ΑΧΙΛΛΕΥΣ ΠΑΡΑΣΧΟΣ
Τον Παράσχο τον πρωτοείδα από κοντά και τον πρωτάκουσα ν’ απαγγέλνει στη σάλα του «Παρνασσού», του παλιού «Παρνασσού», που ήτανε αντικρύ στο Υπουργείο των Ναετικών, όπου σήμερα το καφενείο «Χ. Τρικούπης» κι άλλα διάφορα μαγαζιά και γραφεία.
Στη σάλα εκείνη, πριν κάνω τη... φιλολογική καριέρα μου, πήγαινα ταχτικά, από μαθητής ακόμα, μια δυο φορές τη βδομάδα -δε θυμάμαι ποιες - κι άκουγα διάφορους ρήτορες και ποιητές να ναρκισσεύουνται από το βήμα του.
Ένα βράδυ άκουσα και τον Παράσχο. Η σάλα ήτανε ασφυχτικά γεμάτη από νωρίς. Εγώ ήμουνα στριμωγμένος, ολόρθος, στον τοίχο, πλάι σ’ ένα παράθυρο και καρτερούσα μ’ εγκαρτέρηση κι αγωνία την κρίσιμη ώρα. Επιτέλους έφτασε κι η κρίσιμη ώρα και μαζί της έφτασε κι ο Παράσχος, με ολόμαυρα, από τα μαλλιά του και το μούσι του, ίσαμε τις μύτες των παπουτσιών του. Μόνο το πουκάμισο του ήτανε λευκό, τα χειρόγραφα που κρατούσε στα χέρια και το χαμόγελό του.
Ο κόσμος τον υποδέχτηκε με χειροκροτήματα. Έριξε μια ματιά στην κοσμοπλημμυρισμένη σάλα, ξαναχαμογέλασε σα να μας μακάριζε - έτσι μου φάνηκε τότε - που θα τον ακούσουμε κι αμέσως αρχίνησε ν’ απαγγέλνει με τρεμουλιάρα και θεατρινίστικη φωνή, σέρνοντας τα ρ και τα επιφωνήματα, ένα τρομερό έμμετρο κατηγορητήριο κατά του... πολιτισμού, που τ’ άρχιζε με τους ακολούθους ταμπουρλώδικους στίχους:
Αν ό,τι βλέπω κράζεται
τοσούτον άλλοκότως
πολιτισμός και πρόοδος
και φως φωτίζον τ’ όμμα...
ώωωωω! τότε είμαι βάρρρρβαρος!
ώωωωω! τότε θέλω σκότος...
Φέγγει και η του τάφου δας
αλλά φωτίζει πτώμα…
Οι στίχοι αυτοί έχουν από τότε σφηνωθεί στο μυαλό μου, σαν τιμωρία, καθώς και ο αθάνατος στίχος του της ίδιας βραδιάς, που κατακουρελιαζότανε ο Ζολά:
Αντί του Ούγκου (του Ουγκώ δηλ.), ο Ζολά,
η μούσα του βορβόρου ...
Φαίνεται πως εκείνο το βράδυ δεν έφυγα και τόσο ενθουσιασμένος από τη σάλα του «Παρνασσού» - ίσως γιατί ο ριζοσπαστισμός μου κι ο φιλονεϊσμός μου, αφορμάριστα ακόμα και τα δυο, βρισκόντανε από τότε σ’ εμβρυακή κατάσταση μέσα μου, ίσως και γιατί τα κηρύγματα τα ριζοσπαστικά του «Ραμπαγά» και του «Μη Χάνεσαι» κατά του παραξεκοντακιασμένου και παραξεκουτισσμένου ρομαντισμού, βρίσκανε γόνιμο έδαφος στην ψυχή μερικώνε τότε νέων.
Του κάκου ο Ροΐδης βροντοφώναζε στον κριτικό καυγά του, τον ιστορικό, με τον Άγγελο Βλάχο, πως δυο αληθινοί ποιητές υπάρχουνε στην Ελλάδα, ο Βαλαωρίτης και ο Παράσχος. Για το Βαλαωρίτη, δεχόμαστε τη γνώμη του ανεπιφύλαχτα. Για τον Παράσχο όμως είχαμε πολλές επιφύλαξες. Διάβολε! Πολλούς στίχους του τους απαγγέλναμε στο Πανεπιστήμιο χαχανίζοντας. Ο Κανάρης του, που ήτανε:
Θανάτου δισκοπότηρο
στου κεραυνού το χέρι
δε μας συγκινούσε, και δε δρέπαμε
εις του Μαΐου τους φαιδρούς
κι ευώδεις παραδείσους
ναρκίσσους, γιατί το είχαμε πια μάθει από τη Βοτανική πως οι νάρκισσοι δε λουλουδίζουνε το Μάη.
Όσο όμως κι α δε μ’ ενθουσίαζε η ποίησή του, ο άνθρωπος με καταμάγευε και δε χόρταινα να πηγαίνω να τον κρυφοκαμαρώνω συνηθέστατα στο κεντρικό τότε καφενείο Γιαννόπουλου, όπου σήμερα το βιβλιοπωλείο Ελευθερουδάκη, να κάθεται στο τραπέζι, στη γωνιά Σταδίου και Συντάγματος, μόνος ή με συντροφιά και να ρουφάει μακαρίως τον ερατεινό του - όπως ρομαντικότατα αποκαλούσε τον καφέ.
Είχε κάτι επιβλητικό, και κάτι που σε τραβούσε, το εξωτερικό του. Όχι μοναχά το ντύσιμο του, το επίσημο πάντοτε, με τα ολόμαυρα ρούχα του και με το ψηλό του καπέλο, ακόμα και με μια γούνα βαρύτιμη, που την είχε φέρει, φεύγοντας από την Οντέσα, όπου χρημάτισε άλλοτε πρόξενος της Ελλάδας, αλλά και μια μελαχολία ελαφριά απλωμένη στα χαραχτηριστικά του, σου επιβάλλανε ναν τόνε σέβεσαι και ναν τόνε συμπαθείς. Με το όλο του σου φώναζε:
- Να, εγώ είμαι ποιητής, εγώ είμαι Παράσχος... Πρόσεξε με...
Αντίθετά του, οι άλλοι τότες ποιητές, που μας τραβούσανε περισσότερο εμάς τους νέους, Παλαμάς, Βιζυηνός Προβελέγγιος και η ποιητική πλειάδα του «Ραμπαγά» και του «Μη Χάνεσαι» (Δροσίνης, Πολέμης, Στρατήγης, Νίκος Καμπάς κλπ.), παιδιά οι περισσότεροι ακόμα, δεν είχανε τίποτα το ξεχωριστό στο εξωτερικό τους, δεν παίρνανε πόζα ποιητή, στους δρόμους, ήτανε τύποι κοινοί, κοινότατοι.
Σαν τόνε γνώρισα από κοντά, είχα τυπώσει το πρώτο βιβλίο μου «Πρώτοι στίχοι», όπου σε κάποιο τραγούδι μου μιλούσα με νεανική ανευλάβεια για την ποίηση του, κι έτσι τον πλησίασα με τ’ αυτιά κατεβασμένα. Ήτανε με το φίλο μου δικηγόρο Γιάννη Μανολάτο, ταχτική παρέα του τότε, και σα με σύστησε ο Γιάννης, δεν έδειξε πως μου κρατάει καμιά κάκια, αν και, καθώς μου είπε, με είχε ακουστά, το ’ξερε τ’ όνομά μου.
Ήτανε βράδυ καλοκαιριάτικο κι ανταμωθήκαμε στο Σύνταγμα.
- Πάμε στου Ορφανίδη; πρότεινε ο Παράσχος.
Και τραβήξαμε από την οδό Φιλελλήνων για τον Κήπο Ορφανίδη, όπου σήμερα η μπασιά του Ζαππείου.
Εκεί, σιμά στη Ρούσσικη εκκλησία, κοντοσταθήκαμε.
- Για σταθείτε! είπε αφελέστατα ο Παράσχος. Έχουμε τ’ απαιτούμενα για τους ερατεινούς; Εγώ δυο δεκάρες έχω μοναχά.
- Έχω και γω άλλες τρεις δεκάρες! είπε ο Μανολάτος.
- Και γω άλλες δυο! πρόστεσα εγώ.
- Ωωωω! τότε υπεραρρρρκούνε! συμπέρανε ο Παράσχος και βάλαμε πλώρη για του Ορφανίδη, όπου αράξαμε τρισευτυχισμένοι και τρισμακάριοι.
Άλλο ένα βράδυ τον ξαναντάμωσα στο Σύνταγμα, πάλι με το Μανολάτο. Εκείνος στη μέση με την πανύψηλη καπελαδούρα του, και μεις στα πλάγια του, υπερύψηλοι κι οι δυο μας. Κόβαμε ώρα βόλτες πάνω κάτω, ίσως γιατί θα μας λείπανε τ’ απαιτούμενα για τους ερατεινούς. Περπατούσαμε δίχως να μιλούμε. Να σου σε λίγο μας κολλάει κι ο Μάρκος ο Σιγάλας, λαλίστατος. Όλο και στον Παράσχο μιλούσε που θα ’χε, φαίνεται, ακεφιά και που τ’ απαντούσε με μονόλεξα. Ξαφνικά, μας σταματάει στη μέση της πλατείας, του ρίχνει μια αγριοματιά και του πετάει κατακέφαλα το αυτοσκέδιο τούτο επίγραμμα:
Και τούτο το αμφίβιο
- Σιγάλας ο Θηραίος -
ακόμα είναι φοιτητής...
Έχει καιρόν ο νέος!
Γελάσαμε. Μπορεί να γέλασε κι ο Σιγάλας. Δε θυμάμαι.
Το κλισέ του Αχιλλέα Παράσχου φιλοτεχνήθηκε από το Μίμη Παπαδημητρίου