Το αθάνατο νερότου Ιωάννη Πολέμη (1862-1924) |
|
|
|
Αποκοιμήθηκ΄ η πεντάμορφη όπως την έγραφεν η Μοίρα. Μα να που ανοίγει το ρηγόπουλο του πύργου τη φραγμένη θύρα. – Ξυπνήστε βάγιες την αγάπη μου· από τον πόλεμο γυρίζω, της φέρνω δώρα πλήθος λάφυρα, φλωριά και σκλάβους κι ό,τι ορίζω. – Ύπνος βαθύς, βαρύς κι αξύπνητος ωσάν τον ύπνο του θανάτου της εσφικτόδεσε τα βλέφαρα ωιμέ! με τ΄ άλυτα δεσμά του. Σύρε να πας να βρεις τ΄ αθάνατο νερό, στη μαγεμένη βρύση, να πλύνεις τη χλωμή την όψη της και τότε μόνο θα ξυπνήσει. Τ΄ άτι που τ΄ άκουσε χλιμίντρισε, βάζει στα πόδια του φτερούγες· καβαλλικεύει το ρηγόπουλο, παίρνει λαγκάδια, στράτες, ρούγες. Κι όταν ξεπέζεψε στο τρίστρατο κ΄ είδε τη μαγεμένη βρύση μ΄ ακράτητη λαχτάραν όρμησε χρυσό λαγήνι να γεμίσει. Αλλοίμονό του τρισαλλοίμονο! ήταν η βρύση στειρεμένη, ξερή! κι απ΄ το νερό τ΄ αθάνατο μηδέ σταλιά δεν απομένει! Χτυπά τα στήθη αναστενάζοντας, κινά μ΄ απελπισιά μεγάλη, φτερνιστεριά δίνει τ΄ αλόγου του, φθάνει στον πύργο του και πάλι. – Ανοίξτε, βάγιες τον κακότυχο που φέρνει τ΄ αδειανό λαγήνι, κ΄ έρχεται τώρα απαρηγόρητος βρύση από δάκρυα να γίνει! Άνοιξ΄ η θύρα· ο νιός ανέβηκεν αργά της όμορφης τη σκάλα. Βουβά τα κοραλένια χείλη της, κλειστά τα μάτια τα μεγάλα. Μπρος το κρεβάτι της σωριάζεται κι αγάπης μοιρολόγια λέει· σκύβει την όψη του στην όψη της και τη θωρεί και κλαίει και κλαίει. Και κλαίει… Ω θαύμα! μόλις έσταξαν στην όψη της τα δάκρυά του, τον πάγο εθέρμαναν, εξέπλυναν το χρώμα του ύπνου του θανάτου. Κ΄ η νιά χαμογελώντας άνοιξε με μιας τα μάτια τα κλεισμένα και τούπε : το νερό τ΄ αθάνατο τα δάκρυά σου ήταν για μένα! |
|
|
|
Από τη συλλογή Αλάβαστρα, 1900. |