Ανεμώνες στον άνεμο

του Λάμπρου Πορφύρα (1879-1932)

1

Σύννεφα της τρελλής Νοτιάς ατρόμητα απλωμένα,

τρεχαντηράκια αιθέρια με τα πανιά σκισμένα,

παλιές μου αγάπες, που από μια σκορπάτε σ΄ άλλην άκρια,

περήφανα στη μοίρα σας και δίχως μάταια δάκρυα,

στα πέλαγα που ανοίξανε για σας οι ουράνιοι θόλοι,

τρεχαντηράκια αιθέρια χωρίς αραξοβόλι,

εκεί που ταξιδεύετε, σε κάποιο τρεχαντήρι,

τραβάτε τη θλιμένη μου ψυχή καραβοκύρη.

2

Αθώα πηγή, με τα πολλά χορτάρια σκεπασμένη

κάτω απ΄ το θόλο πούπλεξαν για σένα τ΄ άγρια κλώναι,

δεν άκουσε ποτέ, ψυχή τον ήχο διψασμένη,

σαν του νερού σου τα κρυφά – πώς να τα πω; – τρυγόνια.

Μα περισσότερο αγαπώ το σιωπηλό πηγάδι

που  την ηχώ του σα ρωτώ και μ΄ απαντά θλιμένα,

μαντεύω γνώριμες φωνές, πνιγμένες στο σκοτάδι,

φωνές απ΄ τον απόκοσμο κι από τα μαύρα ξένα.

3

Ο αποσταμένος Έρωτας στη λεύκα είχε σκαλώσει

κρυμμένος στ΄ ανοιξιάτικα τα φύλλα, τ΄ ασημένια,

μα δίχως άλλο τα μικρά πουολιά τον είχαν νιώσει

κ΄ είχαν τραγούδια έτσι γλυκά και τόσο κρουσταλλένια.

Κ΄ ένα πουλάκι απ΄ την πολλήν αγάπη του ετρελλάθη,

και στην ψηλότερη κορφή, στου κλωναριού την άκρια,

ζυγιάζουνταν κελαϊδιστά κ΄ έπεφτε ως όπου εστάθη

εκεί που μόλις στέκονται και της δροσιάς τα δάκρυα.

4

Καλώς το! Κ΄ ήρθες να μας πεις και πάλι πρωτοβρόχι

στη στέγη το μονότονο γοργό κελάδημά σου.

Σα μιας παλιάς αγάπης μου εδώ στην έρμη κόχη,

θα πλάσω και θα ονειρευθώ, Βροχή, το φάντασμά σου.

Θα ιδώ τα μάτια σου τα υγρά, τα σκοτεινά τα πλάνα,

το φόρεμά σου το θολό, που υφαίνεις απ΄ τα νέφη,

και θα σ΄ ακούσω να χτυπάς – ω τ΄ ουρανού Τσιγκάνα!

στου παραθύρου τα γυαλιά το θλιβερό σου ντέφι.

5

Σα μια σκιά χιμαιρική στης λίμνης τον καθρέφτη,

σαν ό,τι μένει μακρυνό πολύ, χαμένο, ωραίο,

σαν τον καπνό που πάει ψηλά, σαν την δροσιά που πέφτει,

ω! σ΄ αγαπώ σαν καθετί που σβύνεται μοιραίο.

Μα σαν κατέβουμε κ΄ οι δυο στα Ηλύσια του Ομήρου

στ΄ άυλα νησάκια, των ψυχών τ΄ άγιον αραξοβόλι,

θε να σου μάσω στην θαμπήν ακρογιαλιά του ονείρου,

τα κρίνα που δε σούκοψα στου Μάη το περιβόλι.

6

Το δειλινό – την ώρα αυτή θυμούνται – πλάι στη γλάστρα

σαν θα κεντάς μονάχη σου στ΄ άγιο παράθυρό σου,

σαν θα κεντάς τα λούλουδα, τον ουρανό με τ΄ άστρα,

νάμαι το καλοθύμητο στοχαστικό όνειρό σου.

Αν με θυμάσαι θάρχομαι σα μια σκιά – ποιος ξέρει; –

ξενητεμένος ή νεκρός θάρχομαι εκεί που θάσαι,

σαν βλέπεις φύλλα, σύννεφα, πουλιών φτερά στ΄ αγέρι,

σαν βλέπεις καραβιών πανιά, στοιχειά... να με θυμάσαι.

7

Γαλήνη που τ΄ αθόλωτα νερά σου καθρεφτίζουν

του μώλου τη φτωχή ζωή σε μαγικό κρουστάλλι,

και κάπου η αύρα αν σε ξυπνά για μια στιγμούλα ανθίζουν

τ΄ άυλα κρινάκια του αφρού στ΄ αμμουδιαστό ακρογιάλι,

ω! νάξερες πώς λαχταρώ το κύμα, που ως κ΄ οι γλάροι

το τρέμουν και τρυπώνουνε στου βράχου την κουφάλα,

το σύννεφο σαν άλογο, που σπάει το χαλινάρι

και σέρνει τ΄ άγριο φάντασμα της Τρικυμιάς καβάλα.

8

Τότε που σ΄ είδα νάρχεσαι με τ΄ άγια χελιδόνια

τότε και μόλις ένιωσα για ποια χαρά μιλούσαν,

μέσα στα φύλλα τα πουλιά, τα πνεύματα στα κλώνια

κ΄ οι πεταλούδες που στο φως νιογέννητες ξυπνούσαν.

Το μονοπάτι εδιάβαινες κ΄ είχες μια λάμψη τόση

μια τέτοιαν άνθινη ομορφιά στο νοτισμένο χώμα,

που δίχως άλλο η Άνοιξη θα σ΄ είχεν ανταμώσει

και κάτω απ΄ τις αμυγδαλιές σ΄ εφίλησε στο στόμα.-

Ημερολόγιον Σκόκου, Τόμος 20 (1905), σ. 34-36.