Λ. ΜΩΡΑΪΤΗΣ

 

ΟΙ ΣΥΜΠΕΘΕΡΟΙ

 

Ξημερώσαμε στις αγκαλιές της Γκιόνας. Νύχτα χυθήκαμε απ’ το Λευκαδίτη, τη Σκιά, τις Μουσουνίτσες και ξημερώματα σκορπίσαμε στα καραούλια και στις πλαγιές της Γκιόνας, δίνοντας ζωντάνια στο δάσος.

- Ωρές παιδιά, λέει ο Γιαννάρας στα παλικάρια του σαν τηράει γύρα, κάπου δω κοντά πρέπει να ’ναι ο Θεός, ωρές. Τόσο όμορφα που ήταν. Χάχανα ακούστηκαν στ’ ασκέρι με το χωρατό του.

Νύχτα δρασκέλισαν τα Βαρδούσα, πέρασαν στα Μουσουνιτσώτικα και σκάλωσαν στη Γκιόνα. Τα μούτρα τους πανιασμένα κι αξούριγα μοιάζουν με σκελετούς. Μα δε νιώθουν διόλου διόλου απόστα. Ο Γιαννάρας δεν τους παράτησε ‘λότελα, όλο με κάτι τους ξαπόσταινε. Σαν έκιωνε τ’ αντάρτικα χωρατά, τους διηγόνταν ιστορίες απ’ τη ζωή του.

Ο Γιαννάρας ήταν ψηλός κοντά δυο μέτρα, ξερακιανός και λιοκαμένος, με δυο αυλακιές στο μούτρο και το λαιμό γιομάτο ζάρες. Σαν μίλαε για τη φκιασά του ψευταναστέναζε:

- Ααααχ! Αχ! κορμάκι μου πολυβασανισμένο απ’ τις χαρές και τα πανηγύρια, έκιωνε, και το καρύδι κάτ’ απ’ το λαιμό του έπαιζε πότε πάνω πότε κάτω, σάματις να ’ταν μπίλια.

Χαίρονταν αληθινά σαν τήραε τα παλικάρια του και τα ’βλεπε να χωρατεύουν.

- Ωρές, εμείς πρέπει να χαιρόμαστε, τους έλεε, ταχιά όλοι θα πέσουμ’ από βόλι και μια μέρα θα μας γράψουν τα χαρτιά, μαθές, κι άμα δε μας γράψουν; Εμείς θα κάνουμε εκειό που ’ναι σωστό.

Κι αμέσως προσποιούνταν τη γριά μάνα του πώς θα κάνει σαν πάρει το μήνυμα του χαμού του:

- Γιάνο μ’, Γιάνο μουουουουου… ου Γιάννο μ’ κυπαρίσσι μουουου….ου Γιάννο μ’ σε φάγαν τα σκυλιά Γιάννο μου! και θα σφιχταγκαλιάζει και θα γιομίζει σάλια τη φωτογραφία του και θα την ξαμώνει στις γειτόνισσες που θα παραστέκουν για παρηγόρια. Θα τηράει τις κοπέλες του χωριού και μάτα θα λαμπαδιάζει:

- Γιάννο μ’ ήρθαν οι νυ-φού-λες-να-σε-κα-μα-ρώ-σου-νεεεε…έ!

Το μοιρολόι θ’ αρχινάει σουρτό απ’ τις γεροντότερες κι απέ θ’ ακολουθάν’ κι οι άλλες αγάλια:

- «Α, πού ’ρθε του-το-μη-νυ-μαααα, α, το Γιάννο το λε-βέ-ντη-τον-ασί-κη-μαααα….ας»!

Και με τα χωρατά του τούτα ξαπόσταινε τους αντάρτες του.

Ποτές του δε διάταζε ο Γιαννάρας μα η κουβέντα του ήταν διάτα στα παλικάρια. Το ’χαν για κατηγόρια στο παλικάρι που θα τον πίκραινε. Σε κάθε μάχη, τους ορμήνευε κι απέ τραβούσε μπροστά. Τα λιανικανιά του δρασκέλιζαν λιθάρια και κλαριά.

- Άι από κοντά, άι από κοντά οι άλλοι, φώναζε στα παλικάρια του και κείνα χύνονταν στη μάχη, πέφταν στη φωτιά.

Στη δημοσά Άμφισσας - Γραβιάς, οχτώ φυλάκια έχει στεργιώσει ο εχτρός ζερβά δεξιά, για να διαφεντέψει το διάβα τούτο. Όλα τα τμήματα του Μωριά, σκαλώνοντας στην Ιτιά από δω θα χυθούν στον κάμπο της Λαμίας. Πέρα απ’ την Τοπόλια, κάτω απ’ τη Συγδίτσα στο 51, στο 49, 48, στη Μπούκα της Βάρκανης πυκνοφυτεμένες φωλιές του καταχτητή δε μας άφηναν να ζυγώσουμε το δρόμο. Νύχτα ειπώθηκε πως θα γενεί σύγκαιρο ξεπάστρεμα στα φυλάκια του εχτρού κι ο Γιαννάρας έξυνε το γένι του.

- Ταχιά θα ’χουμε σώγαμπρους, μάζωξε τα παλικάρια του και τους είπε. Στερνά τους εξήγησε τα σκέδια. Τηράτε καλά, ωρές, βόλι και κεφάλι, τέλειωσε την ορμήνεια του.

Όσους Γερμανούς σκότωνε ο Γιαννάρας με τα παλικάρια του, έλεγε πως τους αφήνει σώγαμπρους στην πατρίδα. Είχε σμίξει καλά με τον Καπετάνιο του, το Λια τον Αντωνόπουλο απ’ την Αταλάντη, ένα δεμένο κοσπεντάχρονο παλικάρι και δε τους τρόμαζε εχτρός και βόλι.

- Ρε συ Λια, απ’ την Αταλάντ’ εσύ, από Δραχμάν’ εγώ, θα συμπεθεριάσουμε μια μέρα… Θα σου δώσω την ξυλάρα, ρε – μια ξερακιανή ξαδέρφη του γεροντοκόρη – και του ’λεγε τα χούγια της.

Οι αντάρτες σκόρπισαν ζερβά στις Διπλοτύπες για τα Καρατζανέικα, ομπρός για το Βαριανίτικο, δεξιά για το 48 κι από την Τρούπη για το 51 και κείθε. Τα έλατα κουνούσαν χαδιάρικα τις λιανές κορφούλες από καμάρι, οι κέδροι ανάδιναν τ’ άρωμά τους κι όλα θαρρείς πως αναδεύονταν στον πόθο της λευτεριάς που ζύγωνε. Μια παρθενική γοητεία ήταν απλωμένη στο δάσος απ’ άκρη σ’ άκρη.

Ο Γιαννάρας με το Λια και τα παλικάρια τους κίνησαν για το 51, ομπρός αυτός με τ’ οπλοπολυβόλο στον ώμο κι απόκοντα οι άλλοι. Τα φρύδια του κατεβαστά πα στα μικρά του μάτια, τα μουστάκια του πεσμένα στα χείλια. Έτσι και σκάρισαν στο ριζό, αγνάντεψαν το 51 ντυμένο στα χρυσάφια του ήλιου. Σε αρμονικές καμπύλες δεξά κατηφορίζει ο πλατύς δρόμος για τα Σάλωνα, ζερβά για τη Γραβιά.

Το 51 μοιάζει ίδιο κάστρο. Τα βράχια του διαφεντεύουν σ’ ολάκερη τη δημοσά. Κοντά ογδόντα Γερμανοί καταγίνονται με το νοικοκυριό τους. Ο Γιαννάρας ξύνει το γένι του και κλείνει το ’να του μάτι βλέποντας τη μυρμηγκιά τούτη του εχθρού.

Όλα τα φυλάκια χτυπήθηκαν σύγκαιρα. Τ’ αυτόματά μας σκάψανε τη γης, τα παλικάρια μας χύμηξαν λιονταρίσια. Οι Γερμανοί σαν είδαν τούτο τ’ άξαφνο, θαρρείς κι είδαν το τέλος τους, κι ένα ένα τα φυλάκια αρχίνησαν να ξεφτίζουν πέφτοντας στο μεγάλο Βαριανέικο ρέμα. Ένα πυροβόλο τους φυτεύει ράχες και πλαγιές ανάμεσό μας. Το 51 βαστούσε μάχη, λίγα κορμιά ξάπλωσαν καταγής στα πρώτα βόλια, οι άλλοι ταμπουρώθηκαν πίσ’ απ’ τα βράχια και ξέμπηξαν τα πλευρά της Γκιόνας στο ντουφεκίδι. Τα παλικάρια μας στέκουν καταπάνω, μπαταριά στη μπαταριά, κάθε ρίζα και ντουφέκι, κάθε βράχος και κορμί. Η στερνή φροντίδα του Γιαννάρα να ξεριζώσει τους Γερμανούς απ’ το 51 μοιάζε θεϊκό ξεσήκωμα. Θεριό ανήμερο κίνησ’ ομπρός:

- Άι από κοντά, άι από κοντά…

- Αέρα, παιδιά, αέρααα!..

Τα βόλια μπλέκουνται πάνωθέ μας, οι Γερμανοί σκορπάνε στα ρουμάνια κι ο Γιαννάρας στεργιώνεται κυπαρισσόκορμος πα στα βράχια. Τηράει τα κορμιά που ’ναι σπαρμένα καταγής κι η λύπηση ξεχειλίζει την ψυχή του.  Παρέκει ξεχωρίζει το Λια, το συμπέθερό του πεσμένον μπρούμυτα. Ένα βόλι καταμεσής στο κούτελο του έχει ανοίξει το κεφάλι στα δυο. Τούτο είναι κι αν είναι. Μεριάζει, σκύβει και τον ασπάζεται. Στερνά παίρνει το ντουφέκι του νεκρού, το θηλυκώνει στο μπράτσο κι αλαργεύει με τα φρύδια κρεμαστά.

Τα παλικάρια γύρα του πλιατσικολογάνε τους Γερμανούς. Ο εχτρός λούφαξε λίγην ώρα. Ένα αυτόματο μονάχα, κάπου χαμηλά στη χαράδρα αφήνει πού και πού μια ριπή σαν άγριο κελάηδισμα. Απ’ τα οχτώ φυλάκια τα έξι γίνηκαν δικά μας, τα δυο αντιστάθηκαν πεισματικά.

Τα παλικάρια νοιάζονται καινούργια μάχη. Ο Γιαννάρας τραβιέται με τους δικούς του παρέκει στο ριζό του δάσους. Ένα αντιαρματικό βρίσκει στόχο στα παλικάρια μας. Έτσι και βγαίνουν απ’ τα βράχια, τα βόλια νύχτωσαν τη  μέρα. Ταμπουρωμένο κάπου καρτέραγε να νιώσει την αντρειά του παλικαριού. Το βόλι τον βρίσκει κατάστηθα. Τα στήθια του άνοιξαν τριαντάφυλλο, τα γόνατα τσάκισαν κι έπεσε καταγής. Θαρρώ πως βλέπω το σπίτι του στο χωριό, με την ασβεστωμένη μάντρα, τις δυο λεύκες δίπλα στην πλατιά πεζούλα του πηγαδιού, το δωμάτιό του άδειο με μια σειρά καρέκλες απόγυρα, ασβεστωμένους τους τοίχους και το ταβάνι με τη φιστικιά ώχρα, τον κατρέφη τυλιγμένο στο μαύρο τουλουπάνι και τη μάνα του να σκούζει:

«Γιάννο μ’ Γιάννο μουουουου…ου!

Ο Γιαννάρας τραντάχτηκε για στερνή φορά κι έσβησε αγάλια. Μήτε δέκα μέτρα δεν τον χωρίζουν απ’ το συμπέθερό του. Τα χέρια του ξάπλωσαν δυο ντουφέκια καταγής κι η λύπηση πλάκωσε στην ψυχή τα παλικάρια του έτσι πως στέκουν γύρω του.

Σκόρπια δυο τρία αυτόματα ματαρχίνησαν μιλητό.

- Ομπρός, ωρές, δεν το ’χουμε για κλάμα, φωνάζ’ ο παλιότερος.

- Άι από κοντά, άι από κοντά, κρένουν κι οι άλλοι.

Πέφτουν και κιώνουν τους εχθρούς, κι η Γκιόνα πνίγηκε στις μπαταριές, τη μέρα τούτη του περασμένου Σεπτέμβρη.

 

Επιστροφή στην Ανθολογία από τη Νέα Γενιά

Επιστροφή στις Ανθολογίες
Αρχική σελίδα KEIMENA