του Ζαχαρία Παπαντωνίου (1877-1940)
Θυμάσαι; Το λεωφορείο μάς πήγαινε κλονίζοντάς μας βαρειά με τους μεγάλους του βαλλισμούς. Ήταν συννεφιά, το πλήθος έτρεχε χωρίς να σταματήσει πουθενά, καταδικασμένο σε κίνησιν αιώνια, σε ομορφιά και σε καταστροφή, όπως η θάλασσα.
Κι άξαφνα στο δρόμο πέρασαν τα κορίτσια των δώδεκα χρονών πηγαίνοντας ν΄ ανθίσουν μέσα στο λίθινο δάσος μιας γοτθικής εκκλησίας.
Θα κοινωνούσαν.
Ήταν ολάσπρα, οι πέπλοι των ακινητούσαν στον αέρα.
Κι αυτό το άχραντο της φορεσιάς των ήταν λιγότερο άσπρο απ΄ την ψυχή των που δεν πρόφτασε να γευθεί το φαρμάκι που λέμε ωραίο.
Τότε, εσύ που είχες στα χείλη σου τη νικοτίνη τόσων ανδρών, τη γεύση τόσων σπασμένων ποτηριών, το φλοίσβο των φιλημάτων της πόλης! Εσύ που τα ήξερες όλα, και το κακό δεν μπορούσε νάναι μπροστά σου παρά μια παλιά ιστορία που φέρνει νύστα.
Τότε –
καθώς περνούσε το χιόνι των δώδεκα χρονών κι ακούγαμε, θαρρώ, το χτύπο των φτερών των αρχαγγέλων που τα οδηγούσαν στο ναό –
το φτιασίδι σου άσπρισε.
Και την ψυχή σου την περόνιασε τέτοιο κρύο που την άκουσα να πέφτει και να περιμένει ένα θάνατο μοιραίο, βραδύ και σιωπηλό, καθώς πεθαίνουν μέσα στους πάγους.-
Από τη συλλογή «Πεζοί ρυθμοί» (1922).
Πρώτη δημοσίευση : περιοδικό Νέα Ζωή, Τόμος
8, τεύχος 1-3 (1912), σ. 8.