ρυάκι που ψάχνει
την εκβολή του ποταμού
αποζητά την παλάμη
για λίγη ζεστασιά
στην ψύχρα του αιώνα
κυνηγάει την φωτιά
για να την σβήσει
ή να καεί.
Παίζει στα βλέφαρα
με τη συνοδεία άρπας
κι ενός μικρού αηδονιού
γυρεύει τη χώρα τη μικρή
την τρίχρωμη ελπίδα.
Το ποίημα δε θα τελειώσει εδώ
μα στον
επόμενο αιώνα.
ΓΡΑΦΗ
Γραφή λοιπόν
γιατί τα δάχτυλα
πονάνε
λίγο μολύβι στις άκρες
τρίαινα να φουσκώνει κύματα
ζυμάρι άψητο η λέξη
μα ο φούρνος της τέχνης
πάντα καυτός
ίσως τη νύχτα που ανάβουν
τ’ άστρα
οι λέξεις να παίρνουν το σχήμα τους
να βρίσκουν θέση στην κορφή
του χαρτιού
ν’ αγναντεύουν ήρεμα το μέλλον
βουνά είναι όλα
και βουνά θα μείνουνε.
ΟΙ ΖΩΕΣ ΤΗΣ
ΠΟΛΗΣ
Oι ζωές της πόλης
άγγελοι από χρωματιστό πηλό
η αλήθεια τα ερείπια μετρά
τοπία που αλλάζει η ματιά
μάτια που χαιδεύει η μοίρα
και παρατά αηδιασμένη
από το κακό που βλέπουν
η πόλη
τεχνίτης
μαζί και έργο
θύμα μαζί και θύτης
αναζητά κάτω από τα ερείπια
τη ζωή των
κόσμων
τις ζωές του κόσμου.
Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ
ΤΑΞΙΔΙΩΤΕΣ
Ποιητή,
Μόλις που προλαβαίνεις τις λέξεις
σ’εγκαταλείπουν και πάλι
μεθυσμένοι ταξιδιώτες
σ’άγνωστα καράβια
γυρεύουν το μικρό νησί
κι όταν το βρούν
σαν όστρακα κολλάνε πάνω του.
ΟΤΑΝ
ΕΝΑΣ ΠΟΙΗΤΗΣ
Oταν ένα αηδόνι χάνει
τη λαλιά του
αυτή
γίνεται μαχαίρι
που σκοτώνει το φεγγάρι.
Όταν
ένα άστρο χάνει το δρόμο του
αυτός
ανοίγεται πλατύς
για
ν’ανταμώσει το σκοτάδι.
Όταν οι ημέρες
χάνουν τα ρω τους
αυτά
ψάχνουν τον έρωτα
για να
τον ημερέψουν.
Όταν
ένας άντρας χάνει τη γυναίκα
μένει
μόνος με τα σύμφωνα
να
κοιτάζει τα άλφα.
Όταν
ένας ποιητής κόβει τα δάχτυλά του
αυτά και ματωμένα
πάντα
δείχνουν τον ήλιο.
Η ΝΕΑ
ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ
Eνα δρόμο μικρό
διάλεξε η βροχή
να τον
σαρώσει.
Δεν είχε
κάτι το σπουδαίο
μόνο
σπίτια κήπους φωνές
και λίγους
ανθρώπους
που
βαστούσαν στα χέρια
το
γέρικο φεγγάρι.
Αυτόν το
δρόμο διάλεξε η βροχή
να σαρώσει.
Τώρα
τίποτα
το
φεγγάρι μόνο του
μες στην
υγρασία και τη θλίψη.
ΜΙΑ ΑΡΑΧΝΗ
Mια αράχνη ψόφια
στην παλάμη την άδεια
ο ιστός
στα δάχτυλα
απομεινάρι μιας τέχνης
λεπτής όσο τα φτερά
της
πεταλούδας
που η αράχνη αφανίζει
αφού παγιδέψει.
Τώρα η αράχνη ψόφια
Μια τόσο δα μπαλίτσα
στην παλάμη την άδεια.
Δούλεψε ολόκληρη ζωή
για τούτη τη στιγμή
κι ο ιστός που κρέμεται πιο πέρα
είναι το σάβανο
που θα φορά στον άλλο κόσμο
υφαίνοντας ολοένα.
ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ Ι
Δύο κόμποι δάκρυα η
νύχτα
νύχι
που κόβεται στα δυό
σκιά
που αντανακλά φώς
μέσα
στις σήραγγες του ονείρου
γεμάτες κόκκινο πηλό
πλάθεται από την αρχή
ο άνθρωπος
στα όνειρα
η
τελειότητα του γνέφει
χαμόγελο πικρό
στην
άκρη των χειλιών
σύντροφος για τόσο λίγο
όσο
ένα τίναγμα του κεφαλιού
από
ανήσυχο ύπνο
η
νύχτα βουβαίνεται ξανά
ξαναπιάνει το κέντημά της
ξαναπιάνει τ’αστέρια
ημερεύει.
ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΙΙ
Mαύρο μάρμαρο η
νύχτα
άστρα
οι τεχνίτες
λαξεύουν τις γωνιές της
σαλεύουνε μαζί της
στήνουνε παγίδες
σε
διαβάτες μεθυσμένους
κάπου
στην κόχη του μυαλού
κάπου
στη μνήμη του γιαλού
κόβοντας τον άνεμο
στα δυό
σβηστό το φώς του έρωτα
άδειο
το χέρι από κουπί
η
αλήθεια στη γωνιά
κουρασμένη σκοτεινή
εκδίδεται ξανά στη νύχτα.
ΚΑΦΕΣ
Aνοίγω ντουλάπια
ο καφές χυμένος
η ζάχαρη στην άκρη
τα χίλια σύννεφα
πάνω
από τη στέγη
σημαδεύουν τη ζωή
καλλικάντζαρος
η ψυχή
παίζει με το μπρίκι
του καφέ
έπειτα βουτιά στον πάτο
το κατακάθι
το μείγμα των ονείρων
όσο τα σύννεφα
όσο οι δρόμοι.
ΟΝΕΙΡΟΣΤΑΣΙΟ
Φυλλοροώ
και το
ονειροστάσιο
είναι κλειστό απόψε
περπατώ πάνω σε λόγχες
με ξυράφια χτενίζω τα
μαλλιά
της μέδουσας
παρακαλώ τα δέντρα
να κοιμηθούνε πλάι μου
το πρωί
με βρίσκει πλάνητα
να κοιτάζω με ντροπή
τα χέρια τα γδαρμένα
μα πάλι τίποτα
τ’ονειροστάσιο
απόψε κλειστό
τα λαγούμια όλο πιο βαθιά
στη γή σκαμμένα.
ΜΕΘΗ
Tης θάλασσας
τα μάτια κλείνεις
κι αποκοιμιέσαι
στις σκάλες των μαλλιών της
το πέρασμα του αγέρα
νανούρισμα στ’αυτιά
πρωινό ξύπνημα βροχής
μέθη.
ΙΣΑΛΟΣ ΓΡΑΜΜΗ
Mε θλίβει τούτη η άνοιξη
βλέπω παντού χειμώνες
κουρασμένοι
λαμνοκόποι
βυθομετρούν την ερημιά
την βρίσκουνε στα ύφαλα
ν’αναζητά την ίσαλο γραμμή
για λίγη τρικυμία.
ΤΡΙΑ ΤΡΑΥΜΑΤΑ ΜΙΚΡΑ
Tρία τραύματα
μικρά
κι ένα πικρό χαμόγελο
το δώρο σου για μένα.
Τώρα που είσαι αντίκρυ
ικετεύεις τους σοφούς
νήδυμους ύπνους
καθώς τους καταπίνει
αργά το σκοτάδι
πάνω στα υγρά σκαλιά
για να ενώσουν στοργικά
τρία τραύματα μικρά
κι
ένα πικρό χαμόγελο.
ΚΑΘΟΣΟΥΝ
Kαθόσουν στην άκρη του κρεβατιού
και με κοίταζες
χαίδευες το άσπρο σεντόνι
την πρόεκταση της δικής μου σάρκας
λευκό μάρμαρο το δέρμα μου
κι εσύ το σμίλευες
η αφή τραγούδι
κι
εσύ χαμόγελο.
ΚΡΙΜΑΤΑ
Mε άδεια χέρια
μ’άδραξες
ψάρι που συσπάται στην ανάσα σου
χάιδεψες τα λέπια
γεμάτα κρυστάλλινη επιφάνεια
τα έβγαλες
μισώντας τα
περπάτησες με τ’ακροδάχτυλα
στη ραχοκοκαλιά μου
μύρισες όλο μου το σώμα
το γεμάτο αλάτι φύκια άμμο
με ξέπλυνες
προσεκτικά
κι αφού κράτησες για σένα
το αλάτι τα φύκια την άμμο
μ’απίθωσες στα κρίματά σου.
ΛΙΤΑΝΕΙΑ
Tο βράδυ στίχοι περνούν σε λιτανεία
μπρός
σε βλέφαρα κλειστά και γητεμένα
βουτούν
στο μπλέ σπασμένων θαλασσών
πλέουν
νωχελικά σε ήρεμους βυθούς
πανω στο λευκό αφρό
χαράσσουν λέξεις
ανάσες
ψυχών που υφαίνονται
μες τη
νύχτα και ξηλώνονται γοργά τη μέρα.
Dεν προσμένω πια την φωνή σου
μόνο
την ακούω το βράδυ με τ’αγιάζι
πιάνεις το φεγγάρι και τραγουδάς
ζωγραφίζεις
σκιές και βουνά
στη
μαρμαρένια σκάλα
με τη
φωνή σου χρωματίζεις
τα
πέπλα της διπλής σου φύσης
άντρας μαζί και γυναίκα
δεν
παλεύεις μα συνταιριάζεις αρμονικά
τρωτές δυνάμεις
καρπός της Γής και του Άδη
σπέρνεις
μια ζωή γεμάτη θάνατο
ζωντανό και κόκκινο από το αίμα
που
κάθε άνοιξη τρέφει το νοτισμένο χώμα.
Μηλινόη το όνομά σου.
ΚΑΤΟΠΤΡΟ
Eγώ
η μη
μυημένη
με τα κάτοπτρα στο βλέμμα
με τα
τσιγάρα αναμμένα
ανάμεσα στα δάχτυλα
ζυμώνω ξανά τις ώρες
τις κλωτσάω
με το πόδι της απελπισίας
το σακάτικο
Το κρύο
καρφώνει στα χείλια λόγια
συνωμοτεί με τις βροχές
τρίβεται φιλήδονα
στη ζέστα των ονείρων
στα κάρβουνα που καίνε
νύχτα μέρα
στα λούκια τ’άδεια από νερό
στα χαλίκια που πατούν
τα λαστιχένια σώματα.
Η σκέψη
φανάρι σπασμένο
στην άγνωστη χώρα
που είπαμε ημέρα
το φώς δραπέτης
η φλόγα γυμνή
τα τραύματα στόματα ανοιχτά
καταπίνουν οιωνούς
κήτη σύγχρονα της πόλης.
Τα δέντρα
βγάζουν ρίζες κίτρινες
δάχτυλα κιτρινισμένα
από τον χρόνο
που κοιμήθηκε στις αρθρώσεις
χάιδεψε τις φλέβες
και τράβηξε μακριά
άπιστος σαν το νερό
πιστός σαν το σκοτάδι.
Εγώ
που μυήθηκα στο κρύο
έγινα σκέψη ρίζα δέντρο
εικόνα αχειροποίητη
ζητιανεύω χρώματα για να υπάρξω
ντύνομαι το σακούλι το τρύπιο
το ρούχο του αέρα
γίνομαι
φωνή
σιωπή
κάτοπτρο.
ΨΙΧΑ
Aπ’τα φατνώματα
ζεστό
το βλέμμα
πέφτει
πάνω στο ψωμί
γεμίζει
τις νύχτες
μυρωδιές
ευωδιές
η
ψίχα τρίβεται στα χέρια
εύθραυστη
η
ζωή της λίγη
όσο
ένα ψίχουλο
η
στιγμή της απέραντη
όσο
ένας δείπνος μυστικός
oι
έρωτές της λιγοστοί
εραστές
τα δόντια
τα
χείλια η γλώσσα.
ΤΡΕΞΕ
Tρέξε μικρούλα τρέξε
ανάμεσα
στα κενά των λέξεων
παίξε
μικρούλα παίξε
στο
δάσος το μικρό της ρίμας
ψάξε
μικρούλα ψάξε
την
ελιά στο μάγουλο της νύχτας
να!
προβάλλει πίσω από τα κείμενα
τρέξε
μικρούλα τρέξε
να
σωθείς απ’τα κλαδιά
ματώνουν
δάχτυλα που γράφουν
φτάσε
μικρούλα φτάσε
λόγια
υγρά ανείπωτα
στη
θύρα της σιωπής.
ΚΕΝΟ
Tο ημερολόγιο άδειο
οι σελίδες σκισμένες
οι γραμμές σβησμένες
άφαντες
άφατες οι σκέψεις
πού να κατοικήσουν
τα φθινόπωρα
χάσαν το δρόμο
και πορεύονται τυφλά
η ανάσα των πραγμάτων
στερνό καταφύγιο
μόλις που ζεσταίνει.
Kαι η αγάπη
τίποτα
μας
έδωσε τα πάντα
μα
εμείς
τίποτα
αθέατοι
θεατές
χειροκροτητές
ίσως
μα
ποτέ ηθοποιοί
φοβηθήκαμε
το κρύο
τη
βροχή που μούσκεψε
τα
ρούχα
σύρματα
κόψαμε
να
δούμε το θαύμα
μα
πάντα
η
απόσταση
το
πρόσωπο
μια
εικασία
η
αγάπη
έρημος
όαση
μια
απουσία
και
εμείς
τίποτα.
ΕΝΑ
ΣΩΜΑ ΣΥΜΠΑΝ
T’ όνομα αυτής υπομονή
κι υπόκλιση μαζί
μα το σώμα θέλει δουλειά ακόμη
γι’αυτές του τις ιδιότητες
θέλει ώμους στρογγυλούς
μέση εύκαμπτη μέτωπο λείο
χέρια γυμνά και στοργικά
η κλίση του κεφαλιού
κι αυτό δύσκολο έργο
μα το σώμα πριν γίνει σύμπαν
πλάθεται μ’αυτό το σκοπό
να μικραίνει
να υποτάσσεται
να μην υποτάσσεται
ΛΑΣΠΕΣ
Λάσπες φέτος στα παπούτσια
σκόνη
μαζί με τη βροχή
τα
φίδια κοιμούνται αμέριμνα
ονειρεύονται
φακίριδες
είναι
αργά για το ρολόι που χτυπάει
οι
εργάτες γυρίζουν κουρασμένοι
όχι
απ’τη δουλειά απ’το χιόνι
πάγωσε
αισθήσεις
σκέπασε
όνειρα
κάλυψε
στέγες
η
νύχτα παίρνει τη θέση της μέρας
ήρεμα
χωρίς
ζηλοτυπίες
ανάβει
το φανάρι της
περιμένει
H νύχτα πικρή
οι ηγέτες με γύρεψαν πάλι
χθές βράδυ
ζητούν απεγνωσμένα οπαδούς
μα κουράστηκα
πώς να ζήσεις
με σκέψεις μισές
κομμένες κεφαλές
ανάβω τσιγάρο
καίω στην άκρη το σεντόνι
η
στάχτη με ηρεμεί
τουλάχιστον αυτή
ΤΕΛΟΣ
ΑΙΩΝΑ
Σπίτια λαβωμένα
γρίλιες
μισάνοιχτες
ένα
κορίτσι κλαίει
στο
τελευταίο σκαλί
του
χειμώνα
στάζει
η οροφή
τζάμια
σπασμένα
μια
καρέκλα στέκει
μόνη
στην ακροθαλασσιά
έτσι
νομίζεις
ο
ήλιος είναι παντού
ασβεστώνω
τοίχους
σβήνω
συνθήματα
με
μανία
έπειτα
πλαγιάζω
στη
γωνιά που ανταμώναμε παιδιά
σε
ψάχνω στις λέξεις
τίποτα
ζω
με μνήμες δανεικές
τα
ποτάμια που με θρέψαν
στερεύουν
με
ξεβράζουν κάπου στην ακτή
καίω
σαν άμμος καλοκαιρινή
κι
η τρέλα με σιμώνει
στο
τέλος του αιώνα
ΣΚΗΝΗ
Tο σκηνικό άδειο
η πλατεία άδεια
οι θεατές απόντες
μα η σκηνή πάντα εκεί
στήθηκε για να’ναι εκεί
για να γλυστρούν πάνω της
οι ζωές που γίνονται ζωή
οι άνθρωποι που γίνονται άνθρωπος
οι μνήμες που γίνονται μνήμη
εικόνες
χρώματα αίμα
ναι
το σκηνικό άδειο
η πλατεία άδεια
οι θεατές απόντες
μα το αίμα πάντα εκεί
τυφλώνει με το φως του
εκείνους που δεν είναι εκεί
ΜΟΛΥΒΙ
Mολύβι
μολύβι
παντού
οι
ρίζες των δέντρων
μολύβι
πώς
να κινηθούν
σ’ένα
χώμα φυλακή
πώς
ν’απλώσουν χέρια
σε
λειψό τοπίο
τα
πουλιά νεκρά στα φύλλα
ίχνη
θανάτου
πούπουλα νύχια
φτερούγες
συνθέτουν
το δικό τους φως
η
φύση
κλείνει
το διακόπτη
γέρνει
την πόρτα
βάζει
τα μαύρα
αποχωρεί
Η
ΝΥΧΤΑ
H νύχτα με βήματα μωρού
έρχεται
απαλά
εκτρέποντας
τις κοίτες της
στο
φράγμα της σελήνης
κοιτάζω
ώρες
βιαστικές
με
χαστουκίζουν
ποτέ
δεν έσμιξα μαζί τους
πάντα
τα χέρια έξω
τα
πόδια τα νοήματα
οι
φλέβες της ζωής
ΣΤΙΣ
ΝΑΡΚΕΣ Τ’ΟΥΡΑΝΟΥ
Oι
βροχές του φθινοπώρου
το κρύο του χειμώνα
βάφουνε τη νύχτα μπλέ
το φεγγάρι κίτρινο
ενώ οι σκέψεις
μικρές αδαείς πόρνες
κοιμούνται
στις νάρκες τ’ουρανού
ΥΠΗΚΟΟΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ
Λογχίζουμε
το χρόνο
να βγάλει αίμα
μ’αυτός μόνο μελάνι
χρόνια τώρα
ενώ εμείς
γράφουμε σελίδες
πιασμένοι στα δίχτυα του
χρόνια τώρα
ΦΩΣ
ΚΙ’ ΑΡΜΥΡΑ
H θάλασσα διψάει
γι’ αρμύρα
μεθυσμένους
ναύτες
και κουπιά
Τα
κουπιά
στο
βυθό θαμμένα
σημαίνουν
τάφους
φάρους
σιωπής
ήρεμης υγρής
κραυγής
τα
ψάρια
ένας
γύρος στον αφρό
η
ουρά μετέωρη στο δίχτυ
πάλλεται
για μια στιγμή
πριν
γίνει
φως αρμύρα
φως
ΕΝΑ
ΠΟΥΛΙ
Eνα πουλί
μικρό μικρούτσικο
σποράκι
στο
στόμα του χειμώνα
Γράφω
στίχους
σιωπηλά
σπουργίτια
τρώνε
σπόρια
χτυπώντας
ρυθμικά φτερούγες
ο
ρυθμός τους
ρυθμός
μου
ΤΟ ΑΙΜΑ
Tο αίμα πιστό
κοχλάζει
σκιερό
κι
επιστρέφει
γυρεύει
σκιές
ασώματες
γιορτές
Κομμάτι
κομμάτι ξύνω
τη
ζωή
μα
το αίμα αργεί ακόμα
ίσως
μ’άλλα χέρια
ίσως
μ’άλλα νύχια
να
κυλήσει
στην
πίκρα του αιώνα
να
γεμίσει κιβωτούς
ν’αναπαυθεί
ΤΡΙΑ
ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΧΩΡΙΣ ΟΝΟΜΑ
Ι
O βυθός κι η αφή χαιδεύουν
το άρμα που οδηγείς
στα
υπόγεια του νού
στα
βάθη του ωκεανού αλιεύουν
τη
λήθη μέσα σε λυγμούς
σημαίες
λευκές
έτοιμες
να ντύσουν απαλά
τα
βρεγμένα φύκια.
Seulement
soucieux
du recueil de
l’azur.
II
Aδειαζες από σκέψεις
κάθε πρωί
που
το λευκό τοπίο σού θύμιζε
τη
νιότη σου
γλιστρούσες
πάνω στη γύμνια
της
μοναξιάς παρέα με τη βροχή
που
ψιχάλιζε στη μορφή σου
κι
έμενε πάντα μια νότα κενή
να
ηχεί παράφωνα στους σπασμένους
αρμούς
της ζωής.
ΙΙΙ
Oι λύπες βγαίνουν απ’τη μνήμη
γυρεύοντας
σκιές μες τον αφρό
που
αφήνει τρυφερά η θάλασσα
όταν
ποθεί στιγμές γαλήνης
με
λίγο φως στην άκρη.
Καλλιόπη
Παπαλεωνίδα
ΜΗΛΙΝΟΗ
« Κι έτσι (ενώ οι άλλοι μιλάνε) ρίξε το δίχτυ σου βαθιά,
όλο και πιο
βαθιά, κι απαλά σύρε και φέρε στην επιφάνεια
αυτό που είπε
αυτός, αυτό που είπε αυτή και
φτιάξε ποίηση.»
VIRGINIA WOOLF