Ρημάδι

του Ιωάννη Πολέμη (1862-1924)

 

 

Γιατ΄ είν΄ η στράτα θλιβερή και το ποτάμι βούρκος;

Διάβηκε ο Χάρος, ο Χαμός, ο Χαλασμός, ο Τούρκος.

Εδώ ήταν κάποτε χωριό, τι νάχει τώρα γίνει;

Ο Τούρκος έβαλε φωτιά και τόφαγεν εκείνη.

Και πού είναι η όμορφη εκκλησιά με τ΄ άγιο εικονοστάσι;

Σ΄ αυτήν επρωτορίχτηκεν η φλόγα πριν χορτάσει.

Και πούναι οι νιοί και πούναι οι νιές και του χωριού τ΄ ασκέρι;

Σαν πρόβατα τους έσφαξε του τούρκου το μαχαίρι.

Δεν κλαίω τη στράτα θλιβερή και το ποτάμι βούρκο,

γιατί κ΄ εκείνη όπως κι αυτό δεν θα ξανάιδει τούρκο.

Δεν κλαίω τ΄ αξέχαστο χωριό, γιατί κ΄ εκείνο πάλι

ανάμεσ΄ απ΄ τις στάχτες του καινούριο θα προβάλει.

Δεν κλαίω εκείνους που έσφαξε του τούρκου η άγρια λάμα,

γιατ΄ είναι μάρτυρες και ζουν με τους αγίους αντάμα.

Μόν΄ κλαίω την όμορφη εκκλησιά, που καίγοντας λιβάνι

χρόνια και χρόνια επρόσμενε Ανάσταση να κάνει.-

 

 

 

Ημερολόγιον Σκόκου, Τόμος 30 (1915), σ. 25.