|
Ισπανία του Ιωάννη Πολέμη (1862-1924) |
|
|
|
Του κάκου ο χρόνος ζήλεψε τη δόξα
σου, του κάκου… Της Μεσογείου της γαλανής υστερινή
κόρη, ω! άκου το ταπεινό τραγούδι μου, που τον
αγέρα σχίζει κ΄ έρχεται εμπρός στα πόδια σου κι
άτεχνα σου θυμίζει του άδοξου τραγουδιστού την ένδοξη
πατρίδα. Ω χώρα, που σ΄ ανέθρεψε θερμή του ήλιου
αχτίδα και σ΄ ενανούρισαν κρυφά τα χάδια
του σολάνου! γλυκειά οπτασία και διάφανη ενός ονείρου
πλάνου στης φαντασίας το απέραντο και
μαγικό ακρογιάλι με το καράβι του μυαλού με ξαναφέρνει
πάλι. Ανοίγονται στα μάτια μου του Ηρακλέους
οι θύρες κ΄ οι Νύμφες αφρογέννητες με κρόταλα
και λύρες στέλνουν κατά τα σύννεφα με τα
φτερά του ανέμου άλλες βαρειά, περήφανα τραγούδια
του πολέμου κι άλλες τραγούδια ερωτικά που χάνονται
στο κύμα και κρυσταλλένια ακούγεται της καθεμιάς
η ρίμα. Σταθήτ΄ αιώνες βιαστικοί, στου χρόνου
τα κουφάρια· εδώ βροντούν αρματωσιές, διαβαίνουν
παλληκάρια όπου δεν ένοιωσαν ποτέ το φόβο του
θανάτου. Διαβαίνει ατρόμητος ο Σιδ και σέρνει
από κοντά του τις νίκες τις ασύγκριτες του
αγριωπού πολέμου, και μέσα σ΄ όλες τη φριχτή νίκη
του Σανταρέμου και τη δαφνοστεφάνωτη της Γολπεγιάρας
νίκη. Εδώ σπαθί δεν έγειρε να κοιμηθεί
στη θήκη και τα τρεχούμενα νερά και τα νερά
τα πλάνα του Γουαδαλκουΐβερου και του
Γουαδιάνα έβαψαν κατακόκκινο του Ωκεανού το
κύμα. Κρίμα που πλένει η θάλασσα αίματ΄
ανδρεία, κρίμα! Σταθήτ΄ αιώνες βιαστικοί, στου χρόνου
τα κουφάρια· του Φερδινάνδου ατρόμητα περνούν
τα παλληκάρια και τρέμουνε στο διάβα των της Καστιλίας
οι κάμποι. κ΄ είναι το θάρρος των σπαθί που πέφτει
για να κόψει· φεύγει του Αλφόνσου ο στρατός στη
φλογερή των όψη κ΄ εκεί που καμαρώνονται ψηλά του
Τόρου οι βράχοι τους αγκαλιάζει ανίκητους η νικηφόρα
μάχη. Σταθήτ΄ αιώνες βιαστικοί, στου χρόνου
τα κουφάρια· τώρα περνούν τα ελεύθερα του Ριέγου
παλληκάρια και τραγουδούν το αθάνατο της νίκης
των τραγούδι. Ποιο νάναι τ΄ άστρο που φωτά, ποιο
νάναι το λουλούδι που χύνει τόσ΄ αρώματα στης Μεσογείου
το κύμα; Μοσχοβολά η πορτοκαλιά, φυλλώνεται
το κλήμα, λιγώνει η δάφνη ατίμητη με την
αναπνοή της, λαμποκοπά ο αλάβαστρος κι ο ασύντριφτος
γρανίτης. Ω χώρα που σ΄ ανάθρεψαν τα χάδια
του σολάνου! γλυκειά οπτασία και διάφανη ενός ονείρου
πλάνου στης φαντασίας το απέραντο και
μαγικό ακρογιάλι με το καράβι του μυαλού με ξαναφέρνει
πάλι… Των ταυρομάχων οι κραυγές
βροντοκοπούν στ΄ αυτιά μου, μουγκρίζει ο ταύρος άγρια, πέφτει,
σπαράζει χάμου. Ακούω τραγούδια ερωτικά σε
στεναγμούς πνιγμένα, φιλιά γλυκοψιθύριστα σε χείλη
αγαπημένα, αγάπης λόγια ζηλευτά που τ΄ άψυχα
ανασταίνουν, βλέπ΄ ομορφιές καμαρωτές που
βιαστικά διαβαίνουν και τρέχουν που τις λαχταρά του
Δον Ζουάν η αγκάλη. Άλλη με τη μαντίλλια της κρύβει
την όψη, κι άλλη σκυμμένη στο παράθυρο τον εραστή
προσμένει. Στην αγκαλιά του Ερνάνη της η δόνια
Σολ πεθαίνει κ΄ είναι ροδόφτερο φιλί κ΄ η
τελευταία πνοή της… Μονομαχούν για μια ματιά στους δρόμους
της Μαδρίτης κι όταν στο σπαθοκίνητον αγώνα το
μεγάλο ο ένας, πιο καλότυχος, ρίχνει νεκρό
τον άλλο, η ερωμένη από ψηλά με βλέμμα
ερωτευμένο στέλνει φιλί στο ζωντανό και κλαίει
τον πεθαμένο : κλαίγ΄ η ψυχή φιλεί η καρδιά… Ω μαγική
οπτασία! κυπαρισσένιο ανάστημα προβάλλ΄ η
Ανδαλουσία κ΄ ερωτευμένος σταματά στο δρόμο
του ο διαβάτης· στολίζουν τη χλωμάδα της τ΄ ατέλειωτα
μαλλιά της και μέσα στ΄ αμυγδαλωτά τα μάτια της
τα μαύρα λάμπει και καθρεφτίζεται του πόθου
της η λαύρα… Σώπαινε, Μούσα, ν΄ ακουσθούν στον
ελαφρόν αγέρα τα μανδολίνα που λαλούν στη Σαλαμάγκα
πέρα – Μέσ΄ στα βαθειά μεσάνυχτα γλυκειές
μανδολινάτες ξυπνούν την πυργοδέσποινα μ΄ άγρυπνες
σερενάτες και νανουρίζουν πιο γλυκά την κόρη
που κοιμάται… Στον απαλό τον ύπνο της τον εραστή
θυμάται κ΄ οι ρίμες του τραγουδιστού που
φως απ΄ τ΄ άστρα παίρνουν φιλιά κι αναστενάγματα σαν όνειρο της
φέρνουν. Στης φαντασίας το ατέλειωτο και
μαγικό ακρογιάλι η μάγισσα η ενθύμηση με ξαναφέρνει
πάλι… Ω Ισπανία, τη χάρη σου τη σέβονται
οι αιώνες! Εδώ οι αιματοστάλαχτες του
Εσπανολιέτου εικόνες του τιμημένου ασύγκριτα του δον
Φιλίππου φίλου· παρέκει οι γλυκοθώρητες παρθένες
του Μουρίλου· του Βελασκέζ οι ζωντανές στην όψη
και στο χρώμα όπου γεννούν τον έρωτα της τέχνης
του· κι ακόμα οι στολισμένοι αμίμητα των εκκλησιών
σου τοίχοι· του Βέγα οι τραγικές σκηνές, του Κάλδερον
οι στίχοι, κι ό,τι μεγάλο, απέραντο φαντάσθη
ο νους του ανθρώπου, κάθε λογής ονείρατα κάθε καιρού
και τόπου σε σένα κατεστάλαξαν, ω μάγισσα
Ισπανία : αγάπη και παλληκαριά και χάρη κι
αρμονία. Του κάκου ο χρόνος ζήλεψε τη δόξα
σου, του κάκου! Της Μεσογείου της γαλανής υστερινή
κόρη, ω! άκου το ταπεινό τραγούδι μου που σχίζει
τον αέρα, μητέρα ατρόμητη του Σιδ, του Δον Ζουάν
μητέρα.- |
|
|
|
Από τη συλλογή Αλάβαστρα, 1900. |