ΠΑΝΟΣ Δ. ΤΑΓΚΟΠΟΥΛΟΣ
ΤΕΡΤΙΠΙΑ
Να περάσεις λαθραίο μέσα στη φυλακή, το ευκολότερο πράμα, φτάνει να ’σαι μάγκας, παιδί της μπάτσικας, να το λέει η καρδιά σου και να ’χεις φίλους της καρδιάς απ’ έξω.
Τέτοιος ο Μητσάκος ο Σεβνταλής, με τ’ άνομα, που τροφοδοτούσε όλους τους μακαντάσηδες της Παλιάς Στρατώνας, από ούζο Τουρναβίτικο που σου ’καγε τα σπλάχνα ως το «μαύρο», το Αράπικο, που σε μεθούσε και σ’ ανέβαζε στους εφτά ουρανούς.
Πώς τα κατάφερνε και περνούσε ό,τι λαχτάριζε η ψυχή του ανθρώπου; μυστήριο για όλο τον κόσμο. Του πουλιού το γάλα να του ζητούσες, θα σ’ το ’φερνε, φτάνει να πλέρωνες καλά, γιατί ο καθένας δεν καταπιάνεται στα τέτοια, μόνο για την ψυχή του παππού του! Έχει βάσανα και πίκρες η κάθε δουλειά, και η πιο ταπεινή ακόμα, λουστράκι να γυαλίζεις παπούτσια, μυρμήγκι να κουβαλάς ό,τι βρεις στη φωλιά σου. Όχι να περνάς μέσ’ από τόσα μάτια, από σκοπούς και φυλάκους, «το χασίς που μεθάει και σε λιγώνει, τον αιθέρα που σ’ ανοίγει την καρδιά σου τριαντάφυλλο, το ούζο το γαλατερό, το ακνάτο, που με τη μυρωδιά του μονάχα σε κάνει κι αναστενάζεις απανωτά τρεις φορές.»
Αυτά τα λόγια, όπως τα γράφω εδώ πέρα, λόγια είναι του Μητσάκου του Σεβνταλή, που χρόνια τώρα και καιρούς έτυχε να τόνε γνωρίσω κει μέσα. Ζει, δε ζει; πώς και πού τα πορεύεται; αν με ρωτήσεις, δεν ξέρω, μ’ αν έχεις κέφι ν’ ακούσεις μαγκές, αν θες να γνωρίσεις τα παιδιά της Παλιάς Αθήνας, άκου και κράτα σημείωση:
Ο Μητσάκος δεν είναι ούτε ο πρώτος μα ούτε κι ο τελευταίος, να ξέρεις, που κατόρθωσε να ζήσει μέσα στα σίδερα της φυλακής χωρίς να τσαλακώσει το φιλότιμο του μάγκα, χωρίς να στραπατσάρει τη λεβεντιά του Πλακιώτη. Ν’ ανοίξει δίσκο το χέρι του ή να βγάλει το κουταλάκι απ’ έξω να ζητήσει «Θεός σχωρέσ’ την ψυχή που σας έκαψε» ζητιανιά; - κάθε άλλο! Άντρας ήτανε και για δουλειές αντρίκες, το ζουνάρι του άπλωνε.
Τα σίδερα της φυλακής
είναι για τους λεβέντες…
Δεν κρατούσε από τα Γκράβαρα, Γκραβαρίτης ζητιάνος. Ήτανε Πλακιώτης βέρος. Κοντά στην Αγια-Σωτήρα - μεγάλη της η χάρη! - αντίκριζε το φως. Και τώρα πάλι, όπως να το πεις, η χάρη της τον προστάτευε. Δηλαδή, με τη χάρη της και τη βοήθειά της, περνούσε ο Γλάρος το «μαύρο» και το «άσπρο» ο Πέτρακας.
Και να πως :
Ο Γλάρος, που είχε ένα μουσούδι μυτερό, δυο ματάκια χάντρινα και δυο χέρια σα φτερούγες, να τ’ ανοίγει επάνω κάτω, δεξιά αριστερά, σορόκο τραμουντάνα, με τέτοια ευκολία, ταχύτητα, σα να ’θελε να πετάξει—γι’ αυτό και Γλάρος το παρατσούκλι του! - όταν ήτανε να πάει στο Σεβνταλή θα φορούσε, κατά προτίμηση, πάντα το χακί του αμπέχονο. Ήθελε να του θυμίζει τη μάχη του Δομοκού, περασμένα μεγαλεία! Το Σμολένσκη και το Διάδοχο. Έτσι έλεγε. Και σκούπιζε με το μανίκι του ένα δάκρυ στην ανάμνηση εκείνη!
Όταν όμως μένανε μόνοι με το Σεβνταλή στο Επισκεπτήριο των φυλακών, χραπ χραπ, με μια ταχύτητα διαβολεμένη, ένα ένα του περνούσε και τα έξι κουμπιά της στολής. Πού να πάρει μάτι κανένας τι γινότανε! Πού να μυριστεί ο «μάπας» ο φύλακας τι σκαρώνανε!
Το δειλινό ή την άλλη μέρα στο προαύλιο, ο Σεβνταλής πουλούσε στους μακαντάσηδες «μαύρο» για τσιγαριλίκι ή για λουλά, όπως θέλανε!
Κάθε κουμπί της στολής ήτανε, βλέπεις, ένας θησαυρός ολόκληρος. Απ’ έξω υπήρχε το ντύμα, χακί του στρατού, μα το κουμπί από μέσα ήτανε κούφιο, δεν είχε βαρίδι μολύβι, αλλά είχε ό,τι σκοτώνει την πίκρα και ναρκώνει τον καημό: το χασίς!
Τέτοιος ο ρόλος του Γλάρου. Σπουδαίος!
Του Πέτρακα πιο εύκολος:
Έφερνε στο Σεβνταλή όταν πήγαινε - Πέμπτη και Κυριακή ταχτικά - μέσα σ’ ένα τενεκεδένιο δοχείο λίγο γάλα - ε! το φτωχό! - για το στομάχι του που τον πονούσε, τον κένταγε.
Το δοχείο είχε διπλό χώρισμα, κρυφά ελατήρια. Οικοδομή με δυο πατώματα, θάμα! Στο επάνω που ήτανε πιο χαμηλό - δυο δάχτυλα - έπαιρνε μόνο - αν δοκίμαζες θα ’πινες γάλα, μα αν έπαιρνες ανάμα από το μεσαίο, το κρυφό, θα ζητούσες ολόκληρη δόση, και θα ’πινες, θα ’πινες όσο να σε πιει και να σε ρίξει κουφάρι, το ούζο!
Ο Σεβνταλής έκανε μπάζα γενναία πουλώντας και ζούσε καλά, όσο να ’ναι, χωρίς ν’ απλώνει το χέρι του δίσκο ή να φωνάζει :
- Ρε καλόπαιδο ρίξε κι εδώ κάτι.
- Ελεημοσύνη, αδερφοί, σαν Γκραβαρίτης ζητιάνος.
Τώρα αν καζάντισε η όχι; - ο Θεός κι η ψυχή του το ξέρουν!