ΚΑΤΙΝΑ ΛΥΩΝΙΑΤΗ
ΟΤΑΝ ΓΥΡΙΣΕ
Ήταν ένα αγόρι με μια ξεσκισμένη τραγιάσκα και με μια
τούφα σγουρά μαλλιά που πέφτανε πότε στο ’να αυτί και πότε στ’ άλλο. Είχε τα
μάγουλα ξεροψημένα με κείνο το χρώμα του κεραμιδιού, που λες και φτιάχτηκε
κατευθείαν από ηλιακή ουσία, ήταν πασπαλισμένα από μιαν άσπρη σκόνη με
κρυσταλλικές αναλαμπές, παρμένες απ’ την άρμη της αφροθάλασσας… Τα μάτια του
ήταν γαλάζια, όπως γαλάζιο πρέπει να ’ναι το χρώμα της γαλήνης, όταν αυτή
φτάνει ως τα μάτια, κι άλλοτε ήταν γκριζοπράσινα, όπως τέτοιο είναι το χρώμα
της τρικυμίας, όταν απλώνεται πάνω στ’ ανοιχτό πέλαγος.
Ήταν ένα θαλασσοπούλι που ζούσε ολημερίς πάνω «στις βραχιές» του νησιού και κούρνιαζε ακόμα και τα βράδια εκεί κοντά στην ακροθαλασσιά, για ν’ ακούσει «το τραγούδι που φέρνει απ’ τ’ ανοιχτά το κύμα». Τη στεριά τη φοβόταν. Φοβόταν τα θεριά της και τους ανθρώπους της. Αυτός που αδείλιαστα βουτούσε μέσα στα βαθιά της θάλασσας – κι έχει η θάλασσα σκυλόψαρα, χταπόδια και χίλια δυο άλλα κακά – φοβόταν τα «στεριανά θεριά», φίδια και σκορπιούς και τους ανθρώπους που ’χαν μάθει τους φόβους του και τον πειράζανε γι’ αυτό.
- Ένας τυφλίτης! του λέγανε κι αυτός κοίταζε γύρω του τρομαγμένα. Όσο κι αν είναι επικίνδυνο το φίδι αυτό – λένε πως όλες τις μέρες της βδομάδας κείτεται κουλουριασμένο και στραβό και μόνο το Σάββατο, μπορεί να βλάψει – όσο κι αν είναι ακίνδυνο, αυτός ήξερε πως είναι κι αυτό γέννημα της στεριάς που σέρνεται στο χώμα και τρέφεται από χώμα.
Βασίλη τον λέγανε και δεν ήξερε να γράψει άλλα ψηφία απ’ αυτά που σχημάτιζαν τ’ όνομά του.
Φτωχός οικογενειάρχης ο πατέρας του τον πήρε μαζί του μέσα στη βάρκα, μόλις κατάλαβε πως ο γιος του μπορούσε να βουτήξει με το τίναγμα του δυναμίτη και πριν ξεφτίσει η φούντα του αφρού που ξεσηκωνόταν.
Δεν είχε δεύτερο βρακί, δεν είχε δεύτερο πουκάμισο, μα ήταν ένα θαλασσοπούλι, ψαρά παιδί, που ένα μονάχα ονειρευόταν: πώς να βαστήξει κι αυτός στο ’να χέρι το δυναμίτη και το τσακμάκι στο άλλο.
Ήρθεν ο πόλεμος, ήρθεν η κατοχή, ήρθαν οι Ιταλοί, η σκλαβιά, η πείνα, το θανατικό… Ο Βασίλης ζει τώρα μακριά από τις αγαπημένες του βραχιές. Πεινασμένος, ξεροκαταπίνει τον καημό του. Ο πατέρας του πρησμένος κείτεται σε μια γωνιά κάπου κάτω κει, στην ακροθαλασσιά κείτεται κι η βάρκα τους. Μέρα με τη μέρα σαραβαλιάζεται, όπως σαραβαλιάζεται ο Βασίλης, ο πατέρας του κι άλλοι κι άλλοι…
Ένα πρωί ο Βασίλης δε βρέθηκε στο στρώμα του σαν κι αυτόν δε βρέθηκαν κι άλλα συγχωριανά του αγόρια. Όπως μαθεύτηκε σιγά, μουρμουριστά, είχαν φύγει μια νύχτα αφέγγαρη για τη μακρινή Μέση Ανατολή.
Πώς; Με τι;.. Η σιωπή σκέπασε το φευγιό τους.
Πέρασε ένας χρόνος κι άλλος ένας, ώσπου ένα πρωί, ξαφνικά, δεν ακούστηκε η μπότα του καταχτητή στα πλακόστρωτα του νησιού. Όλη τη νύχτα ντουφεκιές και κανονιές αντιλαλούσανε στις ρεματιές και το κακό ερχόταν από τη χώρα. Το κουρελόπανο με τα σιχαμερά χρώματα δεν ανεμίστηκε πάνω στο κοντάρι της εκκλησιάς. Οι χωριάτες τρέξανε στα σελάδια και στις κορφές για να βεβαιωθούνε και να πιστέψουνε.
Ο καιρός όλο περνά, καμπόσοι γύρισαν στο χωριό, γράμματα αρχίσανε να ’ρχονται απ’ τους χαμένους, μόνο ο Βασίλης δε γυρνά.
Πέρασε ακόμα ένας ολόκληρος χρόνος σχεδόν… Όταν, ξαφνικά, χτύπησε η πόρτα του συγγενικού σπιτιού.
Ο Βασίλης!
Δε φορεί τραγιάσκα, η τούφα των μαλλιών δεν είναι πεσμένη ούτε στο κούτελο ούτε στ’ αυτί, στη θέση των γαλάζιων ματιών έχει τώρα δυο κάρβουνα αναμμένα, τα μάγουλά του είναι χλωμά, σκαμμένα, στεγνά, χωρίς κεραμιδί χρώμα, χωρίς κρυσταλλικές αναλαμπές. Το κορμί σπρωγμένο σαν για κάποια μυστικιά εξόρμηση.
Ο Βασίλης.
- Είμαι εγώ! δε με γνωρίζετε;
Και μιλάει… Η μορφή του έχει την όψη του εκστατικού και του εμπνευσμένου. Μιλάει…
- Όλ’ αυτά τα ’χω στις σημειώσεις μου κρατημένα, λέει…
Όλ’ αυτά είναι μέσα σε τρία τέσσερα μπλοκ γεμάτα με μια λεπτή νευρώδικη γραφή.
- Τα ’γραψα τις ώρες της ανάπαψης, ύστερα από το μάθημα, για να μην τα ξεχάσω. Τώρα, αν θέλετε, να σας απαγγείλω ένα ποίημα του ήρωα ποιητή μας Φώτη Αγγουλέ.
Και η φωνή του Βασίλη, όλη παλμό απλώνεται στο δωμάτιο:
Αντιφασίστες Έλληνες
Το προσκλητήριο να γενεί…
- Είναι το τραγούδι που αφιερώθηκε στους ήρωες του Μπιρ Χακίμ, έχει εισηγηθεί ο Βασίλης.
- Δεν φοβήθηκες τους τυφλίτες, Βασίλη; ούτε τους σκορπιούς;
Ο Βασίλης χαμογελά. Ήταν δεκάξι χρονών σαν έφυγε μια νύχτα από τον έρημο κάβο του νησιού και τώρα, όταν γύρισε, έχει δυο κάρβουνα αναμμένα για μάτια κι ένα κορμί έτοιμο για μια κάποια εξόρμηση.
- Είχε πολλούς σκορπιούς εκεί κάτω, λέει, τυφλίτες κι όλων των ειδών τα φίδια… Είχε και χίλιων λογιών ανθρώπους… Και γελά. Άλλοτε, μόλις μπορούσε να χαράξει τα ψηφία του ονόματός του, τώρα, γύρισε με δυο τρία μπλοκ γεμάτα από σημειώσεις που τις έγραφε ύστερα από κάθε μάθημα: Πολιτική Οικονομία, Διαλεχτική… Και με στίχους που τους απάγγελνε με παλλόμενη φωνή…
- Τα ’μαθα όλ’ αυτά κει κάτω στα σύρματα, λέει ο Βασίλης και τα μάτια του, τ’ αναμμένα κάρβουνα, κοιτάζουν πέρα «στην πλατιά καυτερή θάλασσα που ’ναι όλη άμμο».
Σαν πήγε κει κάτω ήταν ένα αγόρι που ποθούσε να βαστάξει το δυναμίτη απ’ το ’να χέρι και το τσακμάκι απ’ τ’ άλλο. Τώρα, όταν γύρισε, είναι ένα παλικάρι με μερικά μπλοκ στο ’να χέρι κι ένα απολυτήριο του στρατού, όπως λένε, στ’ άλλο που γράφει: «Διαγωγή κακίστη».
Επιστροφή στην Ανθολογία
από τη Νέα Γενιά
Επιστροφή στις
Ανθολογίες
Αρχική σελίδα KEIMENA