ΚΡΥΣΤΑΛΛΗΣ

 

Τον Κώστα τον Κρυστάλλη τον πρωτογνώρισα μια Κυριακή πρωί στο σπίτι του Μητσάκη. Ο Μητσάκης καθότανε τότε στην οδό Αλωπεκής, εκεί ψηλά στο Κο­λονάκι, και ανέβαινα κάθε Κυριακή πρωί κει πάνω και τον έβλεπα θεόγυμνο. Αγριοτάτη κυριολεξία. Ο Μητσά­κης έκανε ντους το πρωί και υστέρα έμενε έτσι, θεόγυμνος, μέσα στο γραφείο του, ίσαμε το μεσημέρι, και στέ­γνωνε. Μια Κυριακή πρωί βρήκα και τον Κρυστάλλη εκεί. Μου τόνε σύστησε.

- Ο αρχιτσέλιγκας του στίχου, μου είπε. Έχει κο­πάδια στίχους και τους σαλαγάει στα ποιητικά του τα μαντριά!

- Αμέ τι έχου, Μίχου!... είπε ο Κρυστάλλης με την ηπειρωτική προφορά του, καρφώνοντας τα μάτια στο πάτωμα.

Αργότερα το παρατήρησα πως όσες φορές μας δεχό­τανε ο Μητσάκης μ’ αυτή την αδαμιαία περιβολή του, ο Κρυστάλλης ποτέ δε σήκωνε τα μάτια του από το πά­τωμα. Ντρεπότανε. Έτσι, σεμνό παιδί που ήτανε, δεν μπορούσε να υποφέρει την αδιάντροπη γυμνότητα του φίλου μας.

Τον Κρυστάλλη τον αγαπούσε πολύ ο Μητσάκης και τον εχτιμούσε υπερβολικά, και σαν άνθρωπο και σαν ποιητή. Για μένα, ήταν αδιάφορο το άτομο και η ποίησή του δε με συγκινούσε και τόσο. Η δημοτική γλώσσα και η δημοτική  ποίηση  δε μου  ήτανε ακόμα τόσο γνώριμες, δεν τις είχα μελετήσει συστηματικά, ακόμα δεν είχα καλομπεί στην ουσία τους. Σιγά σιγά όμως ο άνθρωπος άρχισε να μου αρέσει. Ήτανε ένα παιδί σεμνό, ντροπαλό, μαζεμένο και γεμάτο καρδιά. Δούλευε στοιχειοθέτης στο Τυπογραφείο Παπαγεωργίου, που ήτανε τότε στην οδό Εδουάρδου Λω, για να βγάζει το ψωμί του (το μεροκάματο του τρεις ή τέσσερις δρα­χμές, θυμάμαι) και πηγαίναμε κάθε δειλινό, ο Μητσά­κης κι εγώ, και τον καρτερούσαμε να σκολάσει απ’ τη δουλειά του. Ο Κρυστάλλης έβγαινε πάντοτε τελευταίος από το τυπογραφείο, με μια μικρή τσοπάνικη αγκλίτσα στο χέρι, και πηγαίναμε μαζί ή προς το Ζάππειο ή προς τα Πατήσια - όπου μας έσπρωχνε το κέφι μας. Όταν αν­ταμώναμε όμορφες κοπέλες στον περίπατο μας, ο Μη­τσάκης του ’λεγε φωναχτά:

- Σαλάγα τες, ορέ τζομπάνο, τις γίδες! Σαλάγα τες! Κι ο Κρυστάλλης ντρεπότανε και του ’λεγε:

- Δεν πάει, ρε Μίχου δεν πάει!

- Άμε τι πάει, ρε Κώτσου, τι πάει; φώναζε ο Μη­τσάκης και γελούσε ώρα.

Σ’ έναν απ’ αυτούς τους περιπάτους, θυμάμαι, πίσω από το Στάδιο που είχαμε φτάσει, χωρίς ναν το νιώσουμε με τις κουβέντες, μάς απάγγειλε ο Κρυστάλλης τον αθάνατο «Τσέλιγκά του», που τον είχε «σκαρώσει» την περα­σμένη νύχτα, καθώς μας βεβαίωνε.

Ήθελα να ’μουν τσέλιγκας να ’μουν κι ένας σκουτέρης,

να πάω να ζήσω στο μαντρί, στην ερημιά, στα δάση,

να ’χω κοπάδι πρόβατα, να ’χω κοπάδι γίδια,

κι ένα σωρό μαντρόσκυλα, να ’χω και βοσκοτόπια.

Το καλοκαίρι στα βουνά και το χειμώ στους κάμπους...

Απ’ αυτό το τραγούδι για χρόνια ύστερα ο Μητσά­κης συχνοαπάγγελνε φωναχτά δυο στίχους. Το στίχο:

Να ’χω από πάλιουραν βορό και

στρούγκα από ροδάμι...;

και τον άλλο στίχο, που τον εύρισκε ομορφότερο:

…να ’χω και κόρην όμορφη,

στεφανωτή μου να ’χω,

να μου βοηθάει στο σάλαγο,

να μου βοηθάει στα γρέκια ...

- Όρέ Κώτσου, του φώναζε κάθε τόσο, εσύ ύψω­σες το Δημοτικό τραγούδι ίσαμε το χρυσόθρονο της Τέχνης!...

- Αμί τι ύψουσα, πανάθεμά το!... απαντούσε ντρο­παλά εκείνος.

Κάποτε τους διάβασα κι εγώ ένα τραγούδι μου, τον «Πόθο». Ο Μητσάκης το βρήκε καλό, ο Κρυστάλλης στραβομουτσούνιασε:

- Αρρωστιάρικος πόθος! μουρμούρισε. Εσείς, που ζείτε στις πολιτείες, τέτοιους πόθους έχετε πάντα!...

- Άμε σεις που ζείτε στις στρούγκες και στα μαν­τριά τι πόθους έχετε; τόνε ρώτησα πειραγμένος.

Ύστερ' από λίγες μέρες μου έδωσε την απάντηση με το «Σταυραετό» του.

- Να, οι δικοί μου πόθοι! μου είπε σα μας τον απάγγειλε στο σπίτι της οδού Αλωπεκής.

Ο Μητσάκης καταγοητεύτηκε από το ποίημα, εγώ άρχισα να τον ενοχλώ με το τι σημαίνει αυτή η λέξη και τι σημαίνει εκείνη, μα ο Κρυστάλλης έμεινε ασυγκίνητος σα να μη μας πρόσεχε καθόλου. Και τι να μας προσέξει; Αυτός ήταν κι έμενε ένα παραστρατισμένο τσοπανόπουλο, που είτε στο τυπογραφείο του Παπαγεωργίου δούλευε, σκύβοντας όλη μέρα πάνω από τα τυπογραφικά στοι­χεία κι αναπνέοντας το δηλητηριώδικο αντιμόνιο, είτε μαζί μας περπατούσε, είτε στη Βιβλιοθήκη της Βουλής για ώρες μελετούσε δημοτικά τραγούδια και Βαλαω­ρίτη, η ψυχή του πετούσε ψηλά, στα βουνά της πατρί­δας του, και ζούσε τη ζωή της στάνης, που τόσο τον τραβούσε και τόσο υπέροχα την τραγούδησε.

Στο καλύτερο του ποίημα, στο «Σταυραετό» του, φα­νερώνει όλον αυτόν τον κρυφό του πόνο και τον πόθο του:

Από μικρό κι απ’ άφαντο πουλάκι, σταυραητέ μου,

Παίρνεις κορμί με τον καιρό και δύναμη κι αγέρα

 Κι απλώνεις πήχες τα φτερά και πιθαμές τα νύχια

Και μες στα σύγνεφα πετάς, μες στα βουνά, ανεμίζεις·

Φωλιάζεις μες στα κράκουρα, συχνομιλάς με τ’ άστρα,

Με τη βροντή ερωτεύεσαι, κι απιδρομάς και παίζεις

Με τ’ άγρια αστροπέλεκα και βασιλιάν σε κράζουν

Του κάμπου τα πετούμενα και του βουνού οι πετρίτες.

 

Έτσι «γεννήθηκε μικρός κι ο πόθος μου στα στήθη,

Κι απ’ άφαντο, κι απ’ άπλερο πουλάκι, σταυραητέ μου.

Μεγάλωσε, πήρε φτερά, πήρε κορμί και νύχια

Και μου ματώνει την καρδιά, τα σωθικά μου σχίζει·

Κι έγινε τώρα ο πόθος μου αητός, στοιχειό και δράκος

Και τρώει κρυφά τα σπλάχνα μου,- κουφοβοσκάει τη νιότη.

 Μπεζέρισα να περπατώ στου κάμπου τα λιοβόρια.

Θέλω τ’ αψήλου ν’ αναβώ, ν’ αράζω θέλω, αητέ μου.

Μες στην παλιά μου κατοικιά, στην πρώτη τη φωλιά μου·

Θέλω ν' αράζω στα βουνά, θέλω να ζάω μ’ εσένα·

Θέλω τ’ ανήμερο καπρί, τ’ αρκούδι, το πλατόνι,

Καθημερνή μου κι ακριβή να τα ’χω συντροφιά μου.

Κάθε βραδούλα, κάθε αυγή, θέλω το κρύο τ’ αγέρι

Να ’ρχεται από τη λαγκαδιά, σα μάνα, σαν αδέρφι

Να μου χαϊδεύει τα μαλλιά και τ’ ανοιχτά μου στήθη,

 

Θέλω η βρυσούλα, η ρεματιά, παλιές γλυκιές μου αγάπες,

Να μου προσφέρνουν γιατρικό τ’ αθάνατα νερά τους,

Θέλω του λόγγου τα πουλιά με τον κελαηδισμό τους

Να με κοιμίζουν το βραδύ, να με ξυπνούν το τάχυ,

Και θέλω να ’χω στρώμα μου να ’χω και σκέπασμα μου

Το καλοκαίρι τα κλαδιά και τον χειμώ τα χιόνια.

Κλωνάρια απ’ αγριοπρίναρα, φουρκάλες από ελάτια

Θέλω να στρώνω στοιβανιές κι απάνου να πλαγιάζω,

Ν’ ακούω τον ήχο της βροχής και να γλυκοκοιμιέμαι.

 

Από ημερόδενδρον, αητέ, θέλω να τρώω βαλάνια,

Θέλω να τρώω τυρί αλαφιού και γάλα απ’ άγριο γίδι·

Θέλω ν’ ακούω τριγύρα μου πεύκα κι οξιές να σκούζουν,

Θέλω να περπατώ γκρεμούς, ραϊδιά, ψηλά στεφάνια·

Θέλω κρεμάμενα νερά δεξιά ζερβά να βλέπω,

Θέλω ν’ ακούω τα νύχια σου να τα τροχάς στα βράχια,

Ν’ ακούω την άγρια σου κραυγή, τον ίσκιο σου να βλέπω.

Θέλω, μα δεν έχω φτερά, δεν έχω κλαπατάρια,

Και τυραννιέμαι, και πονώ, και σβιέμαι νύχτα μέρα.

Παρακαλώ σε, σταυραητέ, για χαμηλώσου ολίγο,

Και δώσ’ μου τες φτερούγες σου και πάρε με μαζί σου,

Πάρε με απάνου στα βουνά, τι θα με φάει ο κάμπος!

 

Όπως, αληθινά, και τον έφαγε.

 

Το κλισέ του Κώστα Κρυστάλλη  φιλοτεχνήθηκε από το Μίμη Παπαδημητρίου

 

 

 Επιστροφή στα Περιεχόμενα

 Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ