ΠΑΝΟΣ Δ. ΤΑΓΚΟΠΟΥΛΟΣ
Ε, ΡΕ, ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΤΕ!
- Ε, ρε, χρόνια περασμένα, όμορφα, τίμια, νοικοκυρεμένα Αθηναίικα χρόνια.
Έκανες Χριστούγεννα τότε και χαιρότανε η ψυχή σου Χριστούγεννα. Ένιωθες να γεννιέται ο μικρός ο θεούλης «εν των αλόγων τη φάτνη και το αστέρι των Μάγων να σε φωτάει στο δρόμο.
Έσκαζες μύτη από την τσακιστή, έβγαινες λίγο από το γρέκι πιο έξω, και μπάνιζες χαρούμενο κόσμο να γυρίζει με χριστόψωμα και με ψώνια στο σπίτι.
Όλο γέλιο ψηλά οι ουρανοί. Έκανε πάντα κάτι λιακάδες χειμωνιάτικες τότε, να τις πιεις στο ποτήρι.
Ν’ ανοίξεις τη χούφτα σου και να μαζεύεις αράδα τον ήλιο.
Δεν είχε χαλάσει, βλέπεις, η πλάση. Ο Θεός ερχότανε κοντά στους ανθρώπους.
Έπινε μαζί μας ρετσίνα, τα λέγαμε παλιοί μακαντάσηδες άνευ «φόβου» μαζί του, μας βοηθούσε, μας δάνειζε «άνευ κέρδος» το κέφι.
Ε! ρε χρόνια περασμένα, όμορφα, τίμια, νοικοκυρεμένα Αθηναίικα χρόνια, αναστέναζε ο Σταυρής.
Το μυαλό του ταξίδευε, όπως φεύγει παριανή ψαροπούλα, στα παλιά εκείνα τα χρόνια, στις αναμνήσεις εκείνες. Τις ξέθαβε μέσ’ από τη σκόνη της λήθης, τις έφερνε πάλι στο φως, μ’ ένα δάκρυ στα μάτια:
- Παίρναμε τότε, παραμονή βράδυ, τον Αβέρωφ στα ξύλα και φέρναμε βόλτα το μεγάλα μαγαζιά της Αθήνας. Στην οδό Αιόλου, Ερμού και Σταδίου.
Ο Μήτσος, μισοφωνία, εντάξει, ο Νότης, τουμπερλέκι απ’ τα λίγα, τρίγωνο εγώ, ο Σταυρής, και κουταλάκια ο Σπύρος.
Ένα κόρο από φωνές σα διαμάντι, τέσσερις άντρες, τέσσερα αηδόνια, να λένε:
«Καλήν εσπέραν άρχοντες,
Αν είναι ορισμός σας,
Χριστού τη θεία γέννηση
Να πω στ’ αρχοντικό σας.
Ποιος μας έλεγε όχι!
Ο «Αβέρωφ» μπροστά, γεμάτος σημαίες, στολισμένος σαν κούκλα. Θωρηχτό, μεγαλείο! Μηχανή, κανόνια, κατάρτια, αλυσίδες, φουγάρα, φιλιστρόνια, τιμόνια, πυξίδες, ένα κι ένα στη θέση. Το λιβάνι, καπνός μυρωδάτος. Από την Αγια-Ειρήνη παρμένο. Και ύστερα πάλι μπροστά το παπόρι, μπαμπάκι γαλάζιο το κύμα, και μεις να τα λέμε:
«Χριστός γεννάται σήμερον
εν Βηθλεέμ τη πόλει,
οι ουρανοί αγάλλονται
χαίρεται η κτίσις όλη...»
Βροχή ο Γεώργιος Α' στις μπακίρες επάνω.
Ε! ρε χρόνια όμορφα, τίμια, νοικοκυρεμένα Αθηναίικα πλούσια χρόνια, αναστέναξε πάλι ο Σταυρής. Ε! ρε Χριστούγεννα τότε!...