Τελώνης και Φαρισαίος

του Ιωάννη Πολέμη (1862-1924)

 

Η Δάφνη και το Κλήμα στης φύσεως τον ναό

την νύχτα των ονείρων ανοίγουν την ψυχή των,

και κάνουν στο Θεό

μαζί την προσευχή των.

 

Και λέγ΄ η Δάφνη ολόρθη : «Σ΄ ευχαριστώ πολύ,

Θεέ μου, όπου με σώζεις από θανάτου κρίμα.

Δεν είμαι αμαρτωλή

καθώς αυτό το Κλήμα!

 

Εγώ σε ηρώων θριάμβους πάντα πηγαίνω· εγώ

βραβεύω, στεφανώνω της αρετής τους κόπους·

με θάρρος οδηγώ

στη δόξα τους ανθρώπους.

 

Ενώ το Κλήμα τούτο την αμαρτία γεννά·

με το γλυκό καρπό του φέρνει τη μέθη μόνο,

και την ψυχή πλανά

στην έχθρα και το φόνο!»

 

Το Κλήμα εκεί σωπαίνει, κι από τον ουρανό

όση δροσιά έχει πάρει για δάκρυα τήνε χύνει,

και σκύβει ταπεινό

από ντροπή κ΄ αισχύνη…

 

Περνά καιρός. Η Δάφνη του κάκου εδώ ζητεί

μέτωπ΄ αγνά Πινδάρων κ΄ ηρώων νωπούς κροτάφους.

Στην πλάκα σκαλιστή

στολίζει μόνο τάφους.

 

Και, ρίχνοντας της Δάφνης τον κλάδο, η Αρετή

μ΄ ακάνθινο στεφάνι περήφανη προβαίνει·

κ΄ η Δάφνη η φουντωτή

δέντρο κοινό απομένει.

 

Συ, Κλήμα; Όταν στον κόσμο μ΄ αγάπη περισσή

ο Ναζωραίος σκορπούσε τα θεϊκά το ελέη,

παίρνει από σε κρασί

και τέτοια λόγια λέει :

 

«Πιέτ΄ εκ τούτου πάντες! το αίμα μου είν΄ αυτό,

το αίμα όπου του κόσμου την αμαρτία θα πλύνει!…»

Ω Κλήμα ζηλευτό,

φλέβα Θεού έχεις γίνει!

Από τη συλλογή Αλάβαστρα, 1900.