(4η συνέχεια)

 

   Την εσπέραν της αυτής ημέρας, ήτις ήτο η 17 Αυγούστου, βραχύσωμον γερόντιον παρουσιάσθη ενώπιον του κυρ υγειονόμου, του επιστάτου του λοιμοκαθαρτηρίου, και του λιμενάρχου οίτινες είχον συνέλθει εις συμβούλιον εν τω λιμεναρχείω. Εις τον προθάλαμον ευρίσκοντο πέντε ή έξ άλλοι γηραιοί, πρώην ναύται, οίτινες επερίμεναν να μάθωσιν αν έγινε δεκτή η προσφορά των. Ήσαν όλοι υποψήφιοι φύλακες των υπό κάθαρσιν πλοίων, βαρδιάνοι. Δεν εβράδυναν δε να μάθωσιν ότι ήσαν δεκτοί.

   Το γερόντιον, περί ου <ο> λόγος, εφαίνετο προστατευόμενον από τον φύλακα του λοιμοκαθαρτηρίου, τον μπαρμπα-Νίκαν, όστις, χωρίς να παρίσταται συνεχώς, χωρίς να φαίνεται συνοδεύων, εισήρχετο, εξήρχετο, επλησίαζεν εις την θύραν του θαλάμου όπου συνεδρίαζον οι τρεις δημόσιοι λειτουργοί, έβαινε πλησίον του γεροντίου, έκυπτεν εις το ους αυτού, έλεγε δύο λέξεις και απεσύρετο.

   Τέλος εδόθη διαταγή να εισαχθώσιν οι περιμένοντες. Οι έξ γέροντες πρώην ναυτικοί επλησίασαν ο είς μετά τον άλλον εις την θύραν του ιδιαιτέρου γραφείου, έβγαλαν τους κούκους των, τα κασκέτα, ή τα χονδρά σκιάδιά των, είπεν έκαστος το όνομά του, ενεγράφη εις το βιβλίον των υπό κάθαρσιν πλοίων καθώς και εις το ιδιαίτερον βιβλίον των φυλάκων της καθάρσεως, έλαβε μικράν προκαταβολήν απέναντι του μισθού ον θα ελάμβανε ως βαρδιάνος, και απεσύρθη. Τελευταίος εδόθη διαταγή να εισαχθεί ο μικρός γέρων, τον οποίον εφαίνετο ότι επροστάτευεν ο μπαρμπα-Νίκας.

   Το γερόντιον είχε ρυτίδας εις το πρόσωπον και ήτο σπανόν. Εφόρει πλατείαν βράκαν, γελέκον και τσάκαν από ξεθωριασμένον βελούδον. Εφαίνετο ως ζων αναχρονισμός μεταξύ των άλλων ναυτικών, οίτινες εφόρουν συνήθως τας καθημερινάς στενά αμπαδίτικα. Εσηκώθη μετά διστακτικού βήματος, και επλησίασεν εις την θύραν του εσωτερικού γραφείου. Ο μπαρμπα-Νίκας τον συνώδευεν εγγύς εκ των όπισθεν.

    -  Ποιος είν’ αυτός πάλι; είπεν ο λιμενάρχης με δύσπιστον βλέμμα. Πρώτην φοράν τον βλέπω. Δεν μου φαίνεται για θαλασσινός.

-        Α! εσύ είσαι, μπαρμπα-Σταμάτη Γυρατσίνη! ανέκραξεν ο υγειονόμος, άμα

ιδών το γερόντιον.

-         Εγώ είμαι, κυρ υγειονόμε, απήντησε μετ’ αποφάσεως το γερόντιον.

    -    Δεν μου τον είπες Σταμάτη Γυρατσίνη, μπαρμπα-Νίκα, είπεν αποτεινόμενος προς τον υπάλληλον ο επιστάτης του λοιμοκαθαρτηρίου. Κάπως αλλοιώς μου τον είπες.

    -    Ναι…ναι… Σταμάτης Γυρατσίνης ήθελα να πω, κύριε επιστάτη, είπε τραυλίζων ο μπαρμπα-Νίκας· δε θυμόμουν καλά το όνομα.

   Ο επιστάτης επαραξενεύθη.

    -    Τι συγγενής σου είναι αυτός, οπού δε θυμάσαι το όνομά του; είπε μετά μικρού καγχασμού.

   Ο μπαρμπα-Νίκας ήρχισε να ξύει εν αμηχανία το κρανίον του. Είχε κοιμηθεί δύο ώρας μετά το δειλινόν, και όταν εσηκώθη, είχε πίει μόνον ένα ρώμι. Ήτο σχετικώς νηφάλιος.

   Αίφνης το βλέμμα του έλαμψεν εκ νοημοσύνης. Έκυψε προς επιστάτην και του είπε:

    -   Τον λένε και Καρδαράκη… μα είναι το παρατσούκλι, και δεν το δέχεται ο ίδιος… το καθ’ αυτό του είναι Σταμάτης Γυρατσίνης.

-        Α! έκαμεν ο επιστάτης, όστις επείσθη εντελώς.

   Εν τω μεταξύ ο υγειονόμος απηύθυνεν εκ νέου τον λόγον προς τον μικρόσωμον γέροντα:

-        Και τι γίνεσαι, Γυρατσίνη;… γεράσαμε, μπρμπα-Σταμάτη, γεράσαμε…

-        Γεράσαμε, κύριε υγειονόμε, ετραύλισε το γερόντιον.

   Ο υγειονόμος ήτο αγαθός γέρων, υπερεβδομηκοντούτης, πρώην συνταξιούχος, και τώρα είχεν επανέλθει εκτάκτως εις την υπηρεσίαν, ένεκα της περιστάσεως. Τα χωριστά υγειονομεία είχον καταργηθεί χάριν οικονομίας, σχεδόν πανταχού του Κράτους, συγχωνευθέντα αλλαχού με τας λιμενικάς και αλλαχού με τας τελωνειακάς αρχάς. Ένεκα της χολέρας, ου μόνον διωρίσθη επιστάτης του λοιμοκαθαρτηρίου, αλλ’ ανεσυστήθη και το υγειονομείον του τόπου, και διωρίσθη έκτακτος υγειονόμος, άλλος παρά τον υγειονομικόν ιατρόν, ο τέως συνταξιούχος, λαμβάνων την σύνταξίν του και μικρόν επιμίσθιον.

   Επί Όθωνος, και πριν ακόμη, από της εποχής του Κυβερνήτου, είχε διατελέσει ο ίδιος υγειονόμος εις το αυτό μέρος, εντελώς αμετάθετος σχεδόν, επί τριακονταετίαν. Εγνώριζεν όλους τους κατοίκους της πολίχνης, και μάλιστα τους ομήλικας με αυτόν· μόνον ότι δεν ενθυμείτο πλέον τίνες έζων ακόμη και τίνες είχον αποθάνει. Εις τα χάσματα ταύτα της μνήμης συνετέλεσαν και αι μικραί διατριβαί τας οποίας είχε κάμει εσχάτως εις τας Αθήνας, χάριν της συντάξεώς του και του βαθμού του. Διότι προς τοις άλλοις ήτο υπολοχαγός της φάλαγγος των Αγωνιστών. Αλλ’ επειδή ήτο γέρων και έπασχε την όρασιν, εξέλαβε τον Σταμούλην Καρδαράκην ως Σταμάτην Γυρατσίνην. Ο τελευταίος ήτο αποθαμένος προ πολλού, αλλ’ ο γέρων υγειονόμος τον ενόμιζε ζώντα. Ο δε Σταμούλης Καρδαράκης είχεν, ως φαίνεται, συμφέρον να μη εξαγάγει τον υγειονόμον εκ της απάτης· πράγματι, εκείνος τον οποίον ο μπαρμπα-Νίκας είχε συστήσει εις τον προϊστάμενόν του ως Σταμούλην Καρδαράκην, εδέχθη το χηρεύον όνομα το δοθέν αυτώ υπό του υγειονόμου ως αίσιον και από Θεού σταλμένον, και δεν θα το ήλλαζε με όλα τα ονόματα του κόσμου, ούτε με το ιδικόν του. Τα λοιπά διεξήχθησαν μετά σχετικής ευκολίας. Μόνος ο λιμενάρχης, γηραιός πλωτάρχης του Β. ναυτικού, εφαίνετο έχων υποψίας. Εκοίταζε δυσπίστως το γερόντιον, κι έλεγεν: Αυτός μοιάζει σαν γριά ζαρωμένη. Μετά τινας άλλας διατυπώσεις εδόθη το χαρτί του διορισμού εις τον Σταμάτην Γυρατσίνην, ενεχειρίσθη αυτώ προκαταβολή εκ δύο ταλήρων, και ο νεωστί διορισθείς βαρδιάνος διετάχθη να είναι εις την θέσιν του, εντός της ημέρας της επαύριον.

 

 

   Πράγματι ο Σταμάτης Γυρατσίνης ή Καρδαράκης επεθύμει να φθάσει εις την καραντίναν «σύνταχα το πρωί», νύκτα ακόμη, ει δυνατόν περί τα χαράγματα. Αλλ’ επειδή τούτο δεν ήτο εύκολον, καθόσον οι λεμβούχοι δεν ηδύναντο να έχωσι πράγματα, τα οποία θα μετέφερον έτοιμα, προ της ανατολής του ηλίου, διά τούτο το μυστηριώδες υποκείμενον εκρύβη δι’ όλης της ημέρας εις την φωλεάν του ή εις την οικίαν του – διότι δεν ηγάπα, φαίνεται, το φως – και μόνον την εσπέραν, περί την δύσιν του ηλίου, επεβιβάσθη εις την βάρκαν του Αλέξη.  

   Τον Αλέξην το Παποράκι τον είχε συμφωνήσει διά την μεταφοράν του νεωστί διορισθέντος βαρδιάνου εις την ερημόνησον ο πρόθυμος μπαρμπα-Νίκας, αφού είχε πίει μαζί του δύο «δυναμωτικά», ένα «ταχτικό», το «ούλτιμο», και το «πρίμο σεγκόντο». Με την διπλωματίαν δε των φρονίμων ανθρώπων, οίτινες σπεύδουν να εκμυστηρευθώσι και πωλήσωσιν εμπιστοσύνην εκεί όπου προβλέπουν ότι δεν θα περάσει η ψευτιά, απεφάσισε να διηγηθεί τα πράγματα εις τον πορθμέα. Ο Αλέξης το Παποράκι βεβαίως δεν θα εξελάμβανε τον Καρδαράκην ως Γυρατσίνην· ακόμη ολιγώτερον ηδύνατο να εκλάβει την Σκεύω την Σαβουρόκοφαν ως μπαρμπα-Σταμούλην Καρδαράκην, και διά τούτο ο μπαρμπα-Νίκας επροτίμησε να διηγηθεί όλην την αλήθειαν εις τον Αλέξην.

   Ο Αλέξης το Παποράκι έκαμε τον σταυρόν του ανάποδα, τον έκαμε με το ζερβί το χέρι, και τέλος το εχώνευσεν. Επί τέλους τι τον έμελεν αυτόν; Ήθελεν η θεια-Σκεύω να υπάγει βαρδιάνος εις τα καράβια τα σπόρκα, ας επήγαινεν. Αυτός θα την μετέφερεν εις την ερημόνησον, θα την εξεμβαρκάριζεν εις τον κάβον, και ας έκαμνε καλά.

   Τρέλα γυναικεία ήτον και αυτό, καθώς τόσαι άλλαι. Της είχε καρφωθεί εις τον νουν, και δεν ηδύνατο να ησυχάσει, πριν φθάσει εις την καραντίναν και εύρει τον υιόν της. Είδησιν περί αυτού, τι εγίνετο, δεν ημπόρεσε να λάβει ούτε από τον Αλέξην, ούτε από άλλον βαρκάρην, ούτε από αυτήν την υγειονομικήν υπηρεσίαν διά μέσου του Νίκα.

   Αυτή θα επήγαινεν εις την καραντίναν, εις τα καράβια τα σπόρκα. Αν έζη ο υιός της, θα τον εύρισκε. Αν ήτον διά ζωήν, αυτή θα τον υπηρέτει, αυτή, και όχι άλλος θα τον ενοσήλευε. Θα εβοηθούσε το έργον της θείας Προνοίας, αν ήτον από Θεού να ζήσει. Την χολέραν αυτή δεν την εφοβείτο. Είχεν υποφέρει ήδη άπαξ όχι πολύ βαρέως από χολέραν, και είχε γλυτώσει, νέα ακόμη, τω 1848, όταν η φοβερά νόσος ενέσκηψεν εις την μικράν παραθαλάσσιον πολίχνην. Επί τέλους, ας εκολλούσε την χολέραν, δεν την έμελεν. Ας εζούσε το παιδάκι της, και ας απέθνησκεν αυτή. Αν ήτο πάλιν διά θάνατον, Θεός να το φυλάει, το παιδί της, τότε θα το έβλεπε, θ’ απέθαινε στα χέρια της, δεν θα είχε παράπονο. Φθάνει μόνον να τον επρόφθανε ζωντανόν, και δεν θα το είχε παράπονο. Τέλος απεφάσισε να κάμει το παράτολμον τούτο διάβημα, και τα πράγματα ήρχοντο ευνοϊκά έως τώρα. Η καρδιά της ήτον ζεστή. Μόνον εκρύωσε κάπως, όταν έφθασεν εις την ερημόνησον, και ηύρε τον Γιάννην τον Μπρίκον τον γείτονά της. Κατ’ αρχάς εχάρη όταν τον είδε. Μόνον πόσον άτυχα της εφάνη όταν εκείνος δεν ήξευρεν, ως έλεγε, τι γίνεται ο υιός της, ο Σταύρος της. Αυτό δεν ήτο καλόν σημείον. Ή έλεγε την αλήθειαν, και αυτό δεν ήτο παρήγορον, ούτε καθησυχαστικόν, ή είχεν αποθάνει ο Σταύρος και δεν ήθελε να το μαρτυρήσει.

 

 

   Εις το πέραμα το μεταξύ των τριών κάβων, από τον έξω κάβον έως τον μέσα κάβον του Αγίου Φλώρου, και από τον μέσα κάβον έως τον Λαλαριάν, ο Γιάννης ο Μπρίκος ετραβούσε τα κωπία, καθήμενος στα κάργα, και ελιανοτραγουδούσε μέσα του παλαιά ναυτικά τραγούδια. Δεν ηρώτησεν ούτε μίαν λέξιν διά την γυναίκα του την Γαρουφαλιά, μετά τα τυπικά χαιρετίσματα, τα οποία του είχεν ειπεί η θεια-Σκεύω. Δεν τον έμελεν αν κόσμος υπέφερε γύρω του ή απέθνησκεν, αν έπασχεν εκ χολέρας ή εκ πείνης ή εξ άλλων δεινών. Αυτός ετραγουδούσε τους παλαιούς σκοπούς του.

   Η θεια-Σκεύω, διά να τον ευχαριστήσει, ήρχισε να του διηγήται πώς η γυναίκα του είχε τρομάξει άμα έμαθεν ότι αυτός είχε σπορκαρισθεί, πώς υπώπτευε και εφοβείτο μη πάθει κακόν, και πώς αυτή, η Σκεύω, επήγεν εις την οικίαν της διά να της δώσει θάρρος, ειπούσα μάλιστα αυτή ότι ο άνδρας της, ο Γιάννης, και ο Σταύρος, ο υιός αυτής, της Σκεύως, θα ήσαν μαζί εις την καραντίνα…

-   Βέβαια, θα έβαλε τες φωνές κι εμάζωξε τον κόσμο πάλι!… ανέκραξεν ο Γιάννης ο Μπρίκος, όστις ενθυμείτο ίσως και άλλην παραπλησίαν περίστασιν. Ήτον ανάγκη, κατάλαβες, να φωνάξει, για να την ακούσουν πως ο άνδρας της εσπορκαρίστηκε κι έμεινε στην καραντίνα. Δεν πάει να κουρεύεται;

   Η θεια-Σκεύω εδάγκασε την γλώσσαν της κι εκοίταξεν έμφοβος τον πορθμέα. Δεν είχεν υπολογίσει ότι η διήγησίς της ήτο πιθανόν να εξοργίσει τον Γιάννην.

    -   Εσείς οι γυναίκες, κατάλαβες, με συμπαθάς να σου πω, θεια-Σκεύω, δεν έχετε κουκούτσι μυαλό! Πώς δεν εμπαρκάρισε κι αυτή να ’ρθει να μ’ ευρεί, καθώς εμπαρκάρισες τουλόγου σου κι ήρθες να βρεις το γυιο σου! Πώς δεν εφόρεσε κι αυτή ανδρίκεια , καθώς τουλόγου σου! Τότε πια θα είχαμε δυο χαρές… και τρεις τρομάρες. Τώρα τα έχουμε μεριά, τότε θα τα εκάναμε σωστό φόρτωμα.

-        Φόρτωμα σας είναι οι γυναίκες σας! είπε με τόνον μομφής η θεια-Σκεύω.

-        Φόρτωμα! σωστό φόρτωμα! απήντησεν ο Γιάννης ο Μπρίκος. Δεν είναι άλλο

 χειρότερο φόρτωμα, χειρότερο πανωσάμαρο, απ’ τις γυναίκες. Τουλόγου σου πάλι, τι σου ήρθε, να ’χουμε καλό ρώτημα, θεια-Σκεύω, να φορέσεις τις βράκες του σχωρεμένου του μπαρμπα-Γιαλή, και να κοπιάσεις στην καραντίνα, να περάσεις για βαρδιάνος στα σπόρκα;

   Η θεια-Σκεύω απήντησε με τόνον δεικνύντα ότι η συζήτησις ήτο οχληρά δι’ αυτήν.

-        Καθεμιά χριστιανή, αυτή μοναχή ξέρει τον πόνο της…

    -   Και τι θα κάμεις τουλόγου σου τώρα με την καραντίνα; Εδώ καράβια χάνονται, θεια-Σκεύω.

    -   Θυμήθηκες συ γείτονας να πεις, θυμηθήκατε κανένας από σας τους πατριώτες, να μου στείλετε ένα μαντάτο, να μάθω τι γένεται ο Σταύρος;

    -   Και ποιος ξέρει εδώ τι γίνεται ο άλλος, θεια-Σκεύω; Εδώ είναι ποιος ξέρει πόσες χιλιάδες κόσμος… Κοίταξε πόσα καράβια!

   Ο Γιάννης εδείκνυε την σειράν των έξ επτά μεγάλων πλοίων τα οποία είχον φθάσει από δύο ημερών, και ήσαν ηγκυροβολημένα εις απόστασιν πολλών οργυιών από της ακτής, δεξιόθεν της πλεούσης με την πρώραν προς μεσημβρίαν φελούκας. Η Σκεύω τα είδεν όλα τα καράβια τα οποία της εδείκνυεν ο Γιάννης και της εφάνησαν πολλά, πάμπολλα, παραπάνω από εκατόν.

   Αριστερόθεν, κατά μήκος της ακτής, ήσαν αραδιασμένα εικοσιπέντε ή τριάντα μικροκάικα διαφόρου σκαριού και αρματωσιάς· γολετιά, βρατσέρες, τρεχαντήρια, κότερα, τσερνίκια, τράτες, σκαμπαβίες και βάρκες. Η Σκεύω τα είδε, και της εφάνησαν πολλά, αμέτρητα, παραπάνω από πεντακόσια. Η σελήνη αρτίως ανατείλασα εμοίραζε το φως της μεταξύ της υψηλοτέρας συνδέδρου κορυφής της ερημονήσου και του φωσφορίζοντος και φλοισβίζοντος από την ελαφράν αύραν κύματος, έρριπτεν αφθόνους τας ακτίνας της επί των στιλβόντων εξαρτίων των μεγάλων πλοίων, και άφηνεν εις την σκιάν, υπό την σκοτεινήν ακτήν, την μακράν σειράν των μικρών πλοίων. Φώτά τινα έλαμπον τήδε κακείσε επί των πλοίων. Ηρεμία και σιωπή, εκτός αραιών τινων φωνών, επεκράτει επί των πλοίων, συγκεχυμένη δε βοή ηγείρετο από του εδάφους της μικράς νήσου. Η φελούκα είχε φθάσει ήδη αντικρύ εις τον Λαλαριάν, μεγάλην ίσαλον πεδιάδα πλήρη χονδρών και στιλπνών χαλίκων, εφ’ ων το φέγγος της σελήνης πίπτον προσέδιδε γλυκείαν μελαγχολικήν όψιν.

   Πλησίον εκεί επί της αυτής πεδιάδος, εκεί όθεν ήρχιζε το χόρτον να φύεται, και θάμνοι να έρπωσιν, από τον Λαλαριάν και άνω, εφαίνοντο πέντε ή έξ πρόχειροι σκηναί, με παλαιά καραβόπανα, με κώπας και με κοντάρια κατασκευασθείσαι. Φώτα έλαμπον εις το αυτό μέρος. Εκεί είχον εύρει προσωρινήν στέγην επί της ξηράς οκτώ ή δέκα οικογένειαι, αι πρώται ελθούσαι από δύο ή τριών ημερών. Διότι δεν είχε γίνει ακόμη η μεγάλη συρροή, ήτις ήρχισε μετά τρεις ή τέσσαρας ημέρας. Και ο Γιάννης ο Μπρίκος ωμίλει περί χιλιάδων κόσμου, ως να προέλεγε το μετ’ ολίγον μέλλον, διότι πράγματι επεριμένοντο πάμπολλα πλοία να καταπλεύσωσι μετ’ ου πολύ και μέγα θα ήτο το πλήθος των ταξιδιωτών όσους θα έφερον ταύτα.

   Ου μακράν του Λαλαριά ελθούσα ηγκυροβόλησεν η φελούκα του Γιάννη του Μπρίκου. Ο βαρκάρης εθαλάσσωσεν ο ίδιος, έσυρε την φελούκαν ολίγας σπιθαμάς προς την άμμον. Η γραία Σκεύω, ως να ενθυμήθη τα νιάτα της, εσηκώθη, επήδησεν ελαφρά εις την άμμον, έβρεξεν ολίγον τα πασουμάκια της εις το κύμα, έκαμε το σημείον του σταυρού και είπε: «Πάντα κατευόδιο!»

 

 

   Την πρωίαν της ημέρας εκείνης, ήτις ήτο η 18η Αυγούστου, ημέρα Τετάρτη της εβδομάδος, μνήμη των Αγίων μαρτύρων Φλώρου και Λαύρου, περί το λυκαυγές, όταν ο πάτερ Νικόδημος ο Μανασσής εξύπνησε και κατέβη εις τον ευκτήριον οίκον διά να ψάλει τον όρθρον (δεν υπήρχε ναΐσκος εις το μικρόν μετόχιον, αλλά μόνον ευκτήριος οίκος, άνευ θυσιαστηρίου και καταπετάσματος), ενθυμήθη την ημέραν και παρεκάλεσεν, ως είπομεν, τους δύο Αγίους να ελευθερώσωσι τον κόσμον από την χολέραν, ελευθερώνοντες αυτόν από τους χολεριασμένους· όπως τον παλαιόν καιρόν είχον ελευθερώσει τον κόσμον από την νοητήν χολέραν, την ειδωλολατρίαν, αρχιτέκτονες όντες, και λαβόντες παραγγελίαν από τον ηγεμόνα να κτίσωσι ναόν ειδωλολατρικόν, κρημνίσαντες δε κάτω τα είδωλα, και αναστηλώσαντες την λατρείαν του Χριστού, ψάλλοντες άμα: «Δόξα σοι Χριστέ ο Θεός, αποστόλων καύχημα, μαρτύρων αγαλλίαμα…» Ο πάτερ Νικόδημος ανέγνωσε τον όρθρον κατά τον ιδιάζοντα αυτώ τρόπον, διά του κομβοσχοινίου και της επ’ άπειρον επαναλήψεως του «Κύριε Ιησού Χριστέ». Διά τούτο δεν ήνοιξε καν το Ωρολόγιον διά να ιδεί τίνος Αγίου μνήμη ήτο. Ωρολόγιον είχε τον νουν του, και τούτο ήρκει. Ωροσκόπιον είχε τον έναστρον ουρανόν, με την Πούλιαν, τον Πήχυν, το άστρον του Βορρά και τους τόσους αστερισμούς του. Παρακλητικήν και Μηναίον είχε το κομβοσχοίνι του. Οι γονείς του δεν τον είχον στείλει εις τον διδάσκαλον, όταν ήτο παιδίον. Είχεν ανατραφεί εις το βουνόν. Είχεν αυξήσει εις τας βραχώδεις ακρωρείας όπου ωδήγει τας αίγας του, και ετελείωνε τας ημέρας του εις την ερημόνησον.

   Την προτεραίαν της ημέρας εκείνης (διότι η διήγησίς μας κινδυνεύει ίσως να γίνει πρωθύστερος, και υπεπέσομεν εις ανακριβείας τινάς και χρονολογικάς αντιφάσεις, εφ’ ω επικαλούμεθα την επιείκειαν των αναγνωστών) είχε φθάσει από την πολίχνην και ο μαστρο-Στάθης ο Χερχέρης με όλους τους μαστόρους του. Η ξυλική είχε κομισθεί την προ αυτής εσπέραν, έξ ή επτά βαρκαδιές, με τας συνήθεις φελούκας. Ο αρχιτέκτων έφθασε την πρωίαν και ήρχισε μετά ζέσεως την εργασίαν του. Ήτο δε ανυπόμονος να τελειώσει τα παραπήγματα, ει δυνατόν, εντός της ημέρας. Είχεν υποχρεωθεί διά του συμβολαίου, του συνταχθέντος ευθύς μετά την δημοπρασίαν, και διά των όρων αυτών της προκηρύξεως, να κατασκευάσει τριάντα μεγάλα παραπήγματα και πενήντα μικρότερα προς στέγασιν των υπό κάθαρσιν ταξιδιωτών.

   Την εσπέραν της 18ης Αυγούστου περί την ενάτην ώραν, είχε φθάσει και η Σκεύω εις την καραντίναν. Η ταλαίπωρος γραία, πριν αποφασίσει να βάλει εις πράξιν το παράβολον διάβημά της, είχε προσπαθήσει διά του μπαρμπα-Νίκα (και τούτο ήτο το πρώτον αίτημά της το οποίον υπέβαλεν εις την μετ’ αυτού συνέντευξιν) να κατορθώσει αν ήτο δυνατόν να την παραλάβωσιν οι λεμβουχοι οι εκτελούντες τα καθημερινά ταξίδια εις την ερημόνησον, διά να την ρίψωσιν απλώς επάνω εις τον κάβον του Αγίου Φλώρου, και αυτή ευχαρίστως θα εδέχετο να σπορκαρισθεί ομού με τόσους άλλους χριστιανούς. Αλλ’ είχε μάθει ότι το πράγμα ήτο αδύνατον. Αυστηρά απαγόρευσις ήτο να μη πλησιάζει τις, εκτός των λεμβούχων και των εχόντων ειδικήν άδειαν, εις την επιχόλερον νήσον. Εις το ύψος του κάβου του Αγίου Φλώρου, είχεν ιδρυθεί την πρωίαν της Τρίτης, 17 Αυγούστου, στρατιωτικός σταθμός, ενισχυθείς δι’ αποσπάσματος αρτίως σταλέντος εκ Χαλκίδος. Το απόσπασμα συνίστατο εξ ενός ενωμοτάρχου, τριών χωροφυλάκων, ενός δεκανέως και εννέα οπλιτών του πεζικού.

   Μέρος του αποσπάσματος εστάθμευε διαρκώς επί του λόφου, του υπερκειμένου της απωτέρας ακτής εφ’ ης απεβίβαζον τα εμπορεύματα οι λεμβούχοι, και όταν προσήγγιζε πλοίον μη έχον ειδικήν άδειαν, ή άτομον περί του οποίου δεν είχεν γνώσιν ο σταθμάρχης, πάραυτα μία φωνή «Στοπ», εξερχομένη αποκάτω από τα πεύκα, όπου είχον ιδρύσει το στρατόπεδόν των οι άνδρες του στρατού, ηκούετο παγώνουσα το αίμα του πλέον τολμητίου. Την εσπέραν εκείνην, ο σταθμάρχης είχε μετρήσει από της πρωίας υψηλά από την σκοπιάν του έξ αποβιβασθέντας επί της ερημονήσου, και οδηγηθέντας εις το εσωτερικόν του προσωρινού λοιμοκαθαρτηρίου. Το έγγραφον το οποίον είχε λάβει το πρωί από το υγειονομείον εμνημόνευεν επτά νέους βαρδιάνους στρατολογηθέντας χθες, και μέλλοντας να φθάσωσιν εντός της σήμερον εις την επιχόλερον νήσον· ο ενωμοτάρχης είχε μετρήσει από το πρωί έξ, και ηπόρει πώς εβράδυνε ο άλλος. Τέλος έφθασε περί λύχνων αφάς, εις το τελευταίον ταξίδιόν του, ο Αλέξης το Παποράκι.

   Ο Αλέξης τα είχε καλά με τους στρατιώτας, διότι δεν παρέλειπε ποτέ να τους φέρει καπνόν και ρώμι. Ουχ ήττον άμα επλησίασεν εις την ξηράν, δεν ελησμόνησε

διά καλόν και διά κακόν να φωνάξει με μεγάλην φωνήν:

-        Αυτός που φέρνω είναι ο έβδομος βαρδιάνος για σήμερα, κύριε σταθμάρχη!

-        Καλά! απήντησεν αποκάτω από το πεύκον μία νυσταλέα φωνή.

   Ο σταθμάρχης δεν εσκοτίζετο να ίδει και εξετάσει ο ίδιος τον βαρδιάνον. Αυτό δεν ήτο ιδική του δουλειά, ήτο του ιατρού. Τι ανάγκην είχεν αυτός να εξετάζει γέρους και πτωχούς ανθρώπους; Ο ιατρός ήτο πράγματι η ανωτέρα αρχή, μέσα εις την νήσον. Συνεννοείτο απ’ ευθείας με όλας τας αρχάς έξω, και συχνά έγραφε και εις το υπουργείον των Εσωτερικών, εκτραγωδών την κατάστασιν. Ο σταθμάρχης εγέλασε την στιγμήν εκείνην, διότι του επήλθεν η επομένη σκέψις, διά τα συμβαίνοντα, τα οποία του εφαίνοντο ως το άκρον άωτον της ιατρικής επιθεωρήσεως: «Να σε επιθεωρεί ο γιατρός όχι για να πάρεις πράτιγο, αλλά για να μβεις καραντίνα… είναι σαν να σε δοκιμάζει, αν είσαι καλός για να χολεριασθείς!»

 

 

   Πράγματι, ο ιατρός ενήργει ως ανωτέρα αρχή εντός του προσωρινού λοιμοκαθαρτηρίου, και προς αυτόν ωδηγείτο πας νεωστί ερχόμενος, είτε ταξιδιώτης ήτο από τα μακρινά χολεριασμένα μέρη, είτε εργολάβος και έμπορος ερχόμενος εκ της νήσου διά να πωλήσει την τέχνην του, είτε «βαρδιάνος για τα σπόρκα», φύλαξ διά τα επιχόλερα πλοία στρατολογούμενος υπό της υγειονομικής αρχής. Ο ιατρός, πρεσβύτης, υπερβάς το πεντηκοστόν έτος είχε σπορκαρισθεί ακουσίως ελθών τας πρώτας ημέρας διά να επιθεωρήσει τους επιβάτας, και μη προφθάσας να εξέλθει εγκαίρως εκ της ερημονήσου, ήτις εκηρύχθη επιχόλερος εν τω μεταξύ. Εκ Γερμανίας καταγόμενος, είχε κατέλθει εις την Ελλάδα κατά τα πρώτα έτη της βασιλείας του Όθωνος. Από του 1845 είχεν αποκατασταθεί εις την νήσον, είχε προσφέρει τας εκδουλεύσεις του εις την χολέραν του 1848, και δεν είχε παύσει έκτοτε ν’ αναφαίνεται παντού όπου ήτο χολέρα και καραντίνα. Οι κατά καιρούς υπουργοί των Εσωτερικών, γνωρίζοντες την ικανότητά του, τον απέσπων πολλάλις εκ της νήσου και τον έστελλον επί αδρώ μισθώ εις τα μεγάλα κέντρα των καθάρσεων εν Ελλάδι.

   Ο αγαθός ιατρός είχεν ανάψει το μακρόν τσιμπούκι του, με το ηλέκτρινον στόμιον, το οποίον είχεν αχώριστον εις παν τεξίδιόν του, και το οποίον ευτυχώς ηδυνήθη να μετάσχει του σπορακισμού του κυρίου του. Είχε πήξει μικράν σκηνήν πλησίον ενός πεύκου, προς την ρίζαν του λόφου, ολίγον απώτερον του μέρους όπου ήσαν αι άλλαι πρόχειροι σκηναί. Έξω της θύρας καθήμενος, επί τινος ξηρού στελέχους, υπό το φως της σελήνης, ερρέμβαζε βλέπων τα κύματα της θαλάσσης, αλλεπάλληλα ερχόμενα, ορχούμενα και φεύγοντα, εφ’ ων αντανακλώντο τόσαι τρέμουσαι σελήναι, και τόσα μηκυνόμενα οφιοειδή φώτα εκρέμαντο κάτω από τας τρόπιδας των αραγμένων πλοίων. Όπισθέν του το δάσος των πεύκων, αργυρούμενον την κορυφήν από το ωχρόν μελαγχολικόν φέγγος, αδιαπέραστον εις το βάθος από τας ασθενείς ακτίνας του, εθρόει κι εμορμύριζεν από μυρίας μυστηριώδεις δονήσεις υπό το ελαφρόν φύσημα της αύρας της νυκτερινής. Μεγάλη ήτο η θερμότης, ο νότος είχεν αρχίσει ήδη να πνέει, και μόλις προς την εσπέραν είχε κόψει ο άνεμος. Άνω εις τον ουρανόν εφαίνοντο προς δυσμάς και προς νότον νέφη τινά μελαγχολικά και η ατμόσφαιρα, ημίγυμνος ακόμη με τα απομείναντα ράκη του έαρος, με τα πρώτα κιτρινίζοντα φύλλα του φθινοπώρου, εφαίνετο επαιτούσα βροχήν.

   Ο κ. Βίλελμ Βουνδ εκάπνιζε ταχέως και θορυβωδώς το τσιμπούκι του, και έβγαζε μεγάλας τολύπας καπνού από το στόμα, μετά πλαταγισμού των χειλέων, κολλώσας προς στιγμήν περί τον μέγαν, παχύν καστανόν μύστακά του, και ανερχομένας ελικοειδώς εις τον προέχοντα προς το μέρος της σκηνής απώτερον κλώνα του πεύκου. Εφαίνετο κάπως πεισμωμένος, και δεν απήντα εις τα πολλά σχέδια τα οποία του εξέθετε λεπτομερώς, αντικρύ του καθήμενος, ο αρχιτέκτων Ευστάθιος ο Χερχέρης, την προτεραίαν φθάσας, όστις περιέγραφε προς τον ιατρόν την προσεχή εργασίαν του, και εξεθείαζε τα παραπήγματα τα οποία έμελλε να κατασκευάσει, ως τέλεια εις το είδος των. Ο κ. Βίλελμ Βουνδ ελικνίζετο τερπόμενος από την φωνήν του αρχιτέκτονος, αλλά δεν επρόσεχεν εις τας λέξεις, και ενίοτε εσφύριζε, και εμάσα μισάς βλασφημίας, τας οποίας ανεμείγνυε με τον καπνόν του τσιμπουκίου του, και τας έστελλε νοερώς εναντίον του υγειονόμου και των άλλων αρχών της νήσου.

   Διά εικοστήν φοράν, έβγαλεν από την τσέπην του έν έγγραφον το οποίον είχε λάβει την πρωίαν της ημέρας εκείνης από το υγειονομείον, και ανάψας κηρίον το ανεγίνωσκε. Το έγγραφον διελάμβανεν ότι απεστέλλοντο αυθημερόν φύλακες διά τα επιχόλερα πλοία, επτά τον αριθμόν, ο δείνα και ο δείνα, εις τον τόπον της καθάρσεως. Ο ιατρός δεν ηδύνατο να εννοήσει πώς είχον έλθει έξ, ενώ ανεφέροντο επτά, και διατί δεν είχεν έλθει ο έβδομος. Έπειτα δεν ηδύνατο να εννοήσει ακόμη, και αυτό τον εφούρκιζε περισσότερον, τι συνέβαινεν ως προς το όνομα του εβδόμου. Ο Βουνδ δεν είχε προσέξει κατ’ αρχάς εις τα ονόματα, ούτε τον ενδιέφερον ταύτα. Αλλ’ ήτο, εκτός της ιδιοτροπίας και του οργίλου χαρακτήρος, αγαθός ανήρ, και [χωρίς να το θέλει] είχεν ενδιαφέρον διά τους πτωχούς ανθρώπους. Χωρίς να το θέλει, εγνώριζεν, από εικοσαετίας διατρίβων εν τω τόπω, όλα σχεδόν τα ονόματα της πολίχνης. Του εφαίνετο λοιπόν, ήτο βέβαιος μάλιστα, ότι ο ως έβδομος αναφερόμενος εν τω εγγράφω του φίλου του, του υγειονόμου, ήτο αποθαμένος προ πολλού. Συνήθειαν δεν είχε βεβαίως ο ιατρός να προπέμπει τους νεκρούς εις τας κηδείας. Αλλ’ είχε συνήθειαν να εκδίδει πιστοποιητικά νεκροσκοπίας «ενταφιαστήρια», και δι’ εκείνους των νεκρών τους οποίους είχεν επισκεφθεί μέχρι των εσχάτων στιγμών των, και δι’ εκείνους τους οποίους ουδόλως είχεν επισκεφθεί. Αυτόν δε τον Σταμάτιον Γυρατσίνην ενθυμείτο πολύ καλά ότι τον είχεν επισκεφθεί πολλάκις, ότι είχεν αποθάνει στα χέρια του, και ότι είχεν εκδώσει πιστοποιητικόν διά την ταφήν του. Τι συνέβαινε λοιπόν; Ή πρέπει να υπήρχε δεύτερος Σταμάτης Γυρατσίνης, έγγονος του πρώτου· αλλά τότε έπρεπε να έχει ηλικίαν είκοσιν ετών και όχι εξήντα, οία εφέρετο εν τω εγγράφω· ή ο δεύτερος Σταμάτης Γυρατσίνης θα ήτο σνεψιός ή πρωτεξάλφος του αποθανόντος, φέρων το αυτό όνομα. Τον δεύτερον τούτον Σταμάτην Γυρατσίνην ουδέποτε εγνώρισε, και ήτο περίεργος να τον γνωρίσει. Το πράγμα του είχε κάμει δυσανάλογον εντύπωσιν, ίσως ένεκα της μοναξίας και του απολεισμού εν ω διετέλει. Αλλά μόλις είχεν ανάψει το κηρίον, βήματα ηκούσθησαν, και ιδού παρουσιάζεται ο Γιάννης ο Μπρίκος, ο βαρκάρης, οδηγών τον καλούμενον Σταμάτιον Γυρατσίνην, με δειλόν βήμα ακολουθούντα.

   Ο Γιάννης ο Μπρίκος εκράτει με την μίαν χείρα φανόν, και με την άλλην εκράτει το έγγραφον του διορισμού του βαρδιάνου, το οποίον είχε ζητήσει από τον καλούμενον Σταμάτην Γυρατσίνην να του παραδώσει, διά να το εγχειρίσει εις τον ιατρόν. Επλησίασε, του συντρόφου του μένοντος ολίγα βήματα οπίσω, εχαιρέτισε και έτεινε τον φάκελον προς τον ιατρόν:

-        Τι ντιάολο τέλεις πάλι; ανέκραξεν άμα αναγνωρίσας τον λεμβούχον ο ιατρός.

   Ο Σταμάτης Γυρατσίνης πολύ θα επεθύμει ν’ απηλλάσσετο ει δυνατόν της ανάγκης της επισκέψεως ταύτης, αλλά δεν ήτο κατορθωτόν το πράγμα. Ο Γιάννης ο Μπρίκος του είχε δώσει να εννοήσει ότι πας νεωστί ερχόμενος εις τον τόπον των καθάρσεων ώφειλε να παρουσιασθεί εις τον ιατρόν, και αν μάλιστα ήτο βαρδιάνος διά τα καράβια τα σπόρκα, ο ιατρός θα τον εδέχετο, θα τον ανεγνώριζε και θα τον ετοποθέτει οριστικώς εις έν των πλοίων, ή και έξω εις την ξηράν, διότι δεν ήτο υπόχρεως να λαμβάνει υπό σπουδαίαν έποψιν τας διαταγάς του κυρίου υγειονόμου ως προς τούτο. Αυτός δε, ο Γιάννης ο Μπρίκος, ως εκτελών τα έργα του πορθμέως εντός του τόπου των καθάρσεων είχεν ατομικήν ευθύνην διά την εκτέλεσιν της διατυπώσεως ταύτης, και αν παρέβαινε το καθήκον του, υπέκειτο εις φυλάκισιν από δύο έως πέντε ετών, καθώς τον είχον πληροφορήσει. Το καλόν μόνον ήτο, διά τον Γυρατσίνην, ότι η παρουσίασις εγίνετο νύκτα. Το ακόμη καλύτερον ήτο ότι θα εδίδετο εις το μυστηριώδες υποκείμενον η ευκαιρία να μάθει αμέσως διά του ιατρού πού ήτο και τι εγίνετο ο Σταύρος.

   Τούτου ένεκα η Σκεύω ηκολούθησε μετ’ ελπίδος και φόβου τον Γιάννην, και τα γόνατά της έτρεμον. Αφού διήλθον το πλάτος της αμμουδιάς, όπου οι πόδες εβουλούσαν ένα δάκτυλον εντός της άμμου, και αι εμβάδες της εγέμισαν από κόκκους άμμου, εισήλθον εις το μονοπάτιον το διαχαρασσόμενον παρά την όχθην του απεξηραμμένου βάλτου, ανάμεσα εις τες βουρλιές, υπό το φέγγος της σελήνης, όπου το έδαφος φαιόν και λευκόν έστιλβεν από την αναλαμπήν. Εκεί παρά τον βάλτον, ανάμεσα εις τρεις βουρλιές και εις δύο συστήματα ακανθωδών θάμνων, το χώμα εφαίνετο προσφάτως ανασκαφέν, και υπήρχον δύο εξογκώματα γης, το έν μακρότερον του άλλου, γείτονα αλλήλων κείμενα, αποτελούντα μάλλον έν εξόγκωμα εις δύο.

   Η Σκεύω ήρχισε να τρέμει, η μητρική καρδία της εταράχθη, και ήρχισε να πάλλει ταχέως και ασθενώς, και λιποψυχία εκυρίευσεν όλον το είναί της, τα όμματά της εσκοτίσθησαν, και τα ώτα της ήρχισαν να βομβώσι, και εις το ωχρόν φως της σελήνης δεν ήτο ορατή η ωχρότης ήτις έβαψε το πρόσωπόν της. Τα δίδυμα εκείνα εξογκώματα της γης, πολύ ωμοίαζον με δύο τάφους, με δύο τάφους νωπούς, προσφάτως και ίσως αυθημερόν σκαφέντας. Η Σκεύω έκυψε και είδε καλύτερα, και της εφάνη ότι εις την άκραν του ενός των δύο λάκκων προς δυσμάς υπήρχε μικρός πρόχειρος σταυρός εκ καλάμου, με κλωστήν δεμένος εις το κέντρον.

   Διότι ήτο αληθές και δεν επεδέχετο άρνησιν ότι ο άγγελος ο κρατών το μέγα δρέπανον είχεν επιφοιτήσει αυθημερόν εις την αποκλεισμένην νήσον. Το μεσονύκτιον προς βαθύν όρθρον της Τρίτης είχε τανύσει αιφνιδίως τας πτέρυγάς του από των απωτέρων αοράτων κόσμων, και είχε λάβει το κέλευσμα του Αιδίου, και είχε καταπτεί από τας πύλας του ουρανού, και μετά τινα μόρια στιγμών χρόνου, ασύλληπτα εις την διάνοιαν των θνητών, είχε φθάσει εις την αφανή μικράν γωνίαν, την ταπεινήν και άγνωστον, και είχεν ασκήσει το αστόμωτον δρέπανόν του εις την κοπήν της ζωής δύο αβρών πλασμάτων των οποίων το βάρος δεν ησθάνετο χθες ακόμη η γη περισσότερον παρ’ όσον ταύτα ησθάνοντο σήμερον επάνω των το βάρος της γης. Η μήτηρ μόλις είχεν εξέλθει προχθές ακόμη εις τον λειμώνα του κόσμου. Άνθος είχε κοπεί από τον κήπον τον παρθενικόν και είχεν εξαχθεί διά της πύλης του γάμου. Το βρέφος μόλις είχεν ανοίξει τους οφθαλμούς εις το φως της ζωής. Μήτηρ ανεύθυνος και βρέφος άκακον· η μήτηρ μετά τας τρικυμιώδεις συγκινήσεις του έρωτος, μετά τας γαληνίους απολαύσεις του γάμου, μετά τας δεινοπαθείας της κυοφορίας, μετά τας ωδίνας του τοκετού, το βρέφος μετά την πρώτην αίσθησιν του πόνου και την πρώτην φωνήν του κλαυθμυρισμού, ανηρπάγησαν εις επουρανίους καλιάς, το τέκνον εις τας αγκάλας της μητρός, και αμφότεροι εις τους κόλους του αγνώστου. Ο γάμος είχε τελεσθεί εν Σμύρνη προ δέκα μηνών, το ζεύγος φεύγον την χολέραν είχεν επιβιβασθεί εκ Σμύρνης. Κατά τον διάπλουν είχεν επέλθει, άωρος ίσως ο τοκετός. Το πλοίον, όταν έφθασεν εις τον τόπον της καθάρσεως, εκόμιζε δύο τρυφερά πλάσματα μόλις ζώντα, την μητέρα χθες και πρώην κόρην, το βρέφος σχεδόν ασώματον. Τα σώματα ημιθανή απεβιβάσθησαν εις την ξηράν, αλλ’ η πραεία αύρα του δάσους δεν ήτο ικανή ν’ ανακαλέσει την φεύγουσαν ζωήν διά να την αποδώσει εις τα δύο νεαρά όντα. Η πνοή του αγγέλου, θωπευτικωτέρα και της αύρας της νυκτερινής, απεκοίμισε τα δύο αβρά πλάσματα, και ο κραταιός βραχίων του απεκόμισε μακράν εις τους αγνώστους κόσμους τα δύο πνεύματα, το έν καθ’ εαυτό μακάριον, το έτερον κατά μέθεξιν ευδαίμον.

   Ελαφρά η γη εκάλυψε τα δύο νεαρά σώματα, θερμά ακόμη από την τελευταίαν επαφήν της ζωής, θερμά από τους ασπασμούς του χηρεύσαντος νυμφίου, θερμότερα από τους ασπασμούς της απορφανισθείσης μητρός, ήτις είχε συνοδεύσει εις το ταξίδιον την τέως ευτυχή κόρην. Και τα πνεύματα απέπτησαν και ίπταντο ακόμη μακράν, μακράν, και ο άγγελος τα ανεβίβασεν εις αγνώστους κόσμους, και το κύμα της θαλάσσης εφλοίσβιζε μακρόθεν λικνίζον το αγνόν βρέφος εις την παγωμένην αγκάλην της μητρός, και η αύρα η σείουσα τους θάμνους ετόνιζε βαυκαλιστικον άσμα εις τον ύπνον της μητρός και του τέκνου.

 

 

    -   Τίνος είν’ αυτός ο τάφος; Ποιος πέθανε; ηδυνήθη να ερωτήσει με τρέμουσαν φωνήν η Σκεύω.

   Της δυστυχούς είχε κακοβάλει ο νους της διά τον υιόν της, και εντεύθεν ο φόβος και η μεγάλη ταραχή άμα είδε τους διδύμους τάφους.

   Ο Γιάννης ο Μπρίκος έστρεψεν αμελές βλέμμα προς τους τάφους, εσιώπησε προς στιγμήν, έβηξε, και είτα είπε:

-        Μια γυναίκα είχε πεθάνει σήμερα εδώ με το παιδί της. Σου είπα, θεια-

Σκεύω, ποιος ερωτά εδώ ποιος θα ζήσει και ποιος είναι για πεθαμό;

-        Και τι γυναίκα ήτον; ηρώτησε καθησυχάσασα εν μέρει η Σκεύω.

-        Σμυρνιά, θαρρώ, ήτον… ή Πολίτισσα… ποιος ξέρει… χθες είχεν έρθει με το

καράβι εκείνο εκεί.

   Κι εδείκνυεν αντικρύ έν των πλοίων.

-        Πώς δε μου είπες, Γιάννη, εξηκολούθησεν η Σκεύω, πού είναι το καράβι που

 ’ν’ ο γυιος μου μαζί;

   Την ερώτησιν ταύτην ήθελε να υποβάλει προ πολλού, όταν έπλεον ομού επί της φελούκας, αλλά την είχε προπάρει τόσον ο Γιάννης με τον βάναυσον τρόπον του, ώστε η πτωχή γυνή απεθαρρύνθη και ανέβαλε την ερώτησιν.

-        Και πού ξέρω εγώ, θεια-Σκεύω; Είπαν πως ήρθε και πως ήτον άρρωστος… Αν 

ήρθε, θα είναι με κανέν’ απ’ αυτά τα ξένα καράβια, γιατί το ντόπιο, του καπετάν Γρατσιώτη, που ήτον λοστρόμος μαζί, δεν έχει ερθεί… Αν ο γυιος σου ήρθε θα πει ότι είχε ξεμβαρκάρει στην Πόλη, και μβαρκάρισε με κανένα ξένο, που ήτον για δω.

-        Και πώς δε μπόρεσες να μάθεις, Γιάννη; είπε μετά παραπόνου η Σκεύω.

-        Μου κακοφαίνεται κι εμένα, θεια-Σκεύω που δε μπόρεσα να το μάθω… Μα

πού να ξέρω πως ήσουν να ’ρθεις για δω τουλόγου σου, και πως θα σ’ εβλέπαμε

βαρδιάνο στα σπόρκα;

 

 

   Λαβών ο ιατρός τον φάκελον, τον οποίον έτεινεν αυτώ ο Γιάννης ο Μπρίκος, τον ήνοιξε και ανέγνωσε το εν αυτώ έγγραφον. Το έγγραφον ήτο οιονεί διορισμός και πιστοποιητικόν ταυτότητος του αποστελλομένου δι’ έν των επιχολέρων πλοίων φύλακος, τον οποίον ο υγειονόμος επέμενε να ονομάζει Σταμάτην Γυρατσίνην.

   Ο ιατρός έκαμε ζωηρόν κίνημα δυσφορίας, και το έγγραφον του εξέφυγε τας χείρας.

-        Να πάρει ο ντιάολος! είπε· και ποιος είν’ αυτός ο Σταμάτης Γκυρατσίνης;…

Φέρε τον εντώ.

   Ο Γιάννης εστράφη προς τον όπισθέν του ιστάμενον σύντροφόν του και τον έδειξε:

-        Να τος! είπε

   Ο ιατρός εμειδίασεν, εκάγχασεν, εκάπνισε θορυβωδώς το τσιμπούκι του, επλατάγισε τα χείλη, απέπνευσε μεγάλην έλικα καπνού από το στόμα, και είπε:

-        Έλα ντω! ποιος είσαι;

   Η θεια-Σκεύω επλησίασε τρέμουσα.

-        Εγώ είμαι, γιατρέ, είπε.

-        Και είσαι του λόγκου σου, ο Σταμάτης Γκυρατσίνης;

   Η θεια-Σκεύω έκαμε διφορούμενον νεύμα· κάτι τι το οποίον ηδύνατο να εκληφθεί ως ναι και ως όχι.

   Ο ιατρός ύψωσε το κηρίον το οποίον εκράτει, έβαλε τα γυαλιά του, τα οποία εκρέμαντο δι’ ιμάντος από του λαιμού του, κι εκοίταξε το μυστηριώδες άτομον.

-        Έλα σιμότερα, είπε.

   Με αποφασιστικότητα τιμώσαν αυτήν μεγάλως, η θεια-Σκεύω δεν έδωκε καιρόν εις τον ιατρόν να τελειώσει την επιθεώρησίν του, αλλά κύψασα προς το ους του του είπε:

-        Εγώ είμαι η Σκεύω, η Γιαλινίτσα… που με λένε κάποτε και Σαβουρόκοφα.

   Ο ιατρός ανετινάχθη όλος επί του στελέχους εφ’ ου εκάθητο και εκάγχασε θορυβωδώς:

    -   Χα, χα χα!… χα χα χα! Να πάρει ο ντιάολος!… εκείνο το υγκειονόμο το στραβούλιακα… που είναι και φίλος μου!… χα χα χα! Και ντεν ηύρε άλλο όνομα να σου ντώσει, ενός ζωντανού, μόνον σου έντωσε του όνομα του πεταμένου… χα χα χα!

   Είτα επέφερε:

-        Αν-καλά τι λέω εγκώ;… το όνομα του ζωντανού είναι κάποιου… το όνομα του   

πεταμένου ντεν έχει ιντιοκτήτη, είναι έρμο… Έξυπνος εφάνη ο στραβούλιακας που σου έντωκε το όνομα του πεταμένου.

   Είτα ευθύς ηρώτησε:

-        Και τι σου ήρτε, Σκεύω να το κάμεις αυτό;

   Η Σκεύω την ερώτησιν ταύτην επερίμενε.

    -   Για το Θεό, γιατρέ, να ’χεις πολλή ζωίτσα… και να σου δώσει ο Θεός ό,τι επιθυμείς… να ’χεις και καλή ψυχή… δεν μου λες, τι γίνεται ο γυιος μου, ο Σταύρος; Είναι καλά; πέθανε; ζει; τον είδες τουλόγου σου;

   Ο ιατρός, όστις εξηκολούθει την θορυβώδη ευθυμίαν του, διεκόπη, ανεκάλεσε τας προσφάτους εκ των επισκέψεων της ημέρας εντυπώσεις του και είπεν:

-        Α! Ο Σταύρος… του Γιαλή… Ο λοστρόμος… είναι γυιος σου. Α! ναι… είναι  

άρρωστος… υπέφερε πολύ… μα ντεν έχει ανάγκη… τα ζήσει.

   Η Σκεύω ανέπνευσε.

-        Ν’ αγιάσει το στόμα σου, γιατρέ, και τα χείλη σου, που μου είπαν τον καλό

 το λόγο, να γίνουν μαλαματένια, σαν τ’ Αι-Γιαννιού του Χρυσοστόμου.

   Ο ιατρός εκολακεύθη εκ της ευχής, εμειδίασε, και είτα πάλιν επανήλθεν εις τον φίλον του, ως τον ωνόμαζε, τον υγειονόμον.

-        Μα να πάρει ο ντιάολος, τι του ήρτε του φίλου μου, του υγειονόμου, του

στραβούλιακα, και σε αγκαζάρισε για βαρντιάνο;… Ή ήτελες τουλόγκου σου;

-        Εγώ το ήθελα… δεν μπόρεσα να μάθω για το γυιο μου, κι ήρθα να τον ιδώ.

-        Α! κι εγκέλασες τον υγειονόμο, το στραβούλιακα;

-        Δεν τον εγέλασα, τόσον εγώ, είπε μετ’ αμηχανίας η Σκεύω, όσο γελάστηκε

μοναχός του.

-        Πώς;

   Και ο ιατρός εξηκολούθει να ροφά μεγάλας εισπνοάς καπνού, να εκπέμπει πυκνά νέφη περί τους παχείς καστανούς μύστακάς του, να ακτινοβολεί από ευθυμίαν και ν’ ακροάται.

    -   Εγώ ήμουν σαν παλαβή, σαν το έμαθα, που μου το εφώναξε μια κλήρα προχτές το βράδυ, από μια βάρκα μέσα, πως ο γυιος μου είναι άρρωστος από χολέρα.

-        Α!… λοιπόν;

-        Εγώ γονάτισα μπροστά στα κονίσματα, κι επαρακάλεσα την Παναγίτσα μου,

μια μικρή Παναγίτσα ασημωμένη που έχω, να με λυπηθεί και να μου στείλει καλά μαντάτα από το Σταύρο ή να με φωτίσει τι να κάμω…

-        Ύστερα;

-        Εμένα η Μεγαλόχαρη καλά μαντάτα δεν ηυδόκησε να μου στείλει, γιατί

ήμουν αμαρτωλή, έξω απ’ αυτά που σ’ εφώτισε να μου δώσεις, γιατρέ μου… μονάχα μ’ εφώτισε, σαν ήτον πολύ δύσκολο να με πάρουν οι βαρκάρηδες να με φέρουν, όπως ήμουν με τη γυναίκεια φορεσιά μου, στο νησί μέσα για να βρω το γυιο μου, μ’ εφώτισε να φορέσω αντρίκεια και να πάω βαρδιάνος στα σπόρκα.

   Ο ιατρός ανεκάγχασε θορυβωδώς.

-        Α! χα χα χα! ντιάολο! παράξενο! βαρντιάνος στα σπόρκα! Α! ντιάολο! Και το

 στραβούλιακα το υγκειονόμο;…

   Η Σκεύω εξηκολούθησε:

    -  Σαν έβαλα τα φορέματα του μακαρίτη τ’ ανδρός μου κι εκοίταξα στον καθρέφτη, μου φάνη πως μου πήγαιναν καλά, και μου φάνη πως ωμοίαζα, κοντούλα όπως είμαι, με το γερο-Σταμούλη τον Καρδαράκη, τον παλιό γείτονά μου, που ήμαστε έναν καιρό γειτόνοι στον ελιώνα, απάνω στην Κορακοφωλιά, που τον έδωκε τώρα προικιό της κόρης του. Σαν είδα πως ωμοίαζα με το Σταμούλη τον Καρδαράκη και στο μπόι, και στο μουστάκι, και σ’ όλα, άρχισα κι εγώ να καμαρώνω, να σιάζωμαι στον καθρέφτη κι εγύρευα να μοιάσω ακόμα πλιότερο με τον παλιό το γείτονά μου. Έβαλα το φέσι καθώς το φορεί ο Σταμούλης, εζώστηκα το κίτρινο ζουνάρι τρεις πιθαμές πλατύ, όπως το ζώνεται ο Σταμούλης, έκαμα και τη σέλλα του βρακιού όπως την κάνει ο Σταμούλης, ύστερα, σαν τα έβγαλα τα ρούχα, έλεγα πότε να τα ξαναφορέσω, κι αποφάσισα με κάθε τρόπο να ’ρθω μέσα στο νησί, να περάσω για βαρδιάνος.

   Ο κ. Βίλελμ Βουντ εύρισκε μεγάλην τέρψιν εις την ακρόασιν της διηγήσεως ταύτης. Ηραίωσε τα ροφήματα του τσιμπουκίου του, έπαυσε τους πλαταγισμούς των χειλέων, εγέλα και ήκουε.

-        Λοιπόν;

    -  Εγώ πήγα και ηύρα το Νίκα, το φύλακα που ήτον πρώτα στα πέρα Λαζαρέτα, το συμπέθερό μου, και τον επαρακάλεσα να κάμει νόμο-τρόπο να καταφέρει ένα βαρκάρη φίλο του να με πάρει, έτσι όπως ήμουν, γυναίκα, στη βαρκούλα του μέσα, να με φέρει στο νησί. Ο Νίκας μου είπε πως το βλέπει πολύ δύσκολο. Δεν άφηναν κανέναν άλλον, έξω από κείνους που έχουν άδεια, να ζυγώσει στην καραντίνα…

-        Ύστερα;

-        Τότες έκαμα απόφαση και του λέω του συμπέθερου, του Νίκα:«Για να σου

πω, ξέρεις τι μ’ εφώτισε ο Θεός; Θα φορέσω αντρίκεια και θα περάσω για βαρδιάνος. Εσύ, που έχεις τα μέσα, να πεις τ’ αφεντικού σου να με γράψει στα χαρτιά, για να με βάλουν βαρδιάνο. Εδοκίμασα τα ρούχα του μακαρίτη τ’ ανδρός μου, και μου έρχονται καλά, και μοιάζω με το Σταμούλη τον Καρδαράκη όταν τα φορέσω. Πες του κυρ επιστάτη πως με λένε Σταμούλη Καρδαράκη».

   Ο ιατρός εκάγχασε θορυβωδώς:

-        Ω! ντιάολο! και ύστερα;… πήες στον επιστάτη… και στο υγκειονόμο, το

στραβούλιακα, το φίλο μου; Και πώς από Καρνταράκης έγινες Γκυρατσίνης;

-        Ο Νίκας, ο συμπέθερός μου, σαν τ’ άκουσε, του φάνηκε παράξενο, και

άρχισε να κλαίει από το ένα μάτι, τόσον επαραπονέθηκε, που με είδε να επιμένω να ’ρθω να ’βρω το παιδί μου… και με το ένα μάγουλο άρχισε να γελά… κι εσφόγγιζε τα δάκρυά του, και δεν εμάζωνε τα χείλη του… Και ύστερα το είπε στον επιστάτη… Κι ο επιστάτης, σαν να τον είχα ορμηνεμένον, του είπε να πάω να παρουσιασθώ στο λιμεναρχείο το βράδυ-βράδυ, που δε θα μ’ έβλεπαν καλά…

-        Ω! ντιάολο! και ηύρες εκεί και το υγκειονόμο, το στραβούλιακα;

-        Το βράδυ-βράδυ πήγα, κι ήτον εκεί ο υγειονόμος, κι ο επιστάτης, κι ο

λιμενάρχης, οι τρεις τους, κλεισμένοι μες στη μέσα κάμαρη… Κι εμάς μας έβαλαν να καρτερούμε στην όξου κάμαρη, για να νυχτώσει ακόμα, σαν να τους είχα ορμηνεμένους… Κι άλλοι πέντ’ έξ γέροι που καρτερούσαν εκεί, να ’ρθ’ η αράδα τους, να παρουσιαστούν στ’ αφεντικά, για να μβουν βαρδιάνοι, μ’ επήραν για ξένο, και μ’ ερώτησαν, κι εγώ τους είπα πως ήμουν απ’ τα Εικοσιτέσσερα Χωριά. Ύστερα ένας-ένας παρουσιάστηκαν κι επήραν το χαρτί τους, κι εμβήκαν βαρδιάνοι. Στα υστερνά ήρθεν η αράδα μου να παρουσιαστώ κι εγώ.

-        Ε! και τότε;

-        Εγώ εμβήκα μέσα τρέμοντας, και λίγο έλειψε να μου φανεί ο ουρανός

σφοντύλι. Και πιάστηκα απ’ την πόρτα για να μην πέσω. Κι όσο να μβω μεσ’ απ’ την πόρτα, παρακάλεσα την Παναγιά και μόδωσε Θάρρος… Κι ο υγειονόμος, άμα με είδε…

-        Α!

-        Μου λέει, σαν να τον είχα ορμηνεμένον: «Εσύ είσαι ο Σταμάτης ο

Γυρατσίνης;… Τι γίνεσαι Σταμάτη;… Γηράσαμε, Σταμάτη, γηράσαμε…» Κι εγώ τότε, χωρίς να το συλλογισθώ, «Μάλιστα, λέω, εγώ είμαι ο Σταμάτης ο Γυρατσίνης… Τι κάνεις, κυρ υγειονόμε; Είσαι καλά;…»

   Ο ιατρός ανεπήδησεν από του στελέχους εφ’ ου εκάθητο, διότι σφοδρός γέλως ανετίναξεν όλον το σώμα του, και ησθάνετο την ανάγκην να καγχάσει εν ανέσει.

-        Ω! ντιάολε! ω! ντιάολε!…τώρα καταλαβαίνω… σ’ επήρε για τον πεταμένο…

Κι εσύ σαν σου ήρτε, σα μπούφος, έτοιμο όνομα, το εντέχτης, και επαρατήτηκες από το άλλο;

-        Ναι.

-        Ω ντιάολο!… το στραβούλιακα… Κι εσύ είπες μέσα σου, τι τέλω να γκυρεύω

άλλο όνομα, αφού μου ντίνει αυτό ο υγκειονόμος. Έτσι;

-        Ναι.

   Ο ιατρός εξηκολούθει να καγχάζει επί μακρόν, και επί πέντε λεπτά της ώρας δεν έλαβε καιρόν να πλησιάσει εις το στόμα το μακρόν τσιμπούκι του.

    -  Ω! ντιάβολο! το στραβούλιακα!… Είναι παρατηρημένο, επρόσθεσεν, ως να ωμίλει προς εαυτόν, ότι κανένας, περισσότερο από ένα μισόστραβον δεν ημπορεί να πει με τι ομοιάζει ένα πράγμα που ντεν είναι εκείνο που φαίνεται… Κατώς κι ένας στραβομούρης ημπορεί να κάμει καλύτερα από κάτε άλλον μορφασμούς και παντομίμες… κι ένας που ντεν είναι πολύ καταρόγκλωσσος ημπορεί να μιμητεί καλύτερα έναν τραυλόν και ψευντόν… κι ένας μισοαγκράμματος ημπορεί να ντιαβάσει καλύτερα ένα κοκογκραμμένο γκράμμα.

   Ο ιατρός ανέπνευσε προς στιγμήν, ετράβηξε μαζωμένα πέντε ή έξ ροφήματα καπνού, είτα ετίναξε το τσιμπούκι του, κι ενώ το εγέμιζεν εκ νέου, επανέλαβε:

-        Ε! Και ύστερα;… ντεν ηύρες καμμιά ντυσκολία, και οι άλλοι, έχοντας

κολαούζο τον υγειονόμον, σ’ επαραντέχτηκαν για Σταμάτη Γκυρατσίνη και σε ντιώρισαν βαρντιάνο…

-        Ο επιστάτης κάτι υπωπτεύτηκε, απήντησεν η Σκεύω.

-        Α!

-        Εγύρισε και είπε του Νίκα: «Μα εσύ αυτόν που μου εσύστησες τον έλεγες

Καρδαράκη, τώρα πώς βρίσκεται Γυρατσίνης;»

-        Α! κι ο Νίκας τι του είπε;

-        Ο Νίκας τα εχρειάστηκε… λίγο έλειψε να τα χάσει.

-        Κι ύστερα, πώς μπόρεσε και τα μπάλωσε;

-        Τον εφώτισε ο Θεός και του είπε, του επιστάτη: «Τον λένε και Καρδαράκη,

μα αυτό είναι παρατσούκλι, και του κακοφαίνεται… το καθ’ αυτό όνομά του είναι Γυρατσίνης».

   Ο κ. Βουντ εκάγχασε θορυβωδέστερον παράποτε.

-        Μπράφο! Μπράφο! Χοχ ! πραίχτιγ ! φερμάχτ !

   Ήναψε το τσιμπούκι του, εισέπνευσε πεντάκις ή εξάκις, πλαταγίζων τα χείλη και επανέλαβε:

-        Κι ο επιστάτης εγκελάστη μ’ αυτό;

-        Γελάστηκε.

-        Ύστερα, σου ’ντωκαν το καρτί σου, κι ήρτες…

    -   Μου το ’δωκαν… Μονάχα ο λιμενάρχης είχεν ακόμα κάποια υποψία, κι έλεε: «Αυτός φαίνεται σα γριά ζαρωμένη!»

   Ο ιατρός εκάγχασε διά τελευταίαν φορά, είτα ο γέλως και η εκπνοή του καπνού εξήλθεν ως στεναγμός από το στόμα του. Είχεν αποκάμει να γελά.

   Εσκέπτερο ότι αν του παρεσκεύαζε καθημερινώς ανά έν τοιούτον επεισόδιον ο φίλος του ο υγειονόμος, τότε η μοναξιά και ο αποκλεισμός εν τη ερημονήσω θα διέρρεεν ανεπαίσθητος δι’ αυτόν. Αλλά και μόνον το συμβάν της εσπέρας ταύτης ήρκει ν’ αντισταθμίσει πολλών ημερών ανίαν εις την εύθυμον και ζωηράν φαντασίαν του.  

 

 

    

5ο Μέρος
Πίσω στην Εισαγωγή

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA