|
Το δέντρο του σταυρού του Ιωάννη Πολέμη (1862-1924) |
|
|
|
Παραπονιέται η Λοιδωριά και λέει
στα δέντρα τ΄ άλλα : — Το δίκοπο τον πόνο μου κανείς
δεν αγροικά!… Ο αγέρας με καταφρονεί, και της δροσιάς
η στάλα σαν το φιλί της όχεντρας μου καίει
τα σωθικά. Ο ξυλοκόπος πούρχεται με το βαρύ
πελέκι μέσ΄ στα βαθιά της λαγκαδιάς, μόλις
εμένα δει σταυροκοπιέται απότολμος κι ούτε
στιγμή δεν στέκει, σαν νάναι μαύρο εξωτικό το κάθε
μου κλαδί. Ως και το φως του φεγγαριού κ΄ εκείνο
σκοτεινιάζει ανάμεσα στα φύλλα μου τα γύρω
αγκαθωτά, στην έρημή μου την κορφή μηδ΄ όρνιο
δεν κουρνιάζει και στα λιγνά κλωνάρια μου μηδέ
πουλί πετά. Εσείς στ΄ αγέρι παίζετε κ΄ εγώ στ΄
αγέρι βόγγω και μέρα-νύχτα αγιάτρευτος ο πόνος
με κρατεί! Δεν είμαι δέντρο σαν εσάς; δεν ζω
στον ίδιο λόγγο; Γιατί την καταφρόνια σας μού δείχνετε,
γιατί; Και στρέφετ΄ η Βελανιδιά στεγνή κι
αγκαθοφόρα κι απολογιέται με θυμό και λέει
στη Λοιδοριά : — Πρώτη ξαδέρφη μου είσαι συ, μα
ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε να μοιάζουμε στα φύλλα,
στα κλαριά. Καταραμένη! εξέχασες τη μαύρη εκείν΄
ημέρα που ξυλοκόπους έστειλαν οι Εβραίοι
οι δολεροί κι αφού του κάκου εγύρισαν το λόγγο,
πέρα ως πέρα, ούτ΄ ένα δέντρο ευρέθηκε να δώσει ένα
κλαδί; Ζητούσαν ξύλα οι άνομοι, ξύλα για
να σταυρώσουν απάνω το γλυκύτατο του κόσμου
Λυτρωτή, κι όλα τα δέντρα εκλαίγαμε και μόνο
εσύ εχαιρόσουν και μόνο εσύ τους έδωκες ό,τ΄ ήθελαν
αυτοί. Τίμια ξύλα εγίνηκαν εκείνα πούχεις
δώσει, όμως εσένα, Λοιδοριά, θα σε
καταφρονούν όσοι ζητούν τη χάρι των παρηγορήτρα,
κι όσοι τη θεϊκή των δύναμη με πόθο
προσκυνούν.- |
|
|
|
Από τη
συλλογή Το παλιό βιολί. |