ΠΑΝΟΣ Δ. ΤΑΓΚΟΠΟΥΛΟΣ
ΜΕΛΛΟΘΑΝΑΤΟΙ
«Ave. Caesar, morituri ie sal'aiaai...a
Ο Ταγματάρχης με φώναξε στη σκηνή του. Και με βαριά φωνή κι αυστηρό ύφος, που δεν το ’χα ξαναδεί στην καλοκάγαθη μορφή του, μου ’δωσε οδηγίες και με διάταξε να οδηγήσω εγώ τους δυο Βουλγάρους αιχμαλώτους στην Τουρίκα, που ήτανε η έδρα της Μεραρχίας μας.
Έσκυψα το κεφάλι μου. Και δεν έβγαλα μιλιά. Πήρα από τα χέρια του το φάκελο με το έγγραφο, ζώστηκα την εξάρτηση με το περίστροφο, και με το μικρό απόσπασμα ξεκίνησα, ενώ στ’ αυτιά μου αντηχούσανε τα στερνά λόγια του Διοικητή μου:
—Σε καθιστώ προσωπικώς υπεύθυνο, λοχία!
Είχανε πιάσει τους δυο ανθρώπους το πρωί, στα μεταγωγικά της Μοίρας. Κάποιος πυροβολητής που ’χε ξυπνήσει νωρίς και τραβούσε στη φτέρη ανάμεσα, ένιωσε τα βάτα δίπλα του να σαλεύουνε. Στην αρχή θάρρεψε πως ήτανε κανέν’ αγριογούρουνο. Ύστερα όμως είδε μια φυσιογνωμία περίτρομη και δυο χέρια να υψώνουνται, σε σημείο υποταγής, ψηλά. Ζύγωσε, φώναξε, και πιάσανε τον πρώτο αιχμάλωτο. Σε λίγο μαρτυρήθηκε κι ο δεύτερος!
Το μαντάτο μαθεύτηκε αμέσως. Κι ήτανε για όλους περίεργο. Περίεργο στ’ αλήθεια! Δυο Βούλγαροι, πίσω από τις ελληνικές προφυλακές, και μέσα στα μεταγωγικά του Πυροβολικού, -δηλαδή, κάπου τρεις ώρες δρόμο απ’ την εχτρική παράταξη,—γέννησε αμέσως τη σκέψη πως οι δυο αιχμάλωτοι, δεν ήτανε κοινοί αιχμάλωτοι πολέμου, μα κατάσκοποι φοβεροί, που ήρθανε μες στις γραμμές μας να δούνε, να μελετήσουνε και να μας προδώσουνε ύστερα στους δικούς τους.
Όχι όμως! Οι σκέψες αυτές βγήκανε λαθεμένες. Οι δυο δυστυχισμένοι αυτοί άνθρωποι δεν είχανε φύγει απ’ τις εχθρικές γραμμές. Ερχόντουσαν από πέρα, μακρύτερα, κι η νοσταλγία της Πατρίδας, τους είχε ρίξει στα χέρια τα δικά μας.
Όπως μαθεύτηκε από την πρόχειρη ανάκριση που τους έκανε κάποιος αξιωματικός στο Επιτελείο, οι δυο Βούλγαροι ερχόντουσαν πέρ’ απ’ το Νάρες, κοντά στη Θεσσαλονίκη, όπου εργαζόντουσαν ως αιχμάλωτοι πολέμου στα λατομεία που διευτύνανε οι Εγγλέζοι. Είχανε λιποταχτήσει από κει και περπατήσανε τέσσερις νύχτες ολάκερες για να περάσουνε στο βουλγάρικο μέτωπο, πλάι στους δικούς τους, στη γυναίκα ίσως, στη μάννα, στα παιδιά τους.
Η χάλκινη κακοπαθιασμένη όψη τους έδειχνε τα μαρτύρια που είχανε περάσει. Τέσσερις μέρες θραφήκανε με ξυνόμηλα και βατόμουρα και με τ’ αχλάδια που ρίχνανε οι γινωμένες αχλαδιές. Και τα ρούχα τους, κουρελιασμένα, μόλις ντύνανε τα ξυλιασμένα και στεγνά απ’ την κακοπέραση κορμιά τους. Τα δάχτυλα των ποδιών μελανιασμένα, και το πέλμα σκισμένο απ’ τ’ αγκάθι. Τα υποδήματα, χάλια ! Λουρίδες από δέρμα κομματιασμένο...
Οι δυο δυστυχισμένοι αυτοί άνθρωποι ήτανε τώρα στη διάθεση μου. Κι είχανε να βαδίσουνε μαζί μου είκοσι οχτώ μετρημένα χιλιόμετρα ίσαμε να φτάσουμε στη Μεραρχία. Τους είχα μες στη μέση των τεσσάρων αντρών μου και κατεβαίναμε αργά το λόφο για να βγούμε στον ανοιχτό δρόμο.
Ήξερα καλά τι θα πει : «Αιχμάλωτοι πολέμου δραπετεύσαντες!» Και ποια τιμωρία τους περίμενε, ήξερα... Κι έτσι, όπως σέρνανε με κόπο τα κουρασμένα βήματα τους, εγώ, δίπλα τους, ένιωθα την ψυχή μου να σφίγγεται..
Ο ήλιος καυτερός, αυγουστιάτικος, μακεδονίτης, έριχνε τις αχτίδες του σαν πυρωμένα σπαθιά. Ζέστη αφόρητη. Ωστόσο, όσο περνούσαμε στα ελάτια και στις βαλανιδιές ανάμεσα, είχαμε κάποιον ίσκιο χλιαρό να κόβει το κάμα... Όταν όμως κατεβήκαμε στην Εφοδιοπομπή κάτω, κι ανοίχτηκε γυμνός ο κάμπος, χωρίς δέντρα και ίσκιο, η κάψα η θεριακωμένη λιγούσε τα γόνατα και το ’νιωθα πια πως δύσκολο θα ’τανε να πάρουμε βήμα.
Υποφέραμε όλοι για καλά. Οι άντρες μού ζητήσανε να ξεκουραστούνε. Κι οι δυο μελλοθάνατοι, με τις φλέβες πεταγμένες στα μελίγγια, με τα μάτια έξω απ’ τις κόγχες και με τον ίδρωτα να σκάβει τη χάλκινη όψη τους, - βαριανασαίνανε καθισμένοι σε μια πέτρα.
Ζήτησα με το τηλέφωνο απ’ το Επιτελείο να μου επιτρέψουνε να πάρω άλογο. Κι η απάντηση ήρθε αμέσως. Δυο απ’ τους στρατιώτες μού σελώσανε κάποιο μαύρο αλογάκι, το μόνο καλύτερο, κοκαλιάρικο, αδύνατο, και πληγιασμένο στη ράχη από τη σέλλα. Η τραγωδία έτσι συμπληρωνότανε τέλεια. Πριν ξεκινήσουμε όμως, παρακάλεσα τον επιλοχία του Εφοδιασμού κι έδωσε κάτι στους αιχμαλώτους. Ο ένας, με τα λίγα εγγλέζικα που ’ξερε, μ’ ευχαρίστησε. Ο άλλος έδειξε την ευγνωμοσύνη του με τα θολά κατάμαυρα μάτια του, και με χειρονομίες. Κι οι δυο μαζί φάγανε, σαν πεινασμένοι λύκοι, με μεγάλες μπουκιές....
Θα ’τανε μια τ’ απομεσήμερο σαν ξεκινήσαμε πάλι. Ο κάμπος έβραζε. Το κάμα δυνατό, αφρισμένο, έτρεχε πέρα σαν ασπέδιστο σύγνεφο, πουπουλένιο, αχνό, άλλα πύρινο. Μια βαριά, πνιχτική αναθυμιά ξεχυνότανε απ’ τα έλη της Μπούτκοβας. Οι πυροβολητές, με τα όπλα στους ώμους, περπατούσανε αράθυμα, κουρασμένα, και με τα χέρια πεσμένα μ' ατονία. Κανένας δε μίλαγε. Οι αιχμάλωτοι, με τα κεφάλια ριγμένα κάτου, σαν το ζευγάρι στο ζυγό. Και γω στο μαύρο, κοκαλιάρικο άλογο, - αρχηγός της πιο θλιβερής συνοδείας.
Περνούσαμε έτσι, χωράφια λησμονημένα από καιρό, πνιγμένα στ’ αγκάθι που θερίευε και που έφτανε, σ’ ορισμένα μέρη, να μας σκεπάζει. Δυο τρεις αχλαδιές, παράμερα, δένανε τον ώριμο καρπό τους, ανίδεες στη μεγάλη καταστροφή. Πού και πού ακουγότανε, στο μέρος της Δοϊράνης, να βροντά το κανόνι, και τα συνορικά βουνά τρεμοσαλεύανε απ’ το βόγκο.
Στο ψήλωμα ενός λόφου κοντοσταθήκαμε λίγο. Κάτω, τ’ απαίσια έλη της Μπούτκοβας, απλώνανε τη μαύρη σκιά τους και το βουρκάδι έβραζε με το κάμα. Σ’ έπνιγε η αναθυμιά. Η κίτρινη αρρώστια, ο πυρετός, θ’ άνοιγε με το δειλινό τα φτερά του.
Το Μπέλεσι, αγνάντια, όρθωνε τ’ άγριο κορμί του, σα φοβέρα στον κάμπο. Το λοφάκι, που ’χαμε μείνει, έμοιαζε σα γονατισμένη καλογριά μπροστά στον αιματοπότη θεό. Έσφιγγε κάμπο και βράχια με το γιγαντένιο, πλατύστερνο σώμα του. Κι οι δυο αιχμάλωτοι, που έτσι τώρ’ αγναντεύανε μια γωνιά της Πατρίδας, κοιτάγανε το Μπέλεσι με βουρκωμένα μάτια, και ποιος ξέρει τι να ’πλαθε το μυαλό τους ! —Πορρόγια, Στάρσια, μου ’πε ο πιο νέος, Και γω, που ήξερα πως «Στάρσια» θα πει βουλγαρικά λοχίας, και ποια ήτανε τα Πορρόγια, τον είδα ν’ αγναντεύει τα δυο κατάλευκα χωριά, που μες στην αγριάδα του βουνού μοιάζανε, με τ’ άσπρα συμμετρικά τους σπιτάκια, σαν παρθένα ολόδροσα κρίνα.
Ωστόσο η μέρα προχωρούσε και γω είχα διαταγή να φτάσω το γληγορότερο στην Τουρίκα. Δε με σύφερνε άλλωστε να βραδιάσω στο δρόμο. Και ξεκίνησα πάλι. Οι δυο αιχμάλωτοι, ξεθαρρεμένοι λίγο, μιλούσανε τώρ’ αναμεταξύ τους και πότε πότε με παρακαλούσανε μ’ ένα στερεότυπο: «Στάρσια, στοπ!» να σταματήσουμε κάπου.
Κουρασμένοι από το δρόμο και ποιος ξέρει με την ψυχή σε τι χάλια, δύσκολα παίρνανε βήμα. Οι δικοί μου φωνάζανε κάθε τόσο, κι ένας απ’ αυτούς μού πρότεινε ναν τους ξεκάνουμε, - αφού μάλιστα είχα και διαταγή να τους ρίξω αν φύγουνε, - για να φτάσουμε γληγορότερα πέρα. Το σκυλί! Μ’ ανατρίχιασε. Τον αγριοκοίταξα και τον έστρωσα μπροστά.
Οι δυο άμοιροι! Αιχμάλωτοι Πολέμου! Άραγε να ’χανε τέτοια ψυχή, σαν του δικού μας; Οι μαύροι κύκλοι που ήτανε πάνω στ’ αμπέχονα, και που λέγανε πόσα μαρτύρια περάσανε σπάζοντας λιθάρι στους Εγγλέζους, με βεβαίωναν πως τ’ αγρίμι έγινε άνθρωπος και πως η ζωή του ανθρώπου δεν ποθούσε πια τον καπνό του πολέμου. Αυτοί να περάσουνε θέλανε στα χώματα τα δικά τους, να βρούνε το παλιό το σπιτάκι, την αγκαλιά της γυναίκας, της μάνας...
Σιγά σιγά και με χίλιους σταθμούς, πιάσαμε τα μισά του δρόμου. Είχαμε φτάσει στο Δέλτα του Στρυμόνα, όταν ο ήλιος έγειρε πέρα στα βουνά της Δοϊράνης. Η δύση άγρια, πολεμόχαρη, κατακόκκινη, και με τα σύννεφα σαν κομμάτια αιματοστάλαχτες σάρκες, να κρέμουνται στα βουνά και στις ράχες.
Κάτι μου ’σφιγγε την καρδιά μου! Πονούσα εκείνη την ώρα! Συλλογιόμουνα το σπίτι μου, τους δικούς μου, τον τόπο μου, και πονούσα τον Άνθρωπο, που τον είχε τάξει μια Μοίρα να κομματιάζεται για ξένα σ’ αυτόνε ιδανικά! Και πονούσα περισσότερο για τα δυο κουρασμένα εκείνα κορμιά, που είχανε από τώρα την ψυχή τους στα χείλια και που εγώ, άθελά μου, τα οδηγούσα στο θάνατο!
Με την ψυχή μου, έτσι βαρεμένη, άφησα το Δέλτα πίσω και πιάσαμε, στην πυκνή δεντροσειρά, το δρόμο της Κόπριβας. Οι πινακίδες, που ήτανε στην άκρη του δρόμου, συμβουλεύανε να βαδίζουμε σε αραιά διαστήματα. Είμαστε ακριβώς απέναντι στο Δεμίρ-Ισάρ και στο σημείο αυτό γινότανε η μεγαλύτερη δράση του εχτρικού πυροβολικού. Κάποια ορειβατική πυροβολαρχία έκανε βολή φραγμού, κι οι οβίδες περνούσανε σφυρίζοντας πάνου απ’ τα κεφάλια μας!
Τρομαγμένοι ακολουθούσανε οι αιχμάλωτοι. Ο κρότος του κανονιού έκανε τους παλιούς πολεμιστάδες να τρέμουνε. Είχανε ξεμάθει. Κι ο ένας, που είχε πιαστεί αιχμάλωτος στην Τζουμαγιά, τώρα τήνε θωρούσε καταμεσής του κάμπου μ’ αδιάφορο βλέμμα. Μόνο το ποτάμι κοιτούσε καλά που ξεκίναγε πέρ’ από τα βουνά του τόπου του, για να του φέρει, ποιος ξέρει, ποια μυστικά μηνύματα.
Αργά, το βράδυ, φτάσαμε στην Τουρίκα Το τηλεφωνείο της Μοίρας είχε σπάσει να ρωτάει αν φτάσαμε η όχι! Μάντευα τι με περίμενε στο γυρισμό! Δρόμο που έπρεπε να τον κάνω για πέντε ώρες, τον είχα καταφέρει σ’ εννιά και περισσότερο...
Τους παράδωσα στο Αρχηγείο! Και γύρισα πίσω στο Σώμα μου. Με τιμωρήσανε όχι και λίγο! Μα τι μ’ ένοιαζε η τιμωρία εκείνη! Φτάνει που είχα γλυκάνει τις στερνές στιγμές δυο ανθρώπων!...
(Μέτωπο του Στρυμόνα, Αύγουστος 1918)