του Γιάννη Ψυχάρη (1854-1929)
Έχω πλάι μου κρυμμένο ένα λουλουδάκι, ένα μενεξέ. Ο μενεξές μου δε μοιάζει με τους άλλους μενεξέδες. Σαν τον καλοκοιτάξης, άξαφνα του βρίσκεις φίνα φίνα μυσείδια, χαριτωμένα, σκαλισμένα σαν από κανένα τεχνίτη μουσοθρεμμένο της Τανάγρας. Του έκαμε του μενεξέ μου μυσείδια γυναικήσια, του έβαλε στόμα – πολί νόστιμο, μα το ναι! – του έβαλε μυτίτσα – τι αριστούργημα! – του χάρισε μάτια γαλανά με φρύδια μάβρα – τον προίκισε φανταστήτε και με αθρώπινη λαλιά.
Και τόντις, εκεί που κάθουμαι στο γραφείο μου και γράφω, τυχαίνει κάποτες και συλλογιούμαι τον κρυμμένο μου το μενεξέ. Είναι τόσο μικρός, τόσο ελάχιστος που άφαντος καταντά σε μένα τον ίδιο. Και τι κάνω τότες; Γελώ. Δηλαδή περγελώ το μενεξέ μου.
Δεν κατάλαβα ωστόσο πως ο μαργιόλος μου ο μενεξές ενώ γελούσα, είτανε κάπου κρυμμένος από κάτω από το σοβαρό το γραφείο μου όπου καθόμουνε κ΄ έγραφα τι θαρρείτε; τη Νεοελληνική μου τη Γραμματική σε δυο Βιβλία!
Μ’ άκουσε που γελούσα κ΄ η φωνίτσα του η ψιθυριστή ανεβαίνει προς εμένα και μου κάνει:
— «Άφησέ με στα πόδια σου εδώ. Εδώ είμαι καλά. Θέλω κοντά σου να είμαι σα δουλέβεις. να πάρω μέρος και γω στο έργο το σιδερένιο που χτίζεται ολοένα. Σαν είσαι άρρωστος, εγώ και μόνη εγώ θέλω να σε νοιάζουμαι. Τι έρχεσαι και μου κουβεντιάζεις για τα γερατειά σου, για τα εβδομήντα σου τα χρονάκια; Η μεγαλήτερη εγώ είμαι από τους δυο, αφού η μάννα σου εγώ είμαι, και συ, εσύ το παιδί μου. Εσένα εγώ σε καμαρώνω, άθρωπε κακέ, ακόμη κι όταν απιστείς. Μη μου κάνης λόγο για τα νιάτα μου, για την ομορφιά μου· μη μου παινάς τη μουσική μου. Μη λες πως είμαι το Φιόρε της Γαλλίας. Όλα, όλα για σένα κάτω τα πατώ. Φτάνει μου που μ΄ αγαπάς. Που μ΄ αγαπάς – όταν αδειάζεις από τη δουλειά σου! Φτάνει μου που η παντοτινή μου αγάπη σε βοηθά στα πεζά σου τα τραγουδάκια. Έτσι θα ζήσω μαζί σου κατόπι και γω στη χρυσή μας την Ελλάδα.»
Βρέθηκε ποτές του μενεξές με λόγια τόσο γλυκά;
Δεν το ξαίρω. Ξαίρω πως περίεργο διόλου δεν είναι, να μην μπορώ εγώ να κάνω δίχως το μενεξέ μου, πάντα το μενεξέ μου να θέλω. Περίεργο είναι μονάχα, όπως είμαι τώρα, εμένα ο μενεξές να με θέλη.-
Σάββατο,
12 του Απρίλη 1924.
Περιοδικό Ο Νουμάς, τόμος 21, τεύχος
782 (1924), σ. 172-173.