|
Στο δρόμο του Ιωάννη Πολέμη (1862-1924) |
|
|
|
Είναι η ώρα η βραδυνή π΄ ανάβουν
τα φανάρια· λίγα αστεράκια πού και πού φέγγουν
ανάρια-ανάρια και τα σβυστά παράθυρα φωτίζοντ΄ ένα-ένα. Όλοι γυρνούν στο σπίτι των με πόδια
κουρασμένα γιατί προσμένει από νωρίς στρωμένο
το τραπέζι· εμπρός στην πόρτα ολόχαρο ένα παιδάκι
παίζει και κτίζει σπίτια ψεύτικα με
λασπωμένο χώμα, όπως εγώ, τρανό παιδί, ελπίδες κτίζω
ακόμα... Με κουρασμένο το μυαλό σέρνω τα βήματά
μου και καμαρώνω από κρυφά μια κόρη, όπου
μπροστά μου μαζί με τη μητέρα της βαδίζουν πλάι-πλάι· η κόρη ακατάπαυστα μιλεί, χαμογελάει, και παίζει την ομπρέλα της μέσ΄ στ΄
άσπρα δάκτυλά της· ρόδα και κρίνοι δροσεροί ανθούν
στα μάγουλά της, τα χείλη που χαμογελούν και πάντ΄
ανοιγοκλείνουν τη μυρωδιά της πασχαλιάς ολόγυρά
των χύνουν και τα πουλάκια που περνούν ζηλεύουν
τη λαλιά της. Κατάκοπ΄ η μητέρα της με τα λευκά
μαλλιά της και με σκυμμένο το κορμί σιγά-σιγά
βαδίζει και στο πλευρό της κόρης της το σώμα
της στηρίζει, γιατί θαρρεί πως δεν βαστούν τα βήματά
της μόνα. Τι θέλει τάχα η άνοιξη στο πλάι
του χειμώνα; |
|
|
|
Παρνασσός, Τόμος 15, αρ. 7 (1893), σ. Ημερολόγιον Σκόκου,
Τόμος 30 (1915), σ. 555. |