Ο καβαλλάρης

του Ιωάννη Πολέμη (1862-1924)

 

Ακούω χλιμίντρισμα. Είσ΄ εσύ, το νοιώθω, καβαλλάρη·

μου συνεπαίρνει την ψυχή το ποδοβολητό.

Που πας γοργά με τ΄ άτι σου μονόκορμο ζευγάρι;

Δεν σε θωρούν τα μάτια μου μέσα στον κορνιαχτό.

 

— Πηγαίνω εκεί που ο θάνατος με τη ζωή παλεύει,

εκεί που αίμα για κρασί ο θάνατος κερνά,

εκεί που αθάνατ΄ η ζωή σαν ήλιος βασιλεύει

μέσ΄ στου καπνού τα σύννεφα τα μισοσκοτεινά.

 

— Και αν εύρει βόλι τ΄ άτι σου και το ξαπλώσει χάμω,

πού θαύρεις άτι δεύτερο ζευγάρι μου γοργό;

— Κι αν εύρει βόλι τ΄ άτι μου, μονάχος μου θα δράμω,

κι αν εύρει βόλι τ΄ άτι μου, άτι θα γίνω εγώ.

 

— Κι αν εύρει βόλι εσένανε, πώς θα γυρίσεις πίσω

σ΄ αυτούς που σε προσμένουνε, σ΄ αυτούς που σ΄ αγαπούν;

— Αν μ΄ εύρει βόλι εμένανε, τα μάτια μου θα κλείσω

και θάρθουν οι συντρόφοι μου τη νίκη να τους πουν.-

 

Ημερολόγιον Σκόκου, Τόμος 29 (1914), σ. 136.