Το τριαντάχρονο της Μυρριάνας

του Γιάννη Ψυχάρη (1854-1929)

 

 

Τέτοια βραδειά, τις είκοσι πέντε του Νοέβρη –του Σποριά μας!– στην Αθήνα, σ΄ ένα σπίτι φιλικό, στις Πιπεριές εκεί κάτω, σωστά η ώρα δέκα, μπήκες μαβρομαλλούσα μου, στο σαλόνι κι αστράψανε τα μάτια σου τα μεγάλα. Καθήσαμε πλάϊ πλάϊ και μιλούσαμε. Μιλούσαμε και κοίταζα τα μεγάλα σου τα μάτια. Τα μάτια σου τα μεγάλα! Τόσο μεγάλα που μου φαινόντανε ωκεανός. Ένας ωκεανός, Μυρριάνα μου Εσύ, όπου έπλεχε η Ελλάδα όλη, πότε με τη θλίψη εκείνη που σε κάνει και κλαις, πότε με την ελπίδα που σε κάνει κι αναγαλλιάζεις. Έτσι και συ, Δοξασμένη μου, έτσι έζησες, ανάμεσα χαρά και λύπη, ανάμεσα δάκρια και χαμόγελα. Θλίψη κ΄ ελπίδα, χαρά και λύπη, χαμόγελα και δάκρια, είναι τα κύματά σου, Ωκεανέ μου. Μα είτε δακριόφεγγα είτε χαμογελαστά, ένα νόμο ξαίρουνε τα κύματά σου, την παναιώνια την Αγάπη.

 

Για τούτο, βλέπεις, ο καιρός Εσένα δε σε πειράζει, δε σε πειράζουνε, δε σε χαλνούνε οι αλλαγές. Τριάντα χρόνια περάσανε από τη βραδειά μας εκείνη και πάντα μπροστά μου τα βλέπω ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ.

 

(Είκοσι πέντε του Νοέμβρη, Κεριακή, 1923,

η ώρα οχτώ στο Παρίσι,

εννιά και τριανταπέντε στην Αθήνα).

 

 

Περιοδικό Ο Νουμάς, τόμος 20, τεύχος 778-779 (1923), σ. 650.

 

Σημείωση: Το όνομα Μυρριάνα έχει στο πρωτότυπο κείμενο κορωνίδα και δασεία στο διπλό ρω.

 

 

 

 

 

 

Επιστροφή στα 12 πεζά τραγούδια του Ψυχάρη