ΠΑΝΟΣ Δ. ΤΑΓΚΟΠΟΥΛΟΣ

 

ΤΕΤΟΙΑ ΚΑΡΔΙΑ ΔΑΚΡΥΣΜΕΝΗ

 

Γνώρισα και γνώρισα φυλακισμένους, από παιδί έκανα παρέα με αντάμηδες, μα σαν την καρδιά του Πυρομάλλη, ούτε βρήκα ούτε αντάμωσα ως τα τώρα πουθενά.

Ήτανε μια καρδιά γεμάτη ντέρτι και πόνο, μια δακρυσμένη καρδιά κλεισμένη σ’ ένα κουφάρι τεράστιο, σ’ ένα σώμα γιγαντένιο με πλάτες τετράγωνες, και σε μια μορφή που πετούσε σπίθες, αστραπές, και που συννέφιαζε, σκοτεί­νιαζε κάποτε σαν ουρανός βουρκωμένος.

Ο Πυρομάλλης κρατούσε μια θέση μόνιμη, σταθερή, στην τρίτη διμοιρία, στις φυλακές τα Παραπήγματα. Μια θέση που δεν έλεγε να την αλλάξει γιατί δεν είχε και σκοπό να βγει έξω, στη λεύτερη κοινωνία. Έφεδρος, κλητεμένος με τις τελευταίες ηλικίες, είχε κάνει ένα δυο στραπάτσα κι είχε να περάσει ακόμη τρεις τέσσερις φορές στρατο­δικείο. Υπόδικος λοιπόν στα υπόδικα και ποιος ξέρει για πόσα χρόνια !

Μα δεν έμοιαζε ο Πυρομάλλης στους άλλους. Δεν έκανε παρέα ούτε με τους χασικλήδες κει μέσα, ούτε με τους άλλους αντάμηδες που σιάχνανε τα φαρδομάνικα τα λεπίδια και τις χλάπες. Ζούσε μια δική του ζωή. Σαν καλόγερος που ασκήτευε σε μιαν άκρη και ζούσε με το δικό του τον πόνο.

Πολλές φορές ζήτησα να του κλέψω το μυστικό, να του πάρω μια λέξη. Άλλαζε κουβέντα. Ούτε γρι ούτε πε­ρισσότερες πάρλες.

- Εδώ ’ναι ο σεβντάς, μου ’λεγε, εδώ!, και μου ’δειχνε την καρδιά του.

Στο Επισκεπτήριο ποτέ κανένας δεν τον είχε ζητήσει. Κανένας! Ποτέ! Σα να ’τανε έρμος σ’ αυτό το ντουνιά, σα να μην είχε ψυχή να τόνε νοιάζεται. Και μόνο το βραδάκι, σαν γυάλιζε απ’ έξω από τον κουφωτό στην πόρτα φεγγίτη η λόγχη του σκοπού, μόνο τότε τα μάτια του βγάζανε αστρα­πές και βλαστημούσε την πλάση :

- Φυλακές, ρε, να χτίζετε φυλακές! Για να χαλάτε τους ανθρώπους!

Και τα πρωινά σα μας βγάζανε στο προαύλιο για να κάνουμε γυμνάσιο - βηματισμούς, ημικάθισμα, κατά τετρά­δες - τότε, που ο Πυρομάλλης δήλωνε ασθένεια για να ξε­φύγει, άφηνε τον πόνο του να ξεχειλίζει. Γύριζε, κοίταζε πέρα τον Αϊ-Γιώργη στο Λυκαβηττό, με του Λουλουδάκη τον ολόασπρο τάφο, κι έπιανε κάτι τραγούδια και κάτι κουβέντες με τον Καβαλάρη, την καρδιά σου να σκίζει :

 

Άγιε μου Γιώργη, γείτονα, να μ’ έπαιρνες να γλίτωνα…

 

Και το ’βλεπες, το ’νιωθες πως δεν ήτανε ψέμα αυτό. Ζητούσε το θάνατο λυτρωμό, μέσα στα σίδερα της ψυχής του φυλακισμένος.

Μια φορά, που έτυχε να γίνει επιθεώρηση για λουλάδες και σύνεργα σατανικά, βρήκανε και του Πυρομάλλη έ­να ψεύτικο μαχαίρι κανωμένο από ξύλο.

- Και τι το θέλεις αυτό, Πυρομάλλη, τόνε ρώτησε γε­λώντας ο διευθυντής. Μπας και το ’χεις καλούπι για να χύνεις μαχαίρια;

- Έ! κάτι πρέπει να κρατάμε κι εμείς. Χρειάζονται δω μέσα οι χλάπες, απάντησε ήρεμα ήρεμα ο Πυρομάλλης.

Έγινε κατάσχεση και στο ξύλινο μαχαίρι, καθώς και σε καμιά δεκαριά θ α ν ά σ η δ ε ς, σιαγμένους με χίλιους δυο περίεργους τρόπους.

Δεν έφερε την παραμικρή αντίρρηση. Ούτε λέξη! Τόσο ήρεμα το ’δωσε, που σου ’κανε βαθειά αίστηση πως αυτός ο άνθρωπος είχε κάνει σαματάδες έξω στο Στρατό, στην Κοινωνία, και τον είχανε μέσα.

Αυτός ήτανε σαν τη σβησμένη τελευταία φωνή που λέγανε οι σκοποί όταν φωνάζανε το: «Φύλακες Γρηγορεί­τεε». Αυτός ήτανε μια καρδιά γεμάτη ντέρτι και πόνο, μια δακρυσμένη καρδιά, κλεισμένη σ’ ένα κουφάρι τεράστιο με πλάτες τετράγωνες, και με κεφάλι βαρύ, στιβαρό, γεμάτο τρίχες ακατάστατες - κόκκινες, της φωτιάς - σαν το κοκκινόχωμα που σιάχνουνε γλάστρες και στάμνες στα Πιθαράδικα.

Και μόνο ένα παράπονο άφηνε ν’ ακούγεται:

— Φυλακές, ρε, να χτίζετε, φυλακές. Για να χαλάτε τους ανθρώπους.

Και παρακαλούσε τον Καβαλάρη, παρακαλούσε:

 

Άγιε μου Γιώργη, γείτονα, να μ’ έπαιρνες να γλίτωνα. ..

 

Τέτοια καρδιά δακρυσμένη, κλεισμένη μέσα στον πόνο της, δεν έτυχε να γνωρίσω καμιάν άλλη εγώ, που από μι­κρό παιδί έκανα παρέα με αντάμηδες κι έτυχε να γνωρίσω φυλακισμένους τόσους και τόσους....

 

 

 Επιστροφή στα Περιεχόμενα

 Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ