ΠΑΝΟΣ Δ. ΤΑΓΚΟΠΟΥΛΟΣ
ΘΑΝΑΤΑΣ
Μετά την ανακωχή, η Μεραρχία μας πήγε και κατασκήνωσε στις εκβολές του Στρυμόνα, στο Τσάγεζι. Πιάσαμε τα υψώματα γύρω στο Κρούσοβο και αρχίσαμε να ετοιμάζουμε τα χειμωνιάτικα τσαρδάκια μας, με καλαμιές από το ποτάμι και με λαμαρίνες που τις βρίσκαμε σκορπισμένες στον Εγγλέζικο καταυλισμό. Μόλις έδωσε ο Θεός και τελειώσαμε την καινούρια μανούβρα, έπεσε το πρώτο Μακεδονίτικο χιόνι, πυκνό, παρθένο, ανέγγιχτο και άσπρισε ο τόπος γύρω, ντυθήκανε νυφιάτικα τα βουνά, οι λόφοι, το Παγγαίο και αντίκρυ το Αγιονόρος, που φάνταζε χιονισμένο σαν ένα κάτασπρο αναποδογυρισμένο χωνί. Δεν κοτούσε να ξεμυτίσει κανείς από το κρύο. Ο Μπουρνελάκης, - ο στρατιώτης μου - δώσ’ του και άναβε φωτιά με πουρναρόριζες σ’ ένα παλιό κράνος, που είχε βρει στον εγγλέζικο καταυλισμό και το απίθωνε σ’ ένα μεγάλο αδειανό τενεκέ από μπισκότα, εγγλέζικο κι αυτόνε λάφυρο, ανοιγμένο και ψαλιδισμένο στις άκρες, για να μην καίγονται τα πλούσια χαλιά στο χώμα, κάτω, - δυο παλιές κουρελιασμένες στρατιωτικές κουβέρτες. Τη μέρα ζεσταινόμαστε γύρω στο αυτοσχέδιο αυτό μαγκάλι και τη νύχτα ακούγαμε τα τσακάλια να ουρλιάζουνε και ν’ απλώνονται οι μακρόσυρτες φωνές τους, σαν κλάματα μωρών παιδιών.
Ο Μπουρνελάκης, ένα αγαθότατο Κρητικόπουλο, ήτανε το δεξί μου χέρι σ’ όλη την εκστρατεία. Τον είχαμε πάρει ως αγγελιαφόρο στη Μοίρα, και μπορώ να πω, πως δεν είχαμε πέσει έξω στην εκλογή μας αυτή. Πάντοτε πρόθυμος, γελαστός, εκτελούσε ό,τι και αν του αναθέταμε κι όταν δεν είχαμε δουλειά στο Γραφείο, σκοτωνότανε να περιποιέται τον κυρ-λοχία του, που τον αγαπούσε σαν τα μάτια του τα δυο, καθώς έλεγε κάθε τόσο. Δεν ξεχνούσε ο καημένος ο Μπουρνελάκης, πως φάγαμε μαζί, τότε που είχαμε χαθεί από το Σώμα, πρωτοπορία με τις αποσκευές των αξιωματικών, δυο μέρες αντράκλα από τα χαντάκια και χοντρή βρώμικη σταφίδα από τα σακιά των μουλαριών.
- Θυμάσαι, κυρ-λοχία, την αντράκλα, μου έλεγε γελώντας! Ε! και να την είχαμε τώρα, που μήτε φύλλο πράσινο δεν άφησε η παγωνιά!
Σε λίγο για την καλή μας τύχη, έπεσε μαζί με το βαρύ χειμώνα και μια αρρώστια κακιά, που κομμάτιαζε το Στρατό. Δεν ήτανε κρυολόγημα εκείνο το θανατικό, δεν ήτανε σαν τη θέρμη που μας έλιωνε στα πόδια το καλοκαίρι. Η καινούρια επιδημία, που μας ήρθε πεσκέσι από κάτι αδειούχους στρατιώτες, που γυρίζανε από χωριά και πολιτείες μολεμένες, σάρωνε σαν ανεμοστρόφιλας ό,τι εύρισκε στο δρόμο της και φάνταζε στο πέρασμά της σαν το κοκαλιάρικο άλογο στου Στουκ με το Χάροντα καβαλάρη. Στην αρχή, πήγε και χτύπησε τα Πεζικά, που είχανε κατασκηνώσει κοντά στη μεγάλη σκάλα, στο Σταυρό. Και ύστερα από κει απλώθηκε σαν το μικρό συννεφάκι που σιγά σιγά μεγαλώνει και σκεπάζει όλο τον ουρανό.
Ο Μπουρνελάκης, ήτανε και σε τούτη την περίσταση ο πικρός μαντατοφόρος, που μας έφερνε τα θλιβερά μαντάτα, μαζί με τα έγγραφα που έπαιρνε κάθε πρωί από το ταχυδρομείο της Μεραρχίας.
- Απλώνεται ο Θανατάς, κυρ-λοχία μου, και να δούμε πως θα γλιτώσουμε και μεις!
Και όπως δεν ξέραμε καλά καλά τι αρρώστια ήτανε τούτη που μέσα σε λίγες μέρες έστελνε «συστημένο» το φαντάρο στην άλλη ζωή, έπλαθε ο καθένας στη φαντασία του ό,τι έφτανε και τήνε βάφτιζε όπως ήθελε, πανούκλα, βλογιά, χτικιό και δεν ξέρω τι άλλο. Ο Μπουρνελάκης μονάχα την έλεγε: Θανατά και με τη λέξη αυτή ζωγράφιζε όλη τη φρίκη που αιστανότανε βαθιά του.
Τέλος, σε λίγες μέρες, που μαζί με τα έγγραφα μας ήρθανε γράμματα και φημερίδες από την Αθήνα, μάθαμε πως ο θανατάς του Μπουρνελάκη ήτανε μια καινούρια επιδημία, που τήνε λέγανε γρίπη. Σάρωνε, γράφανε τα φύλλα, όλη την Ελλάδα και ξεκλήριζε σπίτια ολάκερα, ερήμωνε μεγάλες πολιτείες και τις έκανε μικρά χωριά σε λίγες μέρες, άπλωνε τις φτερούγες του το μαύρο πουλί του θανάτου παντού. Κανένας δε γλύτωνε όταν πήγαινε και άφηνε το θλιβερό του κρώξιμο στη σκεπή του σπιτιού. Έπαιρνε τον αφέντη και το δούλο, τον πλούσιο και το φτωχό, τον κοσμοπολίτη και τον αγρότη. Σε μικρό διάστημα, σε ώρες μέσα, έσβηνε από τον πίνακα της ζωής μια φαμελιά ολόκληρη, που το δέντρο της ρίζωνε και φούντωνε δυο και τρεις αιώνες, με χάρη και νιότη περισσή.
Ο Μπουρνελάκης κουνούσε το κεφάλι του περίλυπα κάθε φορά που του διάβαζα τα δυσάρεστα νέα και στο πρόσωπό του θαρρείς και περνούσε η φρίκη του θανάτου, χτυπημένη με μια κίτρινη κερένια βούλα. Η φωτιά με τη μικρούλα κόκκινη αντιφεγγιά της, δεν έσβηνε τη χλομάδα της φοβισμένης μορφής. Τα μάτια του, που είχανε πάντοτε μιαν ουράνια γαλήνη και μοιάζανε σαν τ’ απάνεμο γαληνεμένο ακρογιάλι, που δεν το ταράζει πελάγου τρικυμιά, τώρα με κοιτούσανε ανταριασμένα και με βλέμμα, λεπίδι σκληρό. Με πειράζανε στην ψυχή τα μάτια του Μπουρνελάκη, με χτυπούσανε δυνατά, όπως χτυπάει μια πέτρα τα κοιμισμένα της λίμνης νερά. Και όταν άκουγα εκείνο το «δε θα γλιτώσουμε κι εμείς, κυρ-λοχία» ένιωθα να μ’ αγγίζει το φτερό του θανάτου, να περνάει πολύ κοντά μου το μαύρο πουλί.
Πρώτος από τη συντροφιά μας, πήγε ένας καλοκάγαθος νησιώτης από τη Νάξο, που τον είχαμε μάγειρο των αξιωματικών στο Επιτελείο. Αυτός ίσαμε την τελευταία στιγμή έπαιζε τριάντα-ένα φανερό με τους άλλους συμπατριώτες του και ζέσταινε στη θράκα τα ξυλιασμένα του χέρια. Ήτανε παλικάρι εύρωστο, γεμάτο αφροντισιά και τραγούδι. Και όμως έγειρε μονομιάς, σαν το κεραυνωμένο ελάτι. Και τα χέρια του που τα ζέσταινε στη θράκα, δεν ξαναχαρήκανε το αρσενικό δεκατεσσάρι του άσσου-τρία, στο παιγνίδι που έπαιζε με τους άλλους συμπατριώτες του.
Μετά απ’ αυτόν πήγε άλλος κι ύστερα άλλος, ώσπου ήρθε και η σειρά του δυστυχισμένου μας Μπουρνελάκη, που φοβότανε τόσο το Θανατά. Το κακό τόνε βρήκε στο δρόμο καθώς γυρνούσε αξένιαστος καβαλάρης με το ταχυδρομείο της Μοίρας. Τόνε φέρανε σε άθλια χάλια, καταλασπωμένο και χτυπημένο στις πέτρες. Όταν τον απλώσανε σ’ ένα πρόχειρο φορείο για να τον πάνε οι νοσοκόμοι στο Β΄ ορεινό χειρουργείο, άρχισε να ξερνάει αίμα κατάμαυρο, λεκάνες ολόκληρες. Μόλις που πρόφτασα και τον είδα τη στιγμή που τον παίρνανε. Έριξε τα πονεμένα του μάτια επάνω μου και με κόπο αρκετό αργοκίνησε το χέρι του σ’ ένα τελευταίο θλιμμένο χαιρετισμό.
Οι στρατιώτες του μηχανικού σκάβανε από το πρωί ως το σούρουπο το χιονισμένο χώμα και ανοίγανε λάκκους βαθιούς για τους πεθαμένους φαντάρους. Τους θάβανε για ευκολία μαζί σ’ έναν τάφο και ο στρατιωτικός ιερέας της Μεραρχίας έψελνε βιαστικά τα νεκρώσιμα τροπάρια, στέλνοντας τις ψυχές εκεί που δεν υπάρχει ούτε πόνος, ούτε θλίψη και στεναγμός.
Μέσα σ’ έναν τέτοιο τάφο κοινό, μαζί με πόσους δεν ξέρω στρατιώτες θάφτηκε κι ο φτωχός μου ο Μπουρνελάκης. Τα φοβισμένα από τον ερχομό του θανάτου έξυπνα μάτια του σφαλίσανε για πάντα και μαράθηκε το χείλι που μου θύμιζε πως είχαμε κάποτε συνδεθεί με στενότερους δεσμούς, αχώριστοι φίλοι σε μέρες κοινής δυστυχίας.
Το καλύβι μου, σκεπασμένο με γυμνές λαμαρίνες και με πλεγμένα καλάμια, χωρίς φωτιά τώρα, και με χωνεμένη τη στάχτη στο άχρηστο κράνος, έμοιαζε σα να προσκαλούσε τον κρύο χειμώνα, σύντροφο της ερημιάς που με κύκλωνε. Και το βράδυ, που το χιόνι έπαιρνε κάποιες αντιφεγγιές μέσα στο σκοτάδι κι ήτανε σα να διαβαίνανε στον κατάλευκο τόπο οι ψυχές των αγαπημένων που χάσαμε, άκουγα με το σφύριγμα του βοριά, καθώς τίναζε φτερούγες άσπρες, τις μεγάλες νιφάδες, τα λόγια του φτωχού μου του φίλου, μήνυμα πικρό του θανάτου.
Όλη τη νύχτα ουρλιάζανε, πέρα στις όχτες του ποταμού, τα τσακάλια.
Στις εκβολές του Στρυμόνα Τσάγεζι- Δ)βρης 1918