5

 

    Είχαν περάσει μέρες. Στο παλαιό το σπίτι ήταν πάλι ησυχία. Ο τοκογλύφος δεν είχε ξανάρθει και η φωνή του γερόντου δεν ακουότουν. Αλλά τώρα δεν έβγαινε πλια από το γραφείο του κι επερπατούσε εκεί ολημέρα σκεφτικός και ακούραστος. Μετά βιας άγγιζε το φαγητό του που του το κατέβαζε μεσημέρι και βράδυ η γυναίκα του. Της έριχνε κάποτε μία ματιά γεμάτη μίσος και δεν της μιλούσε. Κι είχε αδυνατίσει τόσο ως κι εκείνη, που εφαινότουν ακόμα πλιο περίφοβη∙ η όψη της ήταν χλωμή, τα μάτια της παρέτοιμα να κλάψουν, το κορμί της έτρεμε όλο κι έγερνε συχνά στα οπίσω το κεφάλι, σα να ανάμενε άξαφνα να ιδεί κάτι, ν’ ακούσει κάτι, κι εδούλευε μέσα στο σπίτι της από το πρωί στο βράδυ, γιατί έπρεπε να κάμει μόνη όλα τα θελήματα. Από καιρό δεν είχαν υπηρέτρια.

    Μα ήταν τώρα κι ο Σπύρος ανήσυχος. Ο διορισμός του δεν είχε έρθει ακόμη. Ανεβοκατέβαινε είκοσι φορές την ημέρα τες σκάλες του σπιτιού του, ετριγύριζε τες κάμαρες σα να ζητούσε κάτι, έμπαινε για λίγη ώρα στο δωμάτιό του, έπαιρνε ένα βιβλίο σα για να διαβάσει, το φυλλομετρούσε για λίγα λεφτά, προσπαθώντας να κοιτάξει με προσοχή τες εικόνες ή να καταλάβει κάποια του φράση, το πετούσε γλήγορα στο τραπέζι του, ξαναπήγαινε στην τραπεζαρία, εκοίταζε σ’ όλες τες γωνίες, κάτω από τα έπιπλα, πίσω από τες ζωγραφιές, σα να ‘θελε να βρει κάτι, εξεσκόνιζε νευρικά κάποιο έπιπλο με το μαντήλι του, εδιόρθωνε στη θέση της κάποια στραβή κορνίζα, έτρεχε στο μαγερειό, εσίμωνε τη μητέρα του σα να ‘χε να της μιλήσει, εξέφευγε όμως το βλέμμα της, που περίφοβο τον ερωτούσε, δεν της έλεγε τίποτα και ξανάβγαινε πάλι ανήσυχος από το σπίτι, για να ξανάρθει σε λίγο και να ξαναρχίσει.

    Κι η γριά αρχόντισσα καταλάβαινε πως του συνέβαινε κάτι κι ήταν ανήσυχη. Παρατηρούσε κιόλας πως κι ο άλλος ο γιος της, ο Γιώργης, ήταν πάντα σκεφτικός, σα να ΄χε τη βαριά προαίσθηση πως κάποια συφορά ήταν παρέτοιμη πάλι να ξεσπάσει και η Ευλαλία που ερχότουν κάθε βράδυ να τους βλέπει εμιλούσε πολύ λίγο και συχνά έκλαιγε άφωνα μαζί τους.

    Ήταν απόγιομα. Ο τοκογλύφος ήταν κάμποση ώρα στο γραφείο. Είχε τη συνηθισμένη σοβαρή κι άσκημη όψη του∙ είχε χαιρετήσει με το συνηθισμένο του σέβας τον ξεπεσμένο άρχοντα, είχε καθίσει πάλι σε μια καρέκλα σιμά στο μεγάλο τραπέζι, είχε τραβήξει μέσα από τη τζέπη του ένα μεγάλο δέμα χαρτιά κι είχε κουβεντιάσει για κάμποση ώρα με τον Οφιομάχο για πράματα αδιάφορα και μάλιστα για την πολιτική του τόπου. Ο γιατρός Αριστείδης Στεριώτης ήταν τώρα βουλευτής∙ η Κυβέρνηση είχε κατατροπωθεί στες εκλογές∙ ο κύριος υπουργός ετοιμαζότουν να πάει στην πρωτεύουσα∙ αλλά το κόμμα του είχε αποφασίσει να υποστηρίξει προσωρινά κάποιο αχρωμάτιστο υπουργείο, που θα εξασφάλιζε πρώτα απ’ όλα την ειρήνη και που θα εφορτωνότουν και όλες τες αμαρτίες των νικημένων. Ο τοκογλύφος ήθελε να συχαρεί το γέρο για την εκλογή του Στεριώτη.

    Κι ο γέρος τον άκουε αδιάφορος και σιωπηλός, περπατώντας απάνου κάτου στο γραφείο του αφήνοντας τον τοκογλύφο να πολυλογά για πολλήν ώρα, σα να εφοβότουν τη σοβαρότερη ομιλία του. Τέλος όμως ήρθε κι εκάθισε στην πολυθρόνα του, απέναντι στον άλλον σιάνοντας την παλιά ρεδιγκότα του σα να εκρύωνε.

    Ο τοκογλύφος εσώπασε. Έκαμε πως εκοίταζε προσεχτικά μέσα στα χαρτιά του, του ‘ριξε έπειτα μία ματιά από συμπόνια κι επάσκισε να του χαμογελάσει. Παρατήρησε πόσο η θλίψη είχε αλλάξει τη μορφή του γερόντου. Πόσο το πρόσωπο είχε γεράσει σε λίγον καιρό, πόσο ήταν θολή και σκοτωμένη η κοκκινάδα του, πόσο τ’ αυλάκια στο μέτωπό του είχαν βαθύνει, πόσο ήταν ξεθωριασμένα τα κόκκινα χείλη του που ‘χαν χάσει το πικρό χαμόγελό τους, πόσο τέλος το υγρό βλέμμα του ήταν θλιβερό και ανήσυχο, σα να εφοβότουν κάθε στιγμή κάποια άξαφνη ατυχία. Τον ελυπήθηκε και δεν ήξερε πώς να του μιλήσει.

    Μα ο γέροντας αναστενάζοντας τον ερώτησε τώρα χαμηλόφωνα:

    -Λοιπόν ποια είναι η απάντησή του;

    -Καμία, του απάντησε χαμηλόφωνα, κι εκατέβασε το βλέμμα μη τολμώντας να τον πικράνει περσότερο. Καμία! του ξανάπε με μία χειρονομία∙ κι ανανοήθηκε πως όσα έπρεπε να ειπεί εκείνην την ημέρα του Οφιομάχου, ήταν όλα πικρά και πως του κάκου θα επάσκιζε με τρόπους να του κρύψει τες σκληρές αλήθειες, που ο γέρος έπρεπε να τες μάθει. Εσώπασε λίγες στιγμές και έπειτα του ‘πε δειλά:

    -Δεν ήρθα γι’ αυτό, αφέντη! Και δε θα ‘ρχόμουν καθόλου, αν δεν είχα κάποια καλή απάντηση να σου φέρω. Γνωρίζεις, αφέντη, πόσο είναι αληθινά χρυσή αυτή η καρδιά μου, αλλά ωστόσο έβιαζε μία άλλη ανάγκη. Αχ, η ζωή, αφέντη, έχει πολλά βάσανα!

    -Δεν τους είδες λοιπόν; του ‘πε ανοίγοντας τα μάτια του. Ή το παλιόπαιδο σου ‘πε το όχι;

    -Άκουσέ με πρώτα, αφέντη! του ξανάπε γλυκά.

Ο γέρος εκατέβασε συγχυσμένος το πρόσωπο κι αισθάνθηκε πως ο θυμός του ανέβαινε στο κεφάλι αλλά εβαστάχτηκε, γιατί εσυλλογίστηκε πως ακόμη εχρειαζότουν εκείνον τον άνθρωπο και πως δε θα ‘βρισκε άλλον κανέναν στο σημερινό χαλασμό του. Έβιασε τον εαυτό του να υπομείνει κι επάσκισε μάλιστα να του χαμογελάσει. Και ο άλλος επήρε τότες θάρρος και μ’ ένα άλλο χαμόγελο του ‘πε πάλι.

    -Αλλά έβιαζε μια άλλη ανάγκη!

    Ο Οφιομάχος τον εκοίταξε ρωτώντας. Εκείνος ξακολούθησε:

    -Ετοιμάζεται κι ο γιατρός, ο γαμπρός σου για την Αθήνα. Θα ξεκινήσει μαζί με τους άλλους νομοθέτες και δεν ξέρει πόσο θα λείψει και θα ‘θελε, λέει, πριν φύγει να ξεκαθαρίσει τες δουλειές του. Θα του μιλούσε και ο ίδιος, αλλά με τη σύγχυση…

    Ο γέρος τον εκοίταξε αδιάφορος. Τώρα αυτές οι δουλειές του ήταν από καιρό αδιάφορες. Ο ξεπεσμός του δεν του ‘κανε πλια καμία εντύπωση κι είχε συνηθίσει σ’ αυτήν την ιδέα, οι άλλες έγνοιες του ήταν οι μεγαλύτερες. Του απάντησε:

    -Πήγαινε βρες τον υγιό μου το Γιώργη και συμφώνησε μαζί του, θα σας υπογράψω ό,τι αποφασίσετε. Ας έχει τώρα αυτός όλες τες έγνοιες.

    Κι έπειτα από μία στιγμή συλλογισμένη πάλι ξακολούθησε, γυρίζοντας με πείσμα σε μία ιδέα του που δεν ήθελε να την παραιτήσει:

    -Τουλάχιστο αν αποφάσιζε τέλος ο Γιώργης να την πάρει, θα εγλίτωνε από τόσες σκοτούρες, θα είχαμε τα χέρια ελεύτερα, θα ‘ταν τουλάχιστο πλούσιος κι εκείνος! Κι ο πλούσιος δεν έχει να φοβηθεί καμία καταφρόνια. Μα την άφηκε, λέει.

    -Η κυρία Αιμίλια, εγέλασε ο τοκογλύφος, πηγαίνει κι αυτή αυτές τες μέρες στην Αθήνα…

    Ο Οφιομάχος έμεινε ασυγκίνητος, αλλά μέσα στα στήθη του τον έσφιξε με πόνο η καρδιά του.

    -Α ναι, είπε μ’ ένα ψεύτικο χαμόγελο, είναι καιρός που μελετάει αυτό το ταξίδι η Αιμίλια, αφού έτυχε η ευκαιρία, θα τη συνοδέψει ο γιατρός ο γαμπρός μας. Φυσικότατο είναι! Πηγαίνει να τη δουν οι γιατροί. Υποφέρει η δύστυχη απ’ όταν απέθανε ο άντρας της. Ο θάνατός του της έκαμε μεγάλη εντύπωση, αφού έτυχε η ευκαιρία, φυσικότατο είναι!

    Ο Χαντρινός εχαμογέλασε πονηρά κι εκούνησε το κεφάλι, δείχνοντας πως τον επίστευε. Κι ο άλλος τότες εβάλθηκε πάλι να περπατεί ανήσυχος μέσα στο γραφείο του, κοιτάζοντας τριγύρω του με ανήσυχο βλέμμα και σε κάμποση ώρα του ξανάπε τέλος ανυπόμονα:

    -Τους είδες, την είδες, είμαι βέβαιος! Γιατί, μωρέ, δε θέλεις να μιλήσεις; Δε βλέπεις πως πρέπει να πάρω αλλιώς τα μέτρα μου;

    -Τους είδα, αποκρίθηκε αναστενάζοντας.

    -Και τι λέει; Τι λέει αυτός; απολογήθηκε ζωηρά ο Οφιομάχος, σταματώντας σιμά στο τραπέζι.

    Ο άλλος τον εκοίταξε φοβισμένος.

    -Λέει… λέει… είπε πως ο ίδιος δεν έχει για την ώρα καμιά ανεξαρτησία, πως ο πατέρας του πρέπει ν’ αποφασίσει. Μα ο πατέρας του θέλει αντίς, να τόνε στείλει αμέσως στη Λόντρα, γιατί άνοιξε κιόλας εκεί η Τράπεζά τους κι είναι τώρα πνιγμένη στες δουλειές αλλά σωστό δεν του φαίνεται να πάρει αμέσως εκεί και τη Λουίζα. Ας εδοκίμαζε λίγον καιρό μοναχός του.

    -Α, έκαμε ο Οφιομάχος χωρίς να δείξει καμία συγκίνηση και κάτι εψιθύρισε ακόμη με τα ξεθωριασμένα χείλη του.

    Κι ο τοκογλύφος παρατήρησε πως ο γέρος έτρεμε σύγκορμος. Εσκέφτηκε πως δεν έπρεπε να τον συγχύζει κι ήταν πάλι παρέτοιμος να μιλήσει για πράματα αδιάφορα τέλεια. Μα ο Οφιομάχος είχε κιόλας ακούσει το χειρότερο. Του ξανάπε λοιπόν:

    -Δεν τον αφήνει να την πάρει μαζί του στη Λόντρα και τον ορμηνεύει να μην τη στεφανώσει από τώρα, γιατί λέει στην ξενιτιά, νέος αυτός, δεν μπορεί να της είναι πιστός. Αλλά και δεν τον υποχρεώνει ν’ ακολουθήσει τη γνώμη του. Ο Γουλιέλμος μπορεί να κάμει ό,τι θέλει. Μόνο ο ίδιος σαν πατέρας είχε συλλογιστεί αλλιώτικον το γάμο του γιου του. Κι ο Γουλιέλμος λέει τώρα πως έβρηκε ωστόσο έναν τρόπο, για να βολέψει τα πράματα. Το σπίτι στο Γιαλό της το ‘χει νοικιάσει για ένα χρόνο, θα της άφηνε ό,τι της εχρειαζότουν και σ’ ένα χρόνο θα ξαναρχότουν να την πάρει στην Αγγλία, θα την εστεφάνωνε τότες, γιατί ο πατέρας ωστόσο θα μαλάκωνε κι αυτός θα ‘χε αποχτήσει άλλην ανεξαρτησία, για να μπορεί να κάνει ό,τι θα ‘θελε.

    -Και η Λουίζα τι λέει; είπε μ’ έναν κόμπο στο λαιμό του ο Οφιομάχος.

    -Τι να ειπεί; είπε ο τοκογλύφος σα φοβισμένος.

    -Αυτή είναι η απάντηση;

    -Είναι κι άλλη, αφέντη. Κι ο πατέρας λέει πως αν η κυρία Λουίζα ευχαριστημένη δεν είναι από την αναβολή, της δίνει αυτός μία χρηματική αποζημίωση, για να ‘ναι η ζωή της ασφαλισμένη. Θα μπορεί έτσι, αν θέλει, να ζει μοναχή της, χωρίς να ‘χει κανένα ανάγκη.

    -Αυτή είναι η απάντηση, είπε ο γέρος που η όψη του είχε γίνει άξαφνα χλωμή σαν του πεθαμένου. Ο ρουφιάνος, εγέλασε τρομερά, ο ρουφιάνος, ο στράβλακας, θέλει να της πλερώσει την ατιμία τους! Ω Λουίζα, ω Λουίζα!

    Κι έκαμε δύναμη, για να αντικρατήσει τα δάκρυά του και το θυμό του. Κι επερπάτησε πάλι συγχυσμένος απάνου κάτου στο γραφείο του. Η καρδιά του εχτυπούσε. Το κεφάλι του εγενότουν άδειο, εχάιδευε με το χέρι του τα μαλλιά του κι αναστέναζε.

    -Δε μου μπήκε τέτοια υποψία, είπε άξαφνα. Ήμουν ελπίδες γεμάτος, αχ, δεν τους έλεγα και τόσο άτιμους! Σήμερα από μακριά την είδα και ‘γώ τη Λουίζα, επήγα ως εκεί, γιατί μ’ είχε πνίξει τόσες ημέρες αυτή η κλεισούρα. Δεν υπόφερνα πλια, ήτανε στο παράθυρό της κι είχε ομορφύνει κι ήτανε γελαστή και πρόσχαρη. Εκατέβασε τα μάτια, για να μην καταλάβει πως την είδα. Δεν υποψίασε βέβαια τι εμηχνευόντανε αυτοί οι δύο οι άτιμοι, πατέρας και γιος. Μα ποιος ξέρει; Αχ, αυτή παίρνει τα πράματα όπως έρχονται, δε δίνει βαρύτητα σε τίποτα και ξέρει να ‘ναι φχαριστημένη ως κι από μια καταφρονεμένη ζωή! Δε μοιάζει σε μας, αλλά στο γένος της μάνας της. Δεν έχει εδώ μέσα κάτι που έχω εγώ. Δεν έχει καρδιά!

    Κι εσήκωσε το κεφάλι του, για να ιδεί τους παλιούς Οφιομάχους μα οι εικόνες δεν ήταν πλια εκεί. Αναστέναξε κι έμεινε σιωπηλός καμπόσες στιγμές. Έπειτα ξακολούθησε:

    -Εβγήκα σήμερα για να ξεσκάσω, δεν πέρασα επίτηδες από το σπίτι της, καλά καλά ούτε ήξερα πού βρίσκεται, τα ‘φερε έτσι η τύχη. Και καθώς περνούσα, άνοιξε η πόρτα του δρόμου κι έπεσε γονατιστή μπροστά μου. Μα εγώ εκοίταξα αλλού κι εδιάβηκα από μπρος της θυμωμένος, δεν ξέρω πώς δεν την σκότωσα, μα αχ, εκείνην τη στιγμή εκατάλαβα αντίς, πως ήθελα να τη σφίξω στην αγκαλιά μου, γιατί ήταν τόσο δυστυχισμένη. Ω τι έκαμε, τι έκαμε, αυτή η καταραμένη! Κι είπα με το νου μου: Ζητά ίσως την ευλογία μου, γιατί θα τη στεφανώσει κι ήμουν παρέτοιμος να λησμονήσω το φαρμάκι. Μα όχι δεν το λησμόνησα ούτε στιγμή. Θα μένει για πάντα εδώ μέσα πικρό, γιατί αυτή μας εντρόπιασε για πάντα. Και τώρα; Και τώρα;

    Εκοίταξε ολόγυρά του σαν απομωραμένος και σα να ζητούσε βοήθεια έκλεισε τα μάτια του κι εκάθισε πάλι μπρος στο γραφείο του. Η πίκρα της Λουίζας ήταν η μεγαλύτερη απ’ όσες είχε ως τώρα δοκιμάσει, αυτή ήταν η μεγαλύτερη φροντίδα του, μια σκέψη που τον ετρέλαινε, ένας στοχασμός που δεν του άφηνε ησυχία. Ελησμονούσε όλα τ’ άλλα: και την οικονομική καταστροφή του και την Ευλαλία και τον άντρα της και το Γιώργη και την Αιμίλια Βαλσάμη και τον Άλκη Σωζόμενο. Έκρυψε το πρόσωπό του κι είπε με απελπισμένη φωνή:

    -Και θέλουν οι άτιμοι να την αποζημιώσουν! Ωχ, ωχ!

    Κι έμεινε σιωπηλός πάλι κάμποση ώρα, αφήνοντας τέλος να τρέξουν θερμά τα δάκρυά του. Μα σε λίγο εσήκωσε το κεφάλι του κι εχτύπησε το μέτωπό του. Μια ασυνήθιστη αχτίδα είχε φέξει μέσα στο μυαλό του. Εκατάλαβε πως δεν έπρεπε να χάνει καιρό, πως αυτήν τη στιγμή δεν ωφελούσαν ούτε ο θυμός, ούτε οι βρισιές, ούτε οι φωνές, ούτε οι απελπισίες∙ έπρεπε κάτι να γένει. Κι άξαφνα άκουσε μέσα του μία σταθερή απόφαση. Έσιαξε την παλιά ρεδιγκότα του, εξεκρέμασε το καπέλο του, που ήταν κρεμασμένο σε μίαν άκρη κι εκοίταξε ανήσυχος τον τοκογλύφο.

    -Πού θα πας, αφέντη; του ‘πε εκείνος φοβισμένος.

    Έφερε το δάχτυλο στα χείλη του προστάζοντάς τον να σωπάσει.

    -Και τα χαρτιά; ερώτησε πάλι ο τοκογλύφος.

    -Περίμενε εδώ το Γιώργη και συμφώνησε μαζί του και πες του όλα όσα είπαμε απόψε.

Και λέγοντας έτσι εφόρεσε το καπέλο του κι εβγήκε από το γραφείο.

    Απ’ όξω ο Σπύρος επερπατούσε άνω κάτω στο διάδρομο ανήσυχος, περιμένοντας κάτι. Τον εκοίταξε μ’ άγριο βλέμμα σα να τον εφοβέριζε και του ‘πε:

    -Τι τρέχει;

    -Α τίποτα! του απάντησε δειλά αλλά και με κάποια ελπίδα ο νέος και σα να ‘παιρνε άξαφνα μία φοβερή απόφαση επρόστεσε χαμηλώνοντας το βλέμμα: Θέλω μόνο να μιλήσω του Μίμη, για να προεξοφλήσει ένα μισθό μου, γιατί έχω ανάγκη από χρήματα, μεγάλη ανάγκη!

    -Μέσα είναι, του ‘πε σκληρά και με ένα περιφρονητικό χαμόγελο εκατέβηκε τες σκάλες.

    Ο Σπύρος εμπήκε στο γραφείο. Ο τοκογλύφος τον εκοίταξε περιφρονητικά κι εκείνος και δεν εσηκώθηκε, για να τον χαιρετήσει.

    -Μην του ‘πες τίποτα; ερώτησε ο νέος ανήσυχος.

    -Δε θα ‘χα την καρδιά, του απάντησε ο άλλος∙ κι έπειτα σε τι θα ωφελούσε;

    -Και τι έκαμες;

    -Τίποτα!

    -Τίποτα; Και τώρα; Τι θ’ απογένει; Ω Θεέ μου! Ω Θεέ μου!

    Κι έμεινε σαν απολιθωμένος σφίγγοντας τα νύχια του στες παλάμες του.

    -Ποιος ετρελάθηκε, είπε πάλι σαρκαστικά ο τοκογλύφος να προεξοφλεί το μισθό ενού αδιόριστου υπαλλήλου; Και πού θα βρεθούνε τόσα χρήματα; Και ο γιατρός είναι θυμωμένος μ’ όλους σας και δε βάζει πλια υπογραφή σε κανένα συνάλλαγμα! Δε θέλει να σας βλέπει ούτε στα μάτια! Κι εμάλωσε γι’ αυτά και γι’ αυτά με την κυρία Ευλαλία και δεν μπορεί να κάμει τίποτα ούτε κείνη. Δεν πρέπει, λέει, να σας μάθει να του κάνετε αυτές τες κατεργαριές! Να του βάνετε εσείς, όταν σας καπνίσει την υπογραφή του, θέλει δε θέλει! Κι έχει δίκιο. Και φεύγει τώρα για την Αθήνα. Κι αύριο η τράπεζα θα διαμαρτυρήσει το πλαστογραφημένο συνάλλαγμά σου και θα το στείλει στον εισαγγελέα, αν το μεσημέρι δεν είναι πλερωμένο. Κι εμέ με πονεί για τον πατέρα σου.

    Του Σπύρου οι πλάτες εκρύωναν, καθώς άκουε εκείνα τα λόγια, τα γόνατά του ελύγιζαν, μια ζάλη εκύριευε το μυαλό του, το πρόσωπό του είχε χλωμιάσει, τα χείλη είχαν χάσει το χρώμα τους, ένας κρύος ίδρος επερίβρεχε όλο του το σώμα.

    -Από πουθενά λοιπόν καμία ελπίδα; ερώτησε τρέμοντας.

    -Από πουθενά! του απάντησε σκληρά.

    Απελπισμένος ο Σπύρος εβγήκε από το γραφείο και ανέβηκε απάνου. Δεν ήξερε τι να κάμει. Η μητέρα του ήταν καθισμένη στον καναπέ. Μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο εφαινότουν μόνο λίγο. Ήταν βαρύθυμη και κείνη κι ακουμπούσε το κεφάλι της στο χέρι. Ο γιος της ήρθε κι εκάθισε αναστενάζοντας σιμά της, της έπιασε το χέρι κι αναλύθηκε σε δάκρυα.

    Τον εκοίταξε λίγες στιγμές περίφοβη.

    -Κι άλλη συφορά; τον ερώτησε μ’ ένα δάκρυ. Τι είναι πάλι, παιδί μου; Τι είναι, παιδί μου;

Εκείνος έτρεμε όλος∙ εκείνη εταράχτηκε.

    -Παιδί μου! Παιδί μου! του ξανάπε τρυφερά και χαϊδεύοντάς του το κεφάλι.

    Κι ο Σπύρος της είπε σα να ‘βγαινε από ένα ονειροπλάκωμα.

    -Ω μητέρα, έκαμα ένα λάθος! Ένα λάθος βαρύ, ένα λάθος αδιόρθωτο. Ούτε πέντε μήνες μισθοί δε φτάνουν κι αν διοριστώ! Και πού να βρεθούνε τόσα χρήματα; Μόνο η Λουίζα θα μπορούσε να βοηθήσει. Εκείνη έχει τώρα, όσα θέλει. Μα ο πατέρας; Και το συνάλλαγμα εξέπεσε. Κι ο γιατρός, ο γαμπρός μας, αρνήθηκε την υπογραφή κι είχε δίκιο, γιατί δεν ήταν δική του, τώρα κι αυτός δε θέλει να μας ξέρει. Και η τράπεζα το στέλνει αύριο το μεσημέρι στην εισαγγελία. Τι να κάμω; Τι να κάμω; Κι είμαι χαμένος, γιατί πάω στη φυλακή μητέρα. Είμαι χαμένος!

    Η μητέρα ανατρίχιασε τρομαγμένη.

    -Ω παιδί μου! Κι άλλη συφορά κι άλλη ντροπή. Και πώς θα τη βαστάξει εκείνος ο μάρτυρας. Ω παιδί μου! Κι εκείνος εβάλθηκε να κλαίει.

    -Και δεν έχω πλια τίποτα να σου δώκω να το πουλήσεις, ξανάπε σε λίγο, ούτε ένα ασημοκούταλο, ούτε μία καρφίτσα, ούτε τίποτα πλια! Μα γιατί δεν εμιλούσες πρώτα; Κι είναι τόσο πολλά, γιατί έκαμες αυτό το σφάλμα, παιδί μου! Θα πάω εγώ στο γιατρό!

    -Περιττό είναι, της είπε απελπισμένος. Πόσα του ‘καμε η Ευλαλία. Περιττό είναι!

    Έκλαιγαν αντάμα, εβαστιόνταν από τα χέρια, εζητούσαν και οι δύο μέσα στο μυαλό τους βοήθεια, κυριεμένοι από την ίδιαν απελπισία, από την ίδια τρομερή στενοχώρια. Και τέλος ο Σπύρος ξανάπε:

    -Αύριο πρέπει να πάω στο χωριό τουλάχιστο, θα μείνω εκεί έως να βρεθεί κάποια διόρθωση. Μα τι διόρθωση; Για να βρεθεί χρήμα χρειάζεται καιρός. Εγώ εφρόντισα, μα ο Χαντρινός δε μου ‘καμε τίποτα. Δοκίμασε, αφού το θέλεις και με το γαμπρό μας. Αύριο που δε θα ‘μαι εδώ, θα ιδώ και τη Λουίζα. Τι να κάμω; Θα μείνω εκεί όξω σε κάποιο δωμάτιο του σπιτιού που να ‘χει ακόμη τη στέγη του. Θα μπορώ να κρυφτώ έτσι κάμποσες μέρες, για να μην πάω στη φυλακή.

Απελπισμένη η μητέρα δεν του ‘δωκε πλια απάντηση.

    Είχε νυχτώσει. Μία αρχαία μπρούντζινη λάμπα του λαδιού, με αναμμένα τα δύο της φυτίλια, εφώτιζε λίγο την κάμαρα. Μάνα και γιος εκαθόνταν ακόμη στον καναπέ σα φοβισμένοι από τη σιωπή τους, όταν ο Γιώργης ανέβηκε απάνου σοβαρός, μελετώντας πάλι μέσα στο μυαλό του. Είχε μιλήσει με τον τοκογλύφο. Χίλια σκέδια περνούσαν από τη σκέψη του, μα για όλα εχρειαζόνταν χρήματα. Τους καλησπέρισε ανήσυχος. Κι η μάνα του ‘πε αναστενάζοντας:

    -Ω Γιώργη. Να ‘χες αποφασίσει τότε να πάρεις την Αιμίλια.

    -Αυτήν! της απάντησε με περιφρόνηση. Μα αύριο μισεύει κι αυτή για την Αθήνα με το γαμπρό μας. Ο Αριστείδης αποβλακώθηκε πλια.

Η γριά αρχόντισσα εσηκώθηκε ορθή, ξανακάθισε, έριξε εδώ κι εκεί το κεφάλι, πνιγμένη από τη συγκίνησή της. Έκρυψε το πρόσωπό της μέσα στα χέρια της κι ένα αναφιλητό ετίναξε το κορμί της. Τέλος είπε μ’ έναν βαθύν αναστεναγμό:

    -Τα κάνει αυτά η άτυχη, γιατί σ’ αγαπούσε πολύ! Τώρα ελησμόνησε και τον εαυτό της η Αιμίλια. Ω δύστυχη Ευλαλία!

    Αυτήν τη στιγμή έμπαινε στο δωμάτιο ο γέρος Οφιομάχος, μικρός, σκεβρωμένος, σιάνοντας την παλιά ρεδιγκότα του. Η όψη του ήταν σαν του πεθαμένου και τα πόδια έτρεμαν. Κατόπι του ερχότουν και η Λουίζα, γελαστή εκείνη, καλοντυμένη, όμορφη. Εστάθηκε σιμά στο τραπέζι και εκοίταζε έναν έναν με περιέργεια τους δικούς της, χωρίς ντροπή, χωρίς μετάνοια, στενοχωρημένη μόνο, γιατί κανείς ακόμα δεν της μιλούσε και γιατί έβλεπε ζωγραφημένη τη λύπη απάνου σ’ όλα τα πρόσωπα. Μ’ ένα ελεύτερο κίνημα έβγαλε από το κεφάλι της την ωραία καινούρια της ψάθα, την επέταξε απάνου στο μεγάλο τραπέζι, έσιαξε με τα δύο της χέρια τα μαλλιά της κι εξακολούθησε να μένει ορθή και σιωπηλή στη θέση της.

    Κι η πικραμένη μητέρα εσηκώθηκε τέλος με τα μάτια πλημμυρισμένα δάκρυα, ένα ποτάμι λόγια και παράπονα της ανέβαιναν στα χείλη, αλλά η συγκίνηση δεν την άφηνε να μιλήσει, ήθελε να πάει σιμά της να την αγκαλιάσει και να κλάψει στον κόρφο της, αλλά εκατάλαβε πως τα πόδια της δεν την εβαστούσαν κι εξανάπεσε στον καναπέ κι έκρυψε πάλι στα χέρια της το πρόσωπό της.

    Οι δύο νέοι εκοίταζαν αλαλιασμένοι πότε τους γέρους και πότε τη Λουίζα. Μα ο Σπύρος εσκεφτότουν περισσότερο τον εαυτό του βαρύθυμος. Ο γυρισμός της Λουίζας και το ταξίδι του γιατρού Στεριώτη τον εβύθιζαν στην πλιο μαύρη απελπισία.

    Κι ο γέρος έλεγε τώρα μ’ ένα αναφιλητό που του κάκου επροσπαθούσε να το κρύψει:

    -Την έφερα πάλι εδώ, την έφερα εδώ, για να μην καταφρονεθεί περσότερο. Κι αυτή δεν καταλαβαίνει ακόμη τίποτα, τίποτα, τίποτα!

Κι είδε πως όλοι ήθελαν να μιλήσουν, να ρωτήσουν και να μάθουν όσα συνέβησαν και μάλιστα η μάνα που ‘χε αρχίσει κιόλας χαμηλόφωνα κάτι να ψιθυρίζει μέσα στα δάκρυά της, ζητώντας με το βλέμμα απάντηση από τη θυγατέρα της. Εκείνη εχαμογελούσε πάντα.

    Κι ο Οφιομάχος εθύμωσε άξαφνα, τα μάτια εκοκκίνισαν κι εφώναξε με την αδυνατισμένη φωνή του, χτυπώντας το ένα του πόδι:

    -Ούτε λόγο κανένας! Δεν θέλω πλια ν’ ακούω τίποτα! Είναι όλα σαν πρώτα. Δεν έχει φύγει κανείς από δω μέσα. Κανείς! Είδατε ονείρατα και τα φοβηθήκατε! Ούτε λόγο πλια ούτε λόγο!

Κι εκοίταζε με βλέμμα μίσους τη γυναίκα του, που το αναφιλητό τής εσήκωσε πάλι το στήθος. Και του ‘πε η γριά μέσα στους θρήνους της, κουνώντας πικρά το κεφάλι:

    -Στον καιρό της δευτέρας παρουσίας θα σου τα θυμηθεί ο Θεός όλα! Αυτός σου ‘δωκε τόσην ταπείνωση. Στον καιρό της δευτέρας παρουσίας.

    Εκείνην τη στιγμή έμπαινε μέσα και η Ευλαλία. Εκοίταξε ολόγυρά της κι εβάλθηκε κι εκείνη να κλαίει. Και ο Οφιομάχος εκοίταξε θυμωμένος τα παιδιά του και τη γυναίκα του, έσιαξε πάλι την παλιά ρεδιγκότα του, σα  να κρύωνε, επέρασε μπρος στη Λουίζα κι έφτυσε κατά γης και σκεβρωμένος, λιγνός, κατακόκκινος, εβγήκε από την κάμαρα κι εκατέβηκε πάλι στο σκοτεινό του γραφείο.

    Σε λίγο τον άκουσαν να περπατεί απάνου κάτου καθώς εσυνήθιζε, άκουαν κάπου κάπου μουγγή μια φωνή του…

 

 

 

 

 

  15ο Μέρος
Πίσω στην Εισαγωγή

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA