του Ζαχαρία Παπαντωνίου (1877-1940)
Άκουσε μια ιστορία που είναι μικρή και μοιάζει με τις μεγάλες.
Στο Κένζινκτον Παρκ, φουντωμένο κι ανθισμένο, καθώς καθόμουν μονάχος μιλώντας μ΄ ένα δέντρο για το λάθος της ύπαρξής μου, πέρασαν δυο αδερφές.
Ήταν κι οι δυο γεροντοκόρες, μα πολύ γριές, γιαγιάδες των ανεκπλήρωτων πόθων, από κείνες τις αδερφές που απελπίζονται μαζί, γερνάνε μαζί, και φοβούνται μήπως ο χάρος αφήσει τη μια – γι΄ αυτό κρατιούνται απ΄ το χέρι.
Ο άνεμος ντρέπεται κάποτε να φέρνει στο δρόμο τέτοια κουρέλια, όσο αυτές οι δυο Άγιες Λύπες, μα η αδιάντροπη ζωή που δεν διστάζει ποτέ, αφού τις έκαμε τέτοιες που ήσανε, μου τις έφερε στο πάρκο να τις ιδώ και να λυπηθώ.
Πίσω από ποια βουνά, θε μου! νάχουν κρυφτεί οι δυο νέοι που ονειρεύτηκαν οι δυο γριές αδερφές στο πλευρό των; Πίσω από ποια βουνά; Άλογο που δεν κουράζεται και δε διψάει ποτέ, θα τους πηγαίνει μακρυά. Πάντα θ΄ αλαργεύουν, δε θα πλησιάσουν ποτέ, μηδέ τη νύχτα – (πλέον) – του Άι-Γιάννη, πάντα θ΄ αλαργεύουν πίσω σ΄ άλλα βουνά και πάλι σ΄ άλλα βουνά.
Κρατημένες απ΄ το χέρι οι δυο αδερφές, πήγαιναν κάτου απ΄ τα δέντρα.
Φορούσαν δυο καπέλλα φορτωμένα με μια φριχτήν άνοιξη από πανί που έριχνεν άνθη και καρπούς στα γηρατειά των. Τα ίδια καπέλλα, τα ίδια άνθη, ούτε ένα λιγότερο – τόσο ήταν αγαπημένες. Οι ίδιες ρυτίδες, τόσο ήταν αγαπημένες! Κι άξαφνα η μια στάθηκεν, άπλωσε το χέρι της στο καπέλλο της άλλης και με μεγάλη σοβαρότητα, με μεγαλύτερη στοργή, της διόρθωσε
– αλήθεια δε μπορώ να το διηγηθώ –
της διόρθωσε τη θέση κάποιου άνθους που είχε γείρει, σαν να της διόρθωνε κάποιο μεγάλο λάθος στην ύπαρξή της, στην ύπαρξή των!
Η άλλη είπεν «ευχαριστώ», ξαναπιάστηκαν απ΄ το χέρι και ξακολούθησαν να πηγαίνουν σιωπηλές, σβυσμένες.
Αυτή ΄ναι η ιστορία.-
Από τη συλλογή «Πεζοί ρυθμοί» (1922).
Πρώτη δημοσίευση : περιοδικό Νέα Ζωή, Τόμος
8, τεύχος 1-3 (1912), σ. 9.