του Γιάννη Οικονομίδη
|
Θαρθεί με τ΄ άσπρα τ΄ άρμενα μια θρυλική γαλέρα... Σκύβει το κύμα υπάκουο, γελούν οι ακρογιαλιές, χαράς μηνύματα έρχονται με τα φτερά του αγέρα – μες στο χειμώνα τ’ άκουσαν κι ανθούν οι μυγδαλιές. Και να, ο λαός εκίνησε!... Μαυρολογούν οι δρόμοι, τα νιάτα παίρνουνε φτερά, ζωή τα γερατιά, κι ερχόνται καβαλλάρηδες, κι ερχόνται πεζοδρόμοι με ιλαρωμένα πρόσωπα, με αστραφτερή ματιά. Ξάφνου χαρμόσυνον αχόν αντιλαλούν οι ανέμοι, καμπάνες αναστάσιμες ολόγυρα αγροικάς. Σε μύρια στήθια μια καρδιά, σα φύλλο απαλοτρέμει, λάμπει στον ήλιο αμίλητα το δάκρυ της χαράς. Όνειρο μαύρο επέρασαν της δυστυχίας οι χρόνοι, σαν παραμύθι ετέλειωσαν οι σκοτεινοί καιροί, το αργό το αλέτρι ειρηνικά τη μάννα γης οργώνει, πράσινοι οι κάμποι χαίρονται, καρπίζει το δεντρί. Χαράς μηνύματα ήρθανε με τα φτερά του αγέρα. Μες στο χειμώνα τ΄ άκουσαν κι ανθούν οι μυγδαλιές. Γυρνά με τ΄ άσπρα τ΄ άρμενα μια θρυλικά γαλέρα, σκύβει το κύμα υπάκουο, γελούν οι ακρογιαλιές.- |
|
|
|
Από τη
συλλογή Όλεθροι (1927), σ. 76-77. |