2

 

    Όταν ο Οφιομάχος εβρέθηκε στο δρόμο, έφερε το χέρι του στο κεφάλι κι εκοίταξε τον ουρανό. Αισθανότουν το λογικό του να φεύγει. Η συνείδησή του ήταν βαριά, τα λόγια του Άλκη εβούιζαν στ’ αυτιά του κι έβλεπε εμπρός του τη θλιμμένην όψη της κυρίας Φωτεινής.

    Επήγαινε τώρα με χαμηλωμένο βλέφαρο σ’ έναν στενό δρόμο. Δεν έβλεπε κανέναν από τους διαβάτες, δεν καταλάβαινε πως κάποιοι τον χαιρετούσαν και άξαινε πάλι η στενοχώρια του, γιατί δεν ήξερε τι να κάμει. Ήξερε μόνο που η Ευλαλία δε θα πειθότουν στο λόγο του κι ήξερε τώρα πως κι ο Άλκης θ’ αντιστρατευόταν στα σκέδιά του και θα ’βρισκε τέλος τον τρόπον να καταφέρει τους σκοπούς του. Ήταν τόσο εύκολο να τον απατήσουν εκείνον τον ίδιον, δεν ήτουν  παρά ένας αδύνατος γέροντας και μάλιστα αφού θα βοηθούσε την Ευλαλία κι η μητέρα της… Ω, η μητέρα της αυτή πάντα ήταν εκεί, για να αντιστέκεται σε κάθε του θέληση, για να βοηθεί την επανάσταση των παιδιών της. Εκείνη από την αρχή τα ’χε κακοσυνηθίσει τόσο, που το σπίτι του δεν ημπορούσε πλια να κυβερνηθεί. Άλλοι δεν ήταν οι φταίχτες σ’ εκείνην την καταστροφή!

    Μα την τελευταία τούτη σκέψη την έψεγε μία βαθιά φωνή μέσα από τη συνείδησή του και του κάκου επροσπάθησε να καταπείσει τον εαυτό του πως είχε σκεφτεί το σωστό.

    Κι ωστόσο επροχωρούσε στο στενόν το δρόμο. Και χωρίς να το καταλάβει τα πόδια του τον έφεραν μπρος στο σπίτι του γιατρού Στεριώτη. Εσήκωσε το κεφάλι του, εκοίταξε προσεχτικά τη γελαστή πρόσοψη της όμορφης κατοικίας, τα όμορφα και περιποιημένα δέντρα, που την επεριτριγύριζαν, τα σιδερένια κάγκελα, τη μαρμαρένια σκάλα κι ανανοήθηκε πως τον είχε οδηγήσει εκεί η καρδιά του, για να κάμει ακόμη μίαν ανέλπιδη δοκιμή.

    Ο γιατρός Στεριώτης! Αχ, αυτός είχε την τύχη τους στα χέρια του∙ αυτός τους έπαιζε όλους όπως ήθελε, μα είναι καμία φορά οι πλιο μακρόθυμοι άνθρωποι, εκείνοι που λιγότερο το ελπίζει κανείς! Τέλος πάντων άνθρωπος ήταν κι ο Στεριώτης… σπουδασμένος άνθρωπος… δεν είχε να ειπεί τίποτα πως ήταν του Δήμου γιος, μα τίποτα! Το εναντίο, ημπορούσε κι αυτός να παρασυρθεί από μία γενναία ορμή της καρδιάς του και μάλιστα αν αγαπούσε την Ευλαλία, ημπορούσε ν’ αποτραβηχτεί κι ωστόσο να μην τους αφήκει αβοήθητους.

    Αυτήν την αισιόδοξη κι αβάσιστη σκέψη έκανε, όταν εχτύπησε την πόρτα. Μα ο γιατρός δεν ήταν εκεί. Κι ο γέρος εχάρηκε μία στιγμή γι’ αυτήν την αποτυχία, βάζοντας στο νου του πως για σήμερα τουλάχιστο εξέφευγε έτσι κάποιες πικρές στιγμές. Μα άξαφνα, χωρίς να το θέλει αποφάσισε να περιμένει. Δε θ’ αργούσε πολύ ο γιατρός, γιατί το μεσημέρι ήταν περασμένο. Έτσι του είχε πει μία καλοντυμένη υπηρέτρια, που τον έμπασε στο φωτεινό γραφείο και που τον έβαλε να καθίσει σε μια πέτσινη αναπαυτική πολυθρόνα.

    Κι εξέταζε τώρα με βλέμμα θαυμασμού ο Οφιομάχος τα βαριά καινούρια έπιπλα της κάμαρας, το πλούσιο γραφείο, το χνουδωτό κόκκινο χαλί, τα χρυσόδετα βιβλία μέσα στες όμορφες θήκες τους, τες ζωγραφιές που εκρεμόνταν στους τοίχους μέσα στες ακριβές κορνίζες τους, την ωραία λάμπα που κατέβαινε από το ψηλό νταβάνι, τα χίλια πράματα που ήταν τοποθετημένα εδώ και κει και που μαρτυρούσαν την αφθονία του σπιτιού εκείνου κι εσύγκρινε με τον πλούτο που ’χε εμπρός του το θλιβερό του γραφείο στο παλιό του το σπίτι, με τα παλιά τα έπιπλα, που ανάδιναν τη μυρωδιά του ξεπεσμού.

    Πόσοι, εσκεφτότουν, θα μακάριζαν την Ευλαλία, πόσες θα τη φθονούσαν, πόσες θα τη ζήλευαν στη λαμπρή της τύχη! Τι θα της έλειπε εκεί μέσα, για να είναι ευχαριστημένη; Πού αλλού θα ’ταν καλύτερα; Και δεν είχε δίκιο ο Χαντρινός, ο τοκογλύφος, όταν τον εβεβαίωνε πως τα πλούτη του γιατρού, η σημερινή κοινωνική του θέση, η μόρφωσή του αντιζύγιζαν με το παραπάνω τη χυδαία καταγωγή του; Η Ευλαλία έκανε ένα άδικο στον εαυτό της, το ’βλεπε καλά αυτός που ήταν πατέρας, αλλά δεν έφταιγε… είχε χάσει πλια το μυαλό της…

    Έτσι εσυλλογιζότουν τώρα ο γέροντας κι ο γιατρός δεν άργησε να ’ρθει. Εμπήκε γελαστός στο γραφείο του, κουνώντας παράξενα το κορμί του και τον εχαιρέτησε με σπουδασμένη ευγένεια, χωρίς να δείξει πως δεν επερίμενε τον ερχομό του∙ εκάθισε αμέσως στην στρογγυλή πολυθρόνα του μπρος στο βαρύ γραφείο, τρίβοντας τη φαλάκρα του, του πρόσφερε ένα ακριβό τσιγάρο κι άρχισε να του μιλεί αδιάφορα, με ζητημένη φλυαρία, κοιτάζοντάς τον με το άτονο βλέμμα του και προσπαθώντας να τον βλέπει στα μάτια, που ο Οφιομάχος τα κρατούσε με πείσμα χαμηλωμένα.

    Ερχότουν, του ’λεγε, από το σπίτι του κυρίου υπουργού. Ο κύριος υπουργός ήθελε να τον κρατήσει στο τραπέζι του, μα αυτός δεν ηθέλησε να μείνει, γιατί αμέσως έπειτα από το φαγητό εδεχότουν τους πελάτες του. Ως και το καλοκαίρι, γιατί δεν εκοιμότουν ποτέ την ημέρα. Ήταν θετικό τώρα πως ο κύριος υπουργός θα του ’βγαζε την κάλπη του κι ήταν θετική και η επιτυχία, γιατί ο κόσμος είχε βαρεθεί ν’ ακούει επιστρατείες κάθε τόσο και πολέμους… ήθελαν όλοι φυσικά την ησυχία. Και η εκλογή δε θα του στοίχιζε τίποτα… το ’χε βάλει όρο στον κύριον υπουργό. Τίποτα, πες! … τα έξοδα της κάλπης, της περιοδείας και κάτι άλλα τιποτένια πράματα. Δεν ήξερε αυτός τι θα ξόδευαν οι άλλοι. Μα κι η επιτυχία δεν τον εσκότιζε πολύ, ίσως και καθόλου. Ήθελε μόνο το καλό του τόπου. Αυτός θα ζημίωνε, αν επήγαινε στη Βουλή, θα του ’φευγε πολλή πελατεία. Και τέλος πάντων ανάγκη δεν είχε από δόξες πολιτικές, αυτός ήταν επιστήμονας. Και τώρα μάλιστα είχε έρθει από το Παρίσι ένας ξένος γιατρός, μαθητής του Παστέρ, για να σπουδάξει κάποιες αρρώστιες της Ανατολής. Ήθελε μαζί του ν’ ανοίξει ένα μικροβιολογικό εργαστήρι, μα κάτι τέλειο στο είδος του, γιατί κι αυτός ο ίδιος είχε να κάμει διάφορα πειράματα, απάνω σε γουρούνια, όχι σε κουνέλια και μοσκοποντίκια, αυτός δεν επαραδεχότουν αυτήν τη μέθοδο. Καθόλου! Ως και οι αρχαίοι Έλληνες, οι σοφοί πρόγονοί μας, είχαν παρατηρήσει πως απ’ όλα τα ζώα το πλιο όμοιο με τον άνθρωπο είναι το γουρούνι! Μάλιστα το γουρούνι. Αυτό το λέγει ο Γαληνός ή ο Αριστείδης, δεν εθυμότουν ακριβώς ποιος από τους δυο…

    Έτσι λοιπόν, αν δεν επήγαινε στη Βουλή, τόσο το χειρότερο για τον τόπο. Ο ίδιος δεν ήθελε βέβαια να αρνηθεί καμίαν υπηρεσία στον τόπο, όπου είχε γεννηθεί και ανατραφεί, στον τόπο όπου είχε τη μικρή του περιουσία, τα μικρά του συμφέροντα, όπου εζούσε η κοινωνία που αυτός εγνώριζε. Ήταν αδιάφορος που τον έλεγαν ξένον! Ήξερε πως ήταν περισσότερο ντόπιος κι από τους πλιο ντόπιους. Αυτός ήταν άνθρωπος συντηρητικός, πλιο συντηρητικός κι από τους παλιούς αριστοκράτες, συντηρητικές αρχές είχε και το κόμμα του. Φυσικά κάποια ελαστικότητα με τους χωριάτες ήταν αναγκαία, αλλιώς το κόμμα δε θα εβαστιότουν στην αρχή. Εξέφευγε έτσι από το αγροτικό ζήτημα. Τέλος πάντων αυτοί οι εξαιρετικοί νόμοι ωφελούσαν σημαντικά τα πλήθη, δεν έβλαπταν παρά μερικά άτομα, πολύ λίγα κι ασήμαντα κι έδιναν την απαιτούμενη δύναμη στην Κυβέρνηση, για να εφαρμόσει το πρόγραμμά της.

    Ο Οφιομάχος άκουε προσεχτικά τες ομιλίες του. Για μία στιγμή είχε λησμονήσει το σκοπό, που τον είχε φέρει στο σπίτι του γιατρού και του χαμογελούσε αφρόντιστα. Και τώρα του απάντησε με χαμηλή φωνή και με χαμηλωμένο βλέμμα πως αυτός φυσικά ήταν πάντα με το κόμμα του κυρίου υπουργού, του μεγάλου ανθρώπου, που ετιμούσε κι εδόξαζε το νησί τους. Ως κι αυτός φυσικά ήταν συντηρητικότατος άνθρωπος, είχε σταθεί μια φορά ενάντιος στην ένωση, ενάντιος στην καθολική ψήφο, ενάντιος στη γενική στρατολογία, στο χωρισμό από τα Πατριαρχεία, δεν αγαπούσε καθόλου την αναρχία, ούτε εκείνα πόλεγαν τώρα λαϊκές ελευτερίες. Αυτές ήταν νέα πηγή κακού. Δεν ήθελε να τ’ ακούει αυτά τα πράματα, γι’ αυτό επροτιμούσε την ξένη προστασία, για τούτο και για άλλα ακόμη. Ο λαός έπρεπε να ’ναι στη θέση του, να δουλεύει και να υποτάζεται, μόνο βέβαια το ψωμί δεν έπρεπε να του λείπει. Μόνο ο γιος του ο Γιώργης, γιατί ήταν φίλοι με τον Σωζόμενο, και ο άλλος του ο γιος ο Σπύρος, γιατί άκουε τον αδερφό του, δεν ήταν από το κόμμα του κυρίου υπουργού. Μα αυτό του ήταν πολύ δυσάρεστο, όπως και τόσα άλλα πράματα που του συνέβαιναν!

    Και τα λόγια αυτά, που επρόφερε τώρα, τον ξανάφεραν στην πραγματικότητα. Του θύμισαν το σκοπό του∙ μα δεν ήξερε πώς να αρχίσει. Εσώπασε. Η ψυχή του εσυνταράχτηκε πάλι, εθυμήθηκε τη θυσία της θυγατέρας του, την ομιλία του με τον Άλκη, την κυρία Φωταινή. Τώρα πάλι τον εσυγκινούσε εκείνη η μητέρα, που ’θελε να δώκει ένα στήριγμα στον υγιό της, που έδειχνε τόση αγάπη για τη θυγατέρα του κι ο νους του εσκοτίστηκε άξαφνα. Εκοίταξε ολόγυρά του αλαλιασμένος∙ κι εκατάλαβε μόνο πως ο γιατρός Στεριώτης τον εκοίταζε ερευνητικά με θλιβερή περιέργεια και του χαμογελούσε, σα να ’θελε να του δώκει θάρρος. Και τον άκουσε τέλος να του λέει τη στιγμή που καθόλου δεν το περίμενε, με την ίδια μελετημένη ευγένεια και με σοβαρότητα:

    -Δεν ερώτησα ακόμα σε τι χρωστώ την τιμή που σας βλέπω στο σπίτι μου.

    Ο Οφιομάχος εσάστισε. Εκατάλαβε πως έπρεπε ή να μιλήσει ή να φύγει, γιατί ήταν αργά πλια∙ το πρόσωπό του άλλαξε πολλά χρώματα∙ τα χείλη του πάλι κάτι εψιθύρισαν, που δεν τ’ άκουσε μήτε ο ίδιος∙ εβάσταξε κάμποσα δευτερόλεφτα την πνοή του∙ άνοιξε υπερβολικά τα γερασμένα μάτια του, τα ξανάκλεισε και τέλος παίρνοντας μίαν απόφαση, σαν την απόφαση εκείνου που μ’ ένα πήδημα ρίχνεται στο άδειο, του ’πε με τρεμάμενη φωνή:

    -Ήρθα… ήρθα… γιατί… ναι… γιατί ο Χαντρινός… ξέρεις γιατρέ μου, αυτός… (κι έκαμε με το χέρι ένα κίνημα σιμά στο πρόσωπό του, για να δείξει το σχήμα της μύτης του τοκογλύφου) αυτός, ξέρεις, μου μίλησε. Και μου μίλησε σαν απ’ όνομά σου… Δεν ξέρω αν του είπες εσύ τίποτα… όχι καθαυτό απ’ όνομά σου… μα ας πούμε έτσι, σε κάποιον τρόπο… σαν πώς; Κι εγώ δεν ξέρω. Και μου τα ’πε όλα. Κι ήρθα… Μεγάλη η τιμή… μεγάλη η καλοσύνη σου… και μου είπε αυτός ο Μίμης πως μας έχεις σκλαβωμένους του λόγου σου… πως εγώ ο Αλέξανδρος Οφιομάχος, που με βλέπεις εδώ, σου χρωστώ καπιτάλια! Μας έχεις στα χέρια σου και μας κάνεις ό,τι θέλεις! Μα…

    Ο γιατρός τον αντίσκοψε χαμογελώντας.

    -Ο σκοπός της ζωής είναι η ευδαιμονία! Και ο σκοπός της ζωής μου θα ’ναι η ευτυχία της Ευλαλίας… Δηλαδή ο κύριος σκοπός, ο πρώτος σκοπός… Και φυσικά θα είναι για μέ ευκολοπραγματοποίητος, αφού ακραδάντως πιστεύω ότι θα είμαι ευτυχής μαζί της… Δώσετέ μας μόνο την ευχή σας… Ιδέτε, κύριε Οφιομάχε, ομιλώ, επειδή σεις μου ομιλήσατε!

    Και λέγοντας έτσι, μ’ ένα χαμόγελο περηφάνειας, του άνοιξε μία δίφυλλη πόρτα και του έδειχνε το μεγάλο καινούριο σαλόνι με τα χρυσωμένα έπιπλα που άστραφταν, με τους πλούσιους καθρέφτες και το μεγάλο μαύρο πιάνο∙ τον επροσκάλεσε έπειτα στον πλατύν εξώστη και του ’δειξε απόκει, μέσα από τα τζάμια τη διπλή ωραία κρεβατοκάμαρη, όπου κιόλας τα κρεβάτια ήταν στρωμένα, αν και κανείς ακόμα δεν την εκατοικούσε, του ’δειξε κατόπι το λουτρό και την τραπεζαρία, κουνώντας τα έπιπλα, επαινώντας τους άξιους μαστόρους που τα είχαν κάμει, εξηγώντας το ύφος τους, λέγοντας πού είχε βρεθεί το πρωτότυπο και τέλος, όταν έβαλε πάλι τον Οφιομάχο να καθίσει στην πλατιά πέτσινη πολυθρόνα του γραφείου, του ξανάπε γελώντας:

    -Δε νομίζετε και ο ίδιος πως στο υλικό τουλάχιστο η ευτυχία μας είναι ασφαλισμένη; Δώσετέ μας λοιπόν την ευχή σας!

    -Την ευκή μου; εψιθύρισε ο γέρος μην ξέροντας πάλι πώς να αρχίσει. Την ευκή μου τη δίνω εύκολα… αυτή δε μου στοιχίζει τίποτα! Αλλά και τι αξίζει; Τι αξίζει χωρίς την Ευλαλία… Και η Ευλαλία, γιατρέ μου… Ω, η δύστυχη! Αυτή δεν είναι η γυναίκα που σου πρέπει, εσέ, εδώ μέσα… αυτή δεν είναι στα συγκαλά της, κι ας φαίνεται φρόνιμη. Γι’ αυτό μετρήσου καλά τι θα κάμεις. Μα αν την αγαπάς, μην τη θελήσεις, γιατρέ μου… Άφησέ τηνε… δεν είναι στο νου της! Σου δίνω την άλλη, τη Λουίζα μου. Θυγατέρα μου είναι κι αυτή και πλιο όμορφη… και πλιο νέα. Όχι; Όπως θέλεις. Μα η Ευλαλία μου, να σου πω το μυστικό, αγαπούσε, πριν φανερωθείς του λόγου σου, από τα μικρά της χρόνια άλλονε. Η Λουίζα μου όχι… είναι ελεύτερο πουλί. Πολύ πριν φανερωθείς… άφησέ την…

    -Τον Άλκη! του ’πε μ’ ένα σκληρό χαμόγελο, το Σωζόμενο. Όχι;

    -Πώς εμάντεψες; του αποκρίθηκε φοβισμένος ο γέροντας. Α ναι, ο Χαντρινός, αυτός ο Μίμης… αυτός (και έδειξε πάλι με το δάχτυλο τη μύτη του τοκογλύφου), αυτός σου το ’πε. Το ’ξερε βλέπεις κι εκείνος, απ’ όταν έρχεται σπίτι μου. Ο καθένας, βλέπεις, η κάθε κοπέλα έχει κι από μια λόξα! Της Ευλαλίας η λόξα είναι ο Άλκης! Τι να της πω; Δικαίωμά της, λέει… έχει, βλέπεις, κι αυτή τη θέλησή της. Αυτή είναι που θα παντρευτεί. Θέλει, λέει, τον Άλκη. Τι να κάμω; Μα εσύ, γιατρέ, παίρνεις τη Λουίζα μου, αν θέλεις… την άλληνε, είπαμε. Αυτή δυσκολίες δεν κάνει! Ω, είσαι μεγαλόψυχος άνθρωπος… το ξέρω… γι’ αυτό είσαι και άξιος να ’χεις τόσα πλούτη… και δε θα με σφίξεις εμένα το δύστυχο γέροντα. Ό,τι χρωστώ θέλω να το πλερώσω, με τον καιρό ή με συμβιβασμό. Δε θα καταστρέψεις μίαν οικογένεια, που είναι σκλάβα στα χέρια σου! Είσαι συντηρητικός άνθρωπος, είπες… θα σεβαστείς λοιπόν την παλαιά τη δόξα της. Και δε θα βιάσεις ούτε τη θέληση της Ευλαλίας!

    -Η ζωή, του απάντησε ο γιατρός πειραγμένος και παίρνοντας το ασυγκίνητο ύφος της επιστήμης του, είναι ένας ακατάπαυστος πόλεμος!  Bellum omnium contra omnes! Αυτό το βλέπουμε παντού, σ’ όλην τη φύση στα ψυχωμένα και στ’ άψυχα. Παντού ανταγωνισμός… Ο δυνατότερος νικάει! Γιατί θα ’ταν αλλιώς στον ανθρώπινον έρωτα; Τον Άλκη εγώ τον εγιάτρεψα με πόνους και μόχθους. Αλλά σήμερα βρίσκεται αντιμέτωπός μου. Γιατί δεν πρέπει να θέλω τη νίκη; Όση δύναμη έχω στα χέρια μου θα τη μεταχειριστώ! Και πρέπει! Δεν πιστεύω να περιφρονήθηκε η πρότασή μου… αλλιώς θα αισθανόμουν την προσβολή και σαν άνθρωπος και σαν άντρας! Όχι βέβαια! Και λοιπόν σας δηλώνω πως δεν αποσύρομαι… Όχι! Τώρα ξέρω πως η κυρία Ευλαλία δεν αισθάνεται σήμερα τη συμπάθεια, που εγώ τρέφω γι’ αυτήν. Θα ήθελα να μην ήταν έτσι. Είναι βέβαιο! Μα είναι ομοίως βέβαιο πως θα την αποχτήσει κατόπι… Γιατί τάχα δε θ’ αγαπηθώ από μία γυναίκα, αφού εγώ θα της είμαι αφοσιωμένος;

    -Ας ήσουν μεγαλόψυχος, γιατρέ, του ’πε πάλι τρέμοντας ο Οφιομάχος, ας την άφηνες στην τύχη της κι ας έπαιρνες την άλλη!

    -Θ’ αρνηθείτε λοιπόν; αποκρίθηκε σουφρώνοντας το μέτωπο. Θα προτιμήσετε τον Άλκη; Πολύ καλά! Όπως θέλετε! Ποιος μπορεί να σας βιάσει;

    Και το πρόσωπό του έδειξε μίαν ψυχρή σκληρότητα τέτοιαν, που ο γέρος άξαφνα ανατρίχιασε φοβισμένος.

    -Όχι! του ’πε. Επαρακάλεσα μόνο!

    -Τότες, είπε θριαμβευτικά ο γιατρός μ’ ένα άτονο χαμόγελο, δε ζητώ παρά την ευκή σας! Δεκαπέντε μέρες μετά το γάμο θα μας ιδείτε εδώ… και ρωτήσετε τότες την Ευλαλία, αν είναι ευτυχισμένη! Θα σας πει το ναι, το ορκίζομαι!

    Ο γέροντας τον εκοίταξε κατάματα υποταγμένος κι έσιαξε την παλιά ρεδιγκότα του. Ο άλλος του χαμογέλασε με γλυκάδα. Κι ο γέροντας εσκέφτηκε πάλι πως αυτό που έκανε ο γιατρός ήταν ίσως το μόνο δίκαιο, τουλάχιστο όμως επίστευε βέβαια στα λόγια του. Ήταν ο άνθρωπος που ’χε πίστη στον εαυτό του, στη δύναμή του και στη μοίρα του. Ένας από την καινούρια σειρά που εκυβερνούσε τώρα τον κόσμο. Πώς ημπορούσε ο γέρος ακόμη να του αντισταθεί; Ένα πικρό χαμόγελο εφάνηκε στα χείλη του και δύο δάκρυα κατέβηκαν στα μάτια του, εσηκώθηκε από τη βαθιά πολυθρόνα συγχυσμένος, έσφιξε το χέρι του γιατρού και τον αποχαιρέτησε κι έβλεπε τώρα ξάστερα με το αλαλιασμένο μυαλό του πως μόνο ο λόγος της Ευλαλίας ημπορούσε ακόμη να φέρει θεραπεία σ’ εκείνην την περίσταση…

 

    Βιαστικός εγύριζε σπίτι του. Ο κουρασμένος νους του εγεννούσε κάθε λογής φαντάσματα. Ένας κόσμος εξ αιτίας του εχαλούσε κι ερήμαζε∙ και μέσα στα χαλάσματα οδυρότουν ετοιμοθάνατος κι εκείνος∙ κι ο γιατρός Στεριώτης εθριάμβευε κι εγελούσε μέσα από τη Βουλή των Ελλήνων και σιμά του ήταν η πουλημένη Ευλαλία μισόγυμνη, δεμένη από τα χέρια, κι αυτός ο ίδιος, ο Αλέξανδρος Οφιομάχος Φιλάρετος έφερνε πλήθος ανθρώπους ξένους στο παλαιό του το σπίτι, όπου η άλλη του η θυγατέρα τους επερίμενε για να διασκεδάσουν μαζί της…

    Εκατάλαβε ότι ετρελαινότουν.

    Το κεφάλι τού πονούσε, όταν εμπήκε πάλι στο θλιβερό του γραφείο. Εκοίταξε χωρίς να θέλει μία μία τες ζωγραφιές των προγόνων του, το σιδεροαρματωμένον πολεμιστή, τους ξυρισμένους άρχοντες με τες άσπρες περούκες τους, τες κυρίες με τα πλούσια στήθη και με το γλυκό κι όμορφο χαμόγελο κι εγέλασε σαρκαστικά. Κι έπειτα άξαφνα ένας αψύς θυμός τον εκυρίεψε. Όλες αυτές οι παλαιές δόξες δεν τον εβοηθούσαν σε τίποτα, δεν ήταν παρά ένα βάρος δυσκολοβάσταχτο στο χαλασμό, κάτι που του έκανε πικρότερη τη ζωή και που εμηδένιζε το άτομό του. Κι αγρίεψε κι εκοίταξε με οργή τες εικόνες και τες έφτυσε. Κι άνοιξε ένα μικρό αρμάρι, όπου ήταν φυλαμένα τα οικογενειακά χαρτιά του, μαζεμένα ένα ένα από γενεά σε γενεά, από πέντε αιώνες και τα πέταξε απάνου στο τραπέζι, διπλώματα καλλιγραφημένα σε περγαμηνές, γράμματα της βενέτικης Αυθεντίας στους προγόνους του, διορισμούς σε μεγάλα αξιώματα κι ένα ένα τα κοίταζε όλα εκείνα τα παλαιά κιτρινισμένα τεφτέρια και τα φτυούσε ως κι εκείνα και τα ’σκιζε και τα ποδοπατούσε τέλος θυμωμένος ολοένα περισσότερο. Κι ερίχτηκε στο μεγάλο βιβλίο, που το πρωί το ’χε φυλλομετρήσει και που ήταν ανοιχτό ακόμη στο τραπέζι απάνου, στα σκονισμένα δικόγραφα, και του ’σκιζε ένα ένα τ’ άχρηστα φύλλα του βλαστημώντας τα χωριάτικα ονόματα που ήταν σ’ αυτό γραμμένα. Όλα τα χαρτιά εκείνα ήταν άχρηστα, άχρηστα τέλεια σ’ εκείνην την κρίσιμη ώρα!

    Είχε έρθει το απόγιομα και δεν είχε ακόμα γευτεί. Και τώρα τα παιδιά του ανήσυχα κατέβηκαν στο γραφείο του, για να ιδούν αν ήταν εκεί. Εμάνιζε ακόμη κι έσκιζε ακόμη χαρτιά μέσα από τες χοντρές δεσμίδες και τα πετούσε κομμάτια χάμου.

    Μ’ ένα βλέμμα άγριας φοβέρας εσταμάτησε τους γιους του στην πόρτα, παρέτοιμος να τους βρίσει, ξακολουθώντας το έργο του, μουρμουρίζοντας ασυνάρτητα λόγια, κατακόκκινος και ιδρωμένος. Άξαφνα τους εφώναξε:

    -Θα σας βάλω φωτιά εδώ μέσα!

    Μα οι γιοι του τώρα ερίχτηκαν προς απάνου του παρέτοιμοι να του πιάσουν τα χέρια.

    Αυτούς τους αγριοκοίταξε πάλι, τους πέταξε μία δεσμίδα χαρτιά στο κεφάλι, σκορπώντας τα, έφτυσε κατά πρόσωπο το Γιώργη κι εφώναξε μ’ όση δύναμη είχε στο στήθος:

    -Εσείς μ’ εχαλάσατε! Τώρα θα πουλήσω και σας… όχι μόνο τα κορίτσια! Κι εσάς!

    Οι δύο νέοι ήταν ωχροί κι έτρεμαν. Ο Γιώργης εκοίταζε ολόγυρά του σα να ζητούσε να βρει βοήθεια∙ το μωρό πρόσωπο του Σπύρου ήταν σαν αποβλακωμένο. Κι αυτήν τη στιγμή κατέβηκε στο γραφείο και η γριά αρχόντισσα, φοβισμένη από τες φωνές που ’χε ακούσει, ωχρή στο πρόσωπο και περίτρομη. Κι ο γέρος άξαφνα ησύχασε σα να ’χε ντραπεί τη γυναίκα του. Έκαμε με το πόδι του κάποιο κίνημα, σα να ’θελε να κρύψει κάτω από το τραπέζι τα σκισμένα χαρτιά, μα την αγριοκοίταξε ως κι εκείνην για μία στιγμή, σα να μελετούσε να χυθεί άξαφνα απάνω της. Η αρχόντισσα έριξε ένα βλέμμα περίλυπο απάνου στην καταστροφή, έβαλε μία ψιλή, φωνή κι έπεσε κλαίοντας στα χέρια των παιδιών της. Μα ο γέρος εβάλθηκε τώρα να τρέμει. Δύο δάκρυα χοντρά εκύλησαν στα μάγουλά του, εσίμωσε τη γυναίκα του, της εχάιδεψε δειλά και πονεμένα το κεφάλι κι ήρθε λιωμένος στην παλιά ξύλινη πολυθρόνα, μπροστά στο κινητό γραφείο κι έκρυψε το πρόσωπό του μέσα στα χέρια του. Έκλαιγε… Ήταν σαν ορφανός σ’ αυτή τη γη! Από πού μπορούσε να περιμένει βοήθεια;

    Κι ενώ έκανε αυτήν τη σκέψη, άκουσε τη φωνή της Ευλαλίας, που ’χε μπει τρέχοντας και φωνάζοντας σ’ εκείνο το γραφείο∙ εσήκωσε το κεφάλι του και την είδε. Έκλαιε απελπισμένη κι εβαστούσε με τα δυο της χέρια τα ξανθά μαλλιά της. Εκοίταξε μία στιγμή την καταστροφή.

    -Ω, τόνε παίρνω! είπε άξαφνα σμίγοντας τα χέρια της μπρος στο στήθος μ’ ένα αναφιλητό… Δεν έχω τη δύναμη να σας βλέπω σε τόση συφορά!

    Κι ο γέρος εσηκώθηκε τότες σιγά σιγά από την πολυθρόνα του, δακρυσμένος και τρέμοντας, ετυλίχτηκε μέσα στην παλιά ρεδιγκότα του, σα να κρύωνε, και με κατεβασμένο κεφάλι εσίμωσε τη θυγατέρα του. Της έπιασε τα δυο χέρια, της τα φίλησε πολλές φορές αμίλητος, σκύφτοντας μπροστά της, κι έπεσε τέλος γονατιστός στα πόδια της και εβάλθηκε πάλι να κλαίει.

    Οι δύο γιοι του και η Ευλαλία τον εσήκωσαν αμέσως και σιμώνοντάς τον:

    -Πού είσαι! Τον καιρό της δευτέρας παρουσίας θα σου θυμηθεί ο Θεός τη συντριμμένη καρδιά σου.

    -Τον καιρό της δευτέρας παρουσίας, είπε ο γέρος σαν απομωραμένος κι εσηκώθηκε κι επήγε ησυχασμένος τώρα να ξαπλωθεί στον σκονισμένον καναπέ του… Τον καιρό της δευτέρας παρουσίας! ξανάπε κι εγέλασε σαρκαστικά.

 

    Αργά το βράδυ ο τοκογλύφος Χαντρινός έμπαινε πάλι στην πόρτα του γραφείου. Ο Οφιομάχος επροσπαθούσε τώρα του κάκου να περισυνάξει τα σκισμένα χαρτιά, εσημείωνε τους αριθμούς από τα συμβόλαια και τα δικόγραφα, εκοίταζε περίλυπος τες κομματιασμένες περγαμηνές, μετανιωμένος πλια για ό,τι είχε κάμει, μα εκαταλάβαινε πως η δουλειά ήταν άσκοπη και πως τον εκούραζε.

    Βλέποντας τον άνθρωπο επέταξε τα κομμάτια που ’χε στα χέρια του, σα να τον εντρεπότουν και νιώθοντας την πονηρή και περίεργη ματιά του, του ’πε με αδιαφορία, αφού τον καλησπέρισε:

    -Έβαλα σήμερα λίγη τάξη στα χαρτιά μου κι εχάλασα όλα τ’ άχρηστα.

    Κι έπειτα του χαμογέλασε κουνώντας του το κεφάλι και κλειώντας του το μάτι. Ο τοκογλύφος τον εκατάλαβε αμέσως.

    -Α, είπε το ναι; του φώναξε ανοίγοντας τα μάτια του.

    Ο Οφιομάχος του ξανακούνησε το κεφάλι.

    Κι ο άλλος έτριψε τα χέρια του κι εβάλθηκε να γελάει, δείχνοντας τα μεγάλα του δόντια.

    -Δεν ξέρεις, αφέντη, του ’πε, πόση χαρά έχει η καρδιά μου, γιατί είναι καλή, γιατί είναι χρυσάφι, ναι μα την αλήθεια που είναι ο Θεός! Η κυρία Ευλαλία θα ’ναι η πρώτη κυρά του τόπου! Τι πλούτη, αφέντη, τι σπίτια, πώς το χαίρομαι… Και το καλό αυτό, αφέντη, το χρωστά σ’ εμέ το μικρόν άνθρωπο, σ’ εμέ το μυρμήγκι.

    -Ναι, του ’πε σοβαρά ο Οφιομάχος∙ και σιάνοντας την παλιά ρεδιγκότα του, που δεν την είχε βγάλει όλη μέρα, επρόσθεσε με συστολή:

    -Και τώρα; Τώρα χρειάζονται χρήματα! Θ’ απαντήσουμε τόσα έξοδα!

    -Όσα θέλεις, αποκρίθηκε γελώντας ο Χαντρινός. Θα βρεθούνε όσα θέλεις, αφέντη. Τώρα οπίσω μας έχουμε ούλες τες τράπεζες… ούλες!… αφού η κάσα του γιατρού, του σιόρ Αριστείδη μάς είναι ανοιχτή και γι’ αγάπη στην κυρά Ευλαλία μας, θα κάμω τα δυνατά αδύνατα! Χα, χα!

    Κι εγέλασε για πολλή ώρα.

   

 

 

 7ο Μέρος
Πίσω στην Εισαγωγή

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA