ΖΩΗ ΓΟΡΤΥΝΙΑΤΗ

 

ΓΙΑ Τ’ ΑΓΙΑ ΧΩΜΑΤΑ

 

Τους είχε αρπάξει απ’ τη μακρινή Ανατολή το μεγάλο κύμα του ’22. Γυμνούς, πεινασμένους τους απόθεσε στο λιμάνι του Πειραιά. Πόσο παράδειραν στον ξένο τόπο, που ωστόσο ήταν η  πατρίδα τους η αληθινή, η Αθηνά το ’μαθε πολύ αργότερα απ’ τις κουβέντες της μητέρας της, γιατί εκείνη ήλθε στον κόσμο τέσσερα χρόνια ύστερα όταν πια το αντρόγυνο είχε κατασταλάξει στην ξύλινη παράγκα των Ν. Σφαγείων.

Η ανέχεια κι η θλίψη στέκονταν σαν ένα μαύρο σύννεφο πάνω απ’ το συνοικισμό. Κάθε μέρα έφερνε το δικό της φαρμάκι κι ήταν άψητος σε τέτοιας λογής ζωή ο πατέρας της Αθηνάς. Έφυγε κι άφησε μόνη της να παλέψει τη μάνα με το μωρό της δυο χρονών στην αγκαλιά.

Όταν τα μαγαζάκια στο μεγάλο δρόμο που τραντάζονταν όλη μέρα απ’ τα βαριά φορτηγά αυτοκίνητα άρχιζαν να φέρνουν κατά τα μέσα του Δεκέμβρη ζωγραφιές ή φτηνά τενεκεδένια παιχνιδάκια, η Αθηνούλα ρωτούσε τη μητέρα της.

- Πούθε έρχεται ο Αϊ Βασίλης μάνα;

- Πέρ’ απ’ την Καισάρεια, παιδί μου, απ’ τ’ άγια μας χώματα.

Όσο ήταν μικρή η Αθηνά δεν απαντούσε τίποτα στη μητέρα της κι ονειρευόταν οι ο Αϊ Βασίλης την πήγαινε κρατώντας την απ’ το χέρι εκεί κάτω στην Καισάρεια «στ’ άγια χώματα» όπου όλα ήταν άφθονα και πλούσια κι από δέντρα κρέμονταν λογής παιχνίδια. Μα όταν αργότερα πήγε στο σχολειό δεν ήθελε πια να παραδεχθεί πως «τ’ άγια χώματα» ήταν εκεί κάτω στη χώρα του Αϊ Βασίλη.

- Εδώ είναι τ’ άγια χώματα, έλεγε πεισματικά στη μάνα της, ετούτη είν’ η πατρίδα μας. Δεν είμαστ’ Έλληνες;»

Αντίρρηση δεν είχε η μάνα, μα πώς να ξηγήσει στο παιδί πως εκεί κάτω το μαύρο σύννεφο, αθέατο στα παιδικά του μάτια, δε στεκόταν καθημερνός βραχνάς.

Μια μέρα η Αθηνά γύρισε αναψοκοκκινισμένη απ’ το σκολειό.

- Με είπαν Τουρκάλα!

- Γιατί;

- Να, γιατί, λέει, το παράνομά μου είναι τούρκικο, Χατζηεσμέρ δεν είναι όνομα ελληνικό.

Άφωνη η δόλια μάνα. Γιατί της το κακοκάρδιζαν τ’ ορφανό της; Δεν το ξέραν τάχα πως γιατ’ ήταν Έλληνες κι ήθελαν να μείνουν Έλληνες παράδερναν τώρα ξεριζωμένοι απ’ τα χώματά τους;

Μα η Αθηνά είχε δώσει, λέει, την απάντηση.

- Κι αν το παράνομά μου δε φαίνεται ελληνικό, τ’ όνομά μου είναι πιο ελληνικό απ’ ολονών σας. Καμιά Τουρκάλα δεν τη λένε Αθηνά!

Και τα χρόνια κύλισαν.

Μάης του ’41.

- Σα σήμερα γεννήθηκες, κόρη μου.

Κι ούτε που προσέχει η Αθηνά, το ξέρει μα δεν το θυμήθηκε.

Πιο πέρα από το συνοικισμό είναι ο μεγάλος στρατιωτικός σταθμός του σιδερόδρομου κι εκεί μέρες τώρα αλυχτάνε κάτι ξένοι αγριαθρώποι.

Το παιδιάτικο θάμπωμα έχει φύγει καιρό από τα μάτια της κι είδε. Είδε κι εκείνη το μαύρο σύννεφο πάνω από το συνοικισμό της φτωχής εργατιάς. Και να τώρα καινούργιο βάσανο. Τι θα γινόταν τάχα;

Το καλοκαίρι περνάει με το φόβο του χειμώνα που έρχεται. Ούτε δουλειά ούτε φαΐ. Όπως στα παραμύθια, λες και κακό αγερικό φύσηξε απάνω στην κουρασμένη χώρα και πήρε όλο το βιος της ως και τα χορτάρια της. Το μικρό εμπόριο της μάνας που τη συντηρούσε – λεμόνια, σκόρδα και μυριστικά – σταματά. Το σχολειό όπου ξεχνούσε όλες της τις πίκρες κλειστό και κείνο.

Πιάνει τη βελόνα για να ζήσει κείνη και η μάνα της.

Ο χειμώνας ήρθε ο πιο παγωμένος, ο πιο φαρμακερός χειμώνας που γνώρισ’ η Αθήνα. Οι άνθρωποι γύρω στο συνοικισμό πεθαίνουν σα μύγες. Άλλοι – οι λίγοι – σκύβουν το κεφάλι. «Έτσι θέλει ο Θεός να μας χάσει». Άλλοι – οι πολλοί – σφίγγουν τα δόντια, σφίγγουν τις γροθιές και περιμένουν κάτι. Κάτι να γίνει, για να χιμήξουν απάνω στο θεριό που ρουφάει χιλιάδες το αίμα της πατρίδας. Μ’ αυτούς κι η Αθηνά. Περιμένει. Και το Κάτι έρχεται. Είναι μια μικρή λέξη. Σαν την λες σιγά σιγά μοιάζει με βαθύ στεναγμό ανακούφισης, σαν έχεις την τόλμη να τη φωνάξεις είναι κραυγή, ξεσηκωμός, εγερτήριο σάλπισμα – ΕΑΜ.

Μαγική κι ακατάληπτη λέξη που ζέσταινε τις καρδιές κι ανέβαζε αψύ το θυμωμένο αίμα στο κεφάλι.

Κι άρχισε ο αγώνας. ΕΑΜ και χυνόταν ο κόσμος στους δρόμους. Πέρα γριές, άντρες, γυναίκες, παλικαράκια, κοπελούδες και παιδιά και παλεύαν άοπλοι με τα ξύλα και με τις πέτρες τον οπλισμένο εχτρό.

ΕΑΜ! και στις συνοικίες της Αθήνας, οργανώνονταν τα νιάτα για ν’ αντισταθούν με τα όπλα στον καταχτητή. Μαζί κι η Αθηνά! Πάντα πρώτη ανέμιζε τις κατάμαυρες μπούκλες της. Όταν οι προδότες μαζί με τους ξένους δυνάστες άρχισαν να χτυπάνε στις συνοικίες το λαό, η Αθηνά οργάνωσε το μικρό της νοσοκομείο σ’ έν’ απρόσμενο σπιτάκι. Έτρεχε «στα παιδιά» κάθε στιγμή που της περίσσευε απ’ τις άλλες δουλειές και τ’ άλλα καθήκοντα που της είχε φορτώσει ο αγώνας.

Κάποτε η καρδιά της μάνας, που ωστόσο βοηθούσε το κατά δύναμη, ανταριαζόταν.

- Παιδί μου, πρόσεχε, σκοτώνουνε!

- Σώπα, μάνα, μια ζωή ’ν’ αυτή κι αν μου γράφει να πεθάνω για να λευτερωθούν τούτα «τ’ άγια χώματα» χαλάλι!

Και σώπαινε η μάνα και ξαναβοηθούσε ώσπου ένα βράδυ, την άνοιξη του ’44, η προδοσιά χτύπησε την πόρτα της Αθηνάς. Τη χτύπησε με το χέρι της φίλης.

- Αθηνούλα, έρχεσαι να πάμε στη μοδίστρα;

- Όχι, έχω δουλειά, θα πάω στα παιδιά.

- Έλα, καημένη, μισή ώρα θα κάνουμε κι ύστερα γυρίζουμε μαζί.

Και ξεκινά η Αθηνά ντυμένη με τη μαύρη μαθητική της ποδιά. Έπαιρνε να σουρουπώνει κι η φίλη όλο αιτίες ν’ αργοπορεί εύρισκε στο δρόμο.

- Βιάσου, δε μ’ αρέσει να είμαστε αργά έξω.

- Μπα, τι φοβάσαι, καημένη!

Και κει στη γέφυρα του ηλεχτρικού περίμεναν οι μπόγηδες.

- Ακολουθήστε μας!

- Γιατί; Τι μας θέλετε;

- Παράτα τα κι έλα κοντά, λένε απότομα στην Αθηνά.

Ακολουθεί η κοπελίτσα, ακολουθεί κι η προδότρα. Εκεί στο τμήμα που τις πήγαν τη μια την πετάνε στο μπουντρούμι κι η άλλη χαμογελά με τους χαφιέδες.

Καλό κυνήγι, μπράβο! Πολλά θα μάθουμε από δαύτη.

Κι ύστερα; Ύστερα όπως όλοι οι άλλοι. Μαρτύρησε. Δεν ξέρω τίποτα! Ξύλο, κάψιμο, όλα εκείνα τα γνωστά κι ανατριχιαστικά που δεν τα ξεσηκώνει νους ανθρώπου.

Και τ’ αντίκρισε όλα ήρεμη, η μικρή Αθηνά, δίχως κράνος, ασπίδα και δόρυ. Για κράνος είχε μονάχε τις μαύρες της μπούκλες, γι’ ασπίδα και δόρυ την καθαρή και κοφτερή ματιά της.

Χατζηκώστα… Χαϊδάρι, ένα ένα σκαλί του Γολγοθά.

Ένα πρωί – 5 του Σεπτέμβρη – το φως της λευτεριάς χάραζε κιόλας στην Ανατολή, μα για την Αθηνά ήταν το τέλος.

Στο δρόμο προς το θυσιαστήριο ξήλωσε το τσεπάκι της μαθητικής ποδιάς κι έδεσε μέσα το δαχτυλίδι της – μια πέτρα κόκκινη και μια γαλάζια – και τη διεύθυνσή της και τα παράδωσε σ’ έναν αστυφύλακα.

Ύστερα τίποτα.

Όχι, ήταν και μια μάνα που πήγε ζητώντας για τη μοναχοκόρη της στον Ερυθρό Σταυρό κι αυτές γι’ απάντηση της δώσαν έναν αριθμό κι ο αριθμός αντιστοιχούσε σ’ έναν τάφο κι η μάνα δεν καλοκατάλαβε κι έβαλε τα γέλια κι έτσι γελώντας έφτασε στο συνοικισμό. Λένε πως με τον καιρό κατάφερε το μυαλό της να νιώσει την αντιστοιχία και δε γελά πια.

Τώρα φορεί το δαχτυλίδι της κόρης της στο δάχτυλο κι ένα κόκκινο λουλούδι στην καρδιά της.

Και κάτι άλλο. Όπως λεν στα παραμύθια, η προδότρα ζει και βασιλεύει.

 

Επιστροφή στην Ανθολογία από τη Νέα Γενιά

Επιστροφή στις Ανθολογίες
Αρχική σελίδα KEIMENA