταλιά των τύψεων το φαρμάκι.

 

Στον ύπνο σα ζητάει την απολύτρωση,

δυο χέρια κοκκαλιάρικα τον πνίγουν,

και γύρω των κρανίων τα γέλια ατέλειωτα

με τη βαριά, βραχνή φωνή του σμίγουν.

 

Κι ο Θάνατος, ο Θάνατος δεν έρχεται...

Μονάχα η τρέλλα ωχρή, μ΄ αργή και κείνη,

για νάναι πιο σκληρή – μα που δε γίνεται

σαν την κακία του μαύρη – η δικαιοσύνη!

 

Από τη συλλογή Όλεθροι (1927), σ. 72-73.

 

Επιστροφή στη συλλογή "Όλεθροι"