ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΑΡΗΣ
Η ΕΠΟΝΙΤΙΣΣΑ
Κι οι γέροι μέσ’
από το καπηλειό
και τ’ άγουρα
παιδιά της γειτονιάς της,
πρωί πρωί που πήγαινε σκολειό
πλημμύριζαν χαρά
στο πέρασμά της.
Ετούτα δω της
σφύριζαν «εν δυο»,
τα μάτια της
καμάρωναν εκείνα
κι εγώ τα
κοτσιδάκια της τα δυο
περήφανα κι
ολόξανθα σαν κρίνα.
Σαν άστρου, ύστερα,
καμιά φορά,
σα σπίθα ταξιδιάρα
από μαγκάλι,
ακέρια πριν να
νιώσω τη χαρά
σβηνόταν απ’ τα
μάτια μου και πάλι.
Πλακώσαν, βλέπεις δίσεχτες χρονιές,
ο κόσμος εφορτώθηκε φροντίδες
εχάσανε τα κέφια οι γειτονιές
κι εγώ τις δυο της
πορφυρές πλεξίδες.
Μα μιαν ημέρα άναψεν η γη
μας έβρεχεν ο ουρανός ατσάλι
κι η δόλια Αθήνα
πήγε να πνιγεί
στα αίματα και την
ανεμοζάλη.
Μπροστά μου βλέπω,
τότε ένα στρατό
απ’ τα παιδιά τα
συνομήλικά της
κι ομπρός εκείνη,
φλάμπουρο σωστό,
με τ’ άλικα και
ξέπλεκα μαλλιά της.
Αλί! Τ’ όμορφο δεν
κρατά πολύ.
Τα ρούσα τα μαλλιά
τα δοξασμένα,
δυο τρία θεριά μ’
ανθρώπινη στολή,
τα κόψαν ένα βράδυ τα καημένα!
Και πήρα την αυγή
διπλή ντροπή,
θλιμμένος όταν πήγα
και την είδα,
τι βιάστηκε,
γελώντας να μου πει:
«Το πιο φτηνό μου
δώρο στην Πατρίδα!»
Επιστροφή στην Ανθολογία από τη Νέα Γενιά
Επιστροφή στις Ανθολογίες
Αρχική σελίδα KEIMENA