Το μονοπάτι

του Ιωάννη Πολέμη (1862-1924)

 

Οι λογισμοί μου στρώνονται και κάνουν μονοπάτι,

το μονοπάτι όπου αργά ο νους μου ακολουθεί·

κ΄ ενώ η καρδιά μου ακούραστη του λέγει: περιπάτει

αυτός ποτέ δεν ημπορεί στην άκρη να βρεθεί.

 

Στο μονοπάτι απλώνονται αγριεμένοι βάτοι

κ΄ ένα λουλούδι μοναχό και φοβισμένο ανθεί·

οι βάτ΄ είν΄ ατελείωτοι κι αγκάθια είναι γεμάτοι

και το λουλούδι αρχινά κι αυτό να μαραθεί.

 

— Οι βάτ΄ είν΄ οι ενθύμησες και το λουλούδι η ελπίδα —

Το μονοπάτι κάποτε το δέρν΄ η καταιγίδα

κ΄ οι βάτοι αγριεύουνε και το λουλούδι γέρνει.

 

Μα εκεί που λέγω πως θα δω τα φύλλα του στο χώμα,

ξαναγεννιέται μόνο του κι ανθίζει, ανθίζει ακόμα

γιατί απ΄ τους βάτους πάντοτε ζωή καινούργια παίρνει.-

 

Παρνασσός, Τόμος 15, αρ. 7 (1893), σ. Ημερολόγιον Σκόκου, Τόμος 30 (1915), σ. 554-555.